«ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ»
Μια νέα τάση στην κοινωνική ψυχολογία της κρίσης

Απομαγνητοφώνηση της ραδιοφωνικής συνομιλίας
με τον Πέτρο Ιωάννου
Ρ/Σ SportNews Λάρισας 90,1fm, 24-06-17

 

 

―Όταν κυλάει ο χρόνος, όταν περνάει ο καιρός, η ιστορία συνεχίζει να δουλεύει. Κάτω από την επιφάνεια των συμβάντων και τον χρόνο τον ημερολογιακό, υπάρχει ο χρόνος της ιστορίας. Θα ήθελα να μου δώσετε δύο λεπτά για να πω με μία τακτική σειρά μερικές σκέψεις για να καταλάβουμε πώς εργάζεται η ιστορία στη διάρκεια της κρίσης, τι παρήγαγε και τι φαίνεται να αναδύεται σήμερα σαν κάτι καινούριο στην ψυχολογία των ανθρώπων. Δεν μιλώ για τα οικονομικά ή για τα πολιτικά…

―Άρα λέτε ότι το ψυχολογικό υπόβαθρο που θα αναζητήσουμε σήμερα έχει να κάνει με το υπόβαθρο που λέγεται ιστορία.

―Ακριβώς. Η ιστορία αγγίζει τα πάντα, και την οικονομία και την πολιτική αλλά και την ίδια την ψυχολογία των ανθρώπων. Θα σκιαγραφήσω με πολύ αδρές γραμμές μία πολύ σημαντική για μένα εξέλιξη στην ψυχολογία.

―Είναι αυτό που λέτε όταν έρχεται κάποιος στο γραφείο σας, το πρώτο που κοιτάτε όλοι οι γιατροί του κόσμου είναι το ιστορικό.

―Κάθε καλή διάγνωση και θεραπεία βασίζεται σε ένα καλό ιστορικό, αυτό είναι νόμος. Σε αυτή την περίπτωση, το ιστορικό του ασθενούς «Ελλάδα σε κρίση» έχει ως εξής: Μέχρι πριν λίγους μήνες, αν θέλουμε να περιγράψουμε με πολύ σχηματικό και συμπυκνωμένο τρόπο την ψυχολογία των ανθρώπων, αυτή συνοψίζεται σε δύο στοιχεία. Το πρώτο είναι η αίσθηση, η βεβαιότητα ότι ζούμε το αδιανόητο, ότι δεν μπορούμε να σκεφτούμε. Για πάρα πολλούς λόγους η σκέψη είχε μπλοκάρει, οι άνθρωποι είχαν παραιτηθεί από την προσπάθεια να σκεφτούν, ήταν παθητικοί θεατές των εξελίξεων. Το δεύτερο συστατικό δίπλα από το ότι «ζούμε το αδιανόητο», ήταν μία πάρα πολύ χαρακτηριστική στάση που την έβλεπες παντού: «να δούμε τι θα γίνει στο τέλος». Αυτή η στάση είχε και παραλλαγές, ας πούμε «δεν θα μας αφήσει ο Θεός», «μπόρα είναι θα περάσει» ή «δεν μπορεί, κάτι θα γίνει στο τέλος», που και πάλι σε βάζει στη θέση του θεατή της ιστορίας, δηλαδή του θεατή της ζωής σου. Γιατί η ιστορία είναι η ζωή μας. Και από αυτή τη θέση του θεατή περιμένεις να δεις τι θα γίνει, τι θα συμβεί έξω από σένα, με την αίσθηση ότι δεν μπορείς να παρέμβεις, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα σε καμία κλίμακα. Ούτε στη μεγάλη κλίμακα της χώρας, της Ευρώπης κλπ., ούτε καν στην προσωπική σου μοίρα. Σε συμπαρασύρει ένα ρεύμα και πας και πας και πας και περιμένεις να δεις τι θα γίνει στο τέλος.

Εδώ και λίγους μήνες βλέπουμε να αναδύεται ένα νέο φαινόμενο στο χώρο της ψυχολογίας των ανθρώπων. Δηλαδή, ενώ ξεκινήσαμε και ζήσαμε στην ουσία αυτά τα επτά χρόνια μέσα στο δίπτυχο «ζούμε το αδιανόητο – να δούμε τι θα γίνει στο τέλος», τώρα οι άνθρωποι, σημαντική μερίδα ανθρώπων, αρχίζουν να σκέφτονται με τον εξής τρόπο: «Κοίταξε, αυτή είναι η κατάσταση, να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε». Πρόκειται για μια απλή  φρασούλα, αλλά αντιπροσωπεύει μια επανάσταση για την ψυχολογία των ανθρώπων. Και αν εξελιχθεί και γίνει κύρια τάση μέσα στην κοινωνία μας, τότε μπορεί να έχει τεράστια αποτελέσματα οικονομικά, υλικά, πολιτικά κ.α.

Τι θα πει αυτό το «Αυτή είναι η κατάσταση, να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε»; Θα πει πρώτον ότι, εκεί που ζούσαμε το αδιανόητο, τώρα ζούμε κάτι που μπορούμε να το διανοηθούμε. Μας αρέσει, δεν μας αρέσει, αυτό είναι μία τελείως άλλη ιστορία. Το μισούμε ή έχουμε μια οποιαδήποτε άλλη αξιολογική, κατά κανόνα αρνητική, στάση απέναντί του, δεν μας εμποδίζει από το να το χωράει πια ο νους μας, ενώ πριν δεν το χωρούσε.

―Δεν το χωρούσε, δηλαδή το απέρριπτε;

―Δεν το χωρούσε. Με όποιον τρόπο θέλετε πέστε το, από το ότι πονούσε και το άφηνε έξω, το ότι δεν είχε εργαλεία να το σκεφτεί γιατί ήταν πρωτοφανές αυτό που ζούσαμε, από το ότι υπήρχε μια τεράστια μηχανή προπαγάνδας που μπλόκαρε τα μυαλά των ανθρώπων με το περίφημο «Είναι μονόδρομος» και το ότι «Αν πεις ναι (δηλαδή στα μέτρα, στην τρόικα κλπ), τότε χάθηκες και αν πεις όχι πάλι χάθηκες γιατί θα καταστραφείς κλπ». Μέχρι πριν λίγους μήνες όλα συνέκλιναν ώστε να μπλοκάρει το μυαλό των ανθρώπων, να μην μπορούν να σκεφτούν και σιγά σιγά να μην αντιλαμβάνονται καν ότι δεν μπορούν να σκεφτούν, να ζούνε σαν ψυχικά ζόμπι. Η αίσθηση που αισθανόσουν ήταν εκείνη που λέγανε όλοι, ότι «Οι άνθρωποι τα ‘χουν παίξει». Ήταν κλασικές κουβέντες που τις άκουγες παντού γύρω.

―Κύριε Σιδέρη και σήμερα και τους επόμενους μήνες δεν άλλαξε κάτι. Η προπαγάνδα, τα κανάλια, οι εφημερίδες, τα περιοδικά, όλα είναι στρατευμένα στο σύστημα.

―Το ότι δεν άλλαξε κάτι στο περιβάλλον των μηχανισμών, δεν σημαίνει ότι η ψυχολογία των ανθρώπων δεν μπορεί να αλλάξει. Υπάρχουν και άλλες δυνάμεις πέρα από τους μηχανισμούς. Θα σας πω ένα ιστορικό ανάλογο το οποίο είναι πάρα πολύ σπουδαίο προκειμένου να στοχαστούμε σχετικά με το έργο της ιστορίας και με το πώς λειτουργεί και η ψυχολογία των ανθρώπων σε τραγικά αντίξοες συνθήκες. Όπως ξέρετε ή όπως μπορείτε να υποθέσετε, με το που επεβλήθη η γερμανική κατοχή στην Ελλάδα η γεννητικότητα κατέρρευσε. Οι άνθρωποι δεν είχαν πια κουράγιο, δεν είχαν καμία ορατή διέξοδο για το μέλλον, καμία λογική οδό για το μέλλον (κανείς δεν ήξερε «πού πάμε»), ήταν ένα πράγμα τρομακτικό, μαύρο, φρικαλέο, οπότε και το 1941 και το 1942 η γεννητικότητα πέφτει κατακόρυφα. Το 1943, αφού έχουμε ζήσει τον τρομακτικό λιμό κλπ, η γεννητικότητα ανεβαίνει πάλι. Αυτό θα πει ότι οι άνθρωποι έχουν εμπιστοσύνη στο μέλλον και κάνουν νέους ανθρώπους για να ζήσουν σε αυτό. Αυτό το πράγμα δείχνει ότι όσο κι αν είναι τρομακτικοί οι μηχανισμοί και η πίεσή τους, υπάρχουν και ακόμη ισχυρότερες δυνάμεις. Γι’ αυτό και συμβαίνουν ιστορικές εξελίξεις και γι’ αυτό γίνονται και επαναστάσεις. Οι επαναστάσεις δεν γίνονται εκεί που δεν υπάρχουν μηχανισμοί κατακυρίευσης και τυραννίας. Γίνονται εκεί που υπάρχουν αυτοί οι μηχανισμοί, ενάντια σε αυτούς τους μηχανισμούς.

Σήμερα, μία σημαντική μερίδα των ανθρώπων (και το βλέπεις ότι ξεμουδιάζουν οι άνθρωποι γενικότερα) μπορεί να καταλάβει ότι αυτό ζούμε… Πες το με όποιες λέξεις θέλεις, «η χώρα μας είναι σε επιτροπεία, σε κηδεμονία, σε υπαγόρευση»… Οι λέξεις που θα πεις είναι όποιες είναι και έχουν την αξιολογική χροιά που έχουν, αλλά τώρα πια το χωράει το μυαλό μας. Δεν είναι μια αγανάκτηση («άι στο διάολο, είμαστε σε επιτροπεία»), αλλά με αυτή ή την άλλη λεξούλα προσπαθείς να σκεφτείς. Και όταν σκέφτονται οι άνθρωποι βρίσκουν λύσεις. Σωστές ή λάθος, είναι πάλι άλλο θέμα, αλλά σκέφτονται και βρίσκουν λύσεις. Και με αυτή την έννοια, εκεί που περιμέναμε να δούμε τι θα γίνει στο τέλος, τώρα όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να σκέφτονται πάνω στο εξής: Να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Και το εννοούν και συλλογικά, αλλά κυρίως στην πολύ μικρή κλίμακα την ατομική ή της μικρής ομάδας, των γνωστών, των φίλων κλπ.

Θα κάνω ένα σχόλιο σε κάτι που προκαλεί κατά κανόνα γέλιο και καυστικά, αρνητικά σχόλια. Είναι αυτό που παρατηρούμε,  ότι έχει ανθίσει το τελευταίο διάστημα (ένα χρόνο περίπου) μία μικρή, πάρα πολύ μικρή επιχειρηματικότητα, που διαμορφώνει μια κλασική εικόνα στους κεντρικούς δρόμους μιας πόλης ή ενός χωριού με κάποιον αριθμό κατοίκων: δέκα μικρά καφέ στη σειρά, τρία σουβλατζίδικα και δύο φούρνοι. Και γελάμε με αυτό και λέμε «Ρε παιδί μου, μα είναι δυνατόν;». Αυτό που γίνεται οικονομικά είναι –ας μου επιτραπεί η έκφραση- ένας παραλογισμός. Ωστόσο, δεν μπορεί όλοι αυτοί να ήταν ηλίθιοι και να μην το ξέρανε, ότι κάπου υπάρχει λάθος στον οικονομικό υπολογισμό. Όμως αυτό το λάθος δείχνει ότι οι άνθρωποι σκέφτονται και προχωράνε και ένα βήμα ακόμη παραπέρα: περνάνε στο πεδίο της πράξης και αναλαμβάνουν πρωτοβουλία. Μπορεί να είναι ανορθολογική ή ό,τι θέλεις, αλλά έχει μεγάλη σημασία το ότι οι άνθρωποι πια μπορούν και κάνουν σχέδια. Όλο και μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων δεν θεωρούν ότι είμαστε απλώς έρμαια των περιστάσεων, παρά την τρομακτική πίεση των μηχανισμών. Όπως ξέρετε, έβγαλα ολόκληρο βιβλίο για αυτό το πράγμα, 450 σελίδες. “Το κατά Διαβόλου ευαγγέλιο” μελετάει ακριβώς τους μηχανισμούς που καταστρέφουν τη σκέψη των ανθρώπων και τους καταδικάζουν να ζουν σε ένα πένθιμο μούδιασμα. Οφείλω λοιπόν σήμερα να διαπιστώσω ότι η ιστορία κάνει το έργο της και στο πεδίο της ψυχολογίας των ανθρώπων. Σιγά σιγά φαίνεται να αναδύεται κι ένας δεύτερος πόλος ψυχικής ζωής, στάσεων ψυχικών, που βασίζεται στο ότι «Αυτή είναι η κατάσταση, να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε». Δηλαδή, από τη θέση του παθητικού, του παραιτημένου θεατή που δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει και που απλά περιμένει μέσα στην αγωνία να δει τι θα γίνει στο τέλος, περνάμε στη θέση ενός υποκειμένου που μπορεί να σκεφτεί (σωστά ή λάθος, άσχετο), που μπορεί να σχεδιάσει, που μπορεί να βρει τα μέσα να κάνει και πράξη πολλές φορές τα σχέδιά του  ̶  και όλο αυτό σε ένα πλαίσιο ενός κόσμου που κάπως τον κατανοεί, δηλαδή που μπορεί πια να σου τον περιγράψει. Αυτό το πράγμα είναι επανάσταση.

―Είναι ένα μικρό σκαλοπάτι.

―Είναι ένα μεγάλο σκαλοπάτι. Δηλαδή, εάν αναπτυχθεί αυτός ο πόλος, τότε, σας το τονίζω, πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες κλπ μεγάλης κλίμακας, η ψυχολογία των ανθρώπων θα πάρει άλλη τροπή. Και το βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας να γίνεται.

―Δηλαδή το ότι η Λάρισα έχει 1700 καταστήματα εστίασης και άλλα κλείνουν, άλλα ανοίγουν…

―Το θεωρώ ότι είναι οικονομικός ανορθολογισμός, αλλά ψυχολογικά δηλώνει κάτι. Το ότι γίνεται δείχνει ότι πίσω από αυτό υπάρχουν αιτίες. Δεν είναι χαζοί οι Λαρισαίοι, τους ξέρω. Είναι ξύπνιοι άνθρωποι. Και μάλιστα έχετε ανθρώπους εκεί, όπως είναι οι Βλάχοι, που είναι πάρα πολύ διορατικοί σε αυτά τα θέματα. Έτσι, σε μία τέτοια συνθήκη, σε μία τέτοια πόλη με ξύπνιους ανθρώπους, το να γίνεται αυτό το οικονομικά ανορθολογικό πράγμα, σημαίνει ότι υπάρχουν βαθύτεροι ψυχικοί λόγοι που λένε «Όχι, αξίζει να υπάρχουμε, αξίζει να προχωράμε, αξίζει να το παλεύουμε, αξίζει να δούμε τι θα κάνουμε, όχι τι θα γίνει». Το τι θα γίνει είναι το απρόσωπο. Από αλλού θα έρθει. Το τι θα κάνω, θα το κάνω εγώ κι ας φάω τα μούτρα μου. Έχει διαφορά. Τεράστια διαφορά, ανάμεσα στον άνθρωπο που είναι αντικείμενο της ιστορίας και των μηχανισμών και στον άνθρωπο που είναι υποκείμενο της ζωής του έστω, αν όχι της ιστορίας  ̶  και σίγουρα όχι απλά έρμαιο των μηχανισμών. Σας το τονίζω, δεν σημαίνει ότι είναι ορθολογικά αυτά που γίνονται, με οικονομικούς όρους, αλλά περιέχουν και αποκαλύπτουν μία αλήθεια ψυχής η οποία είναι από μόνη της πάρα πολύ σημαντική.

―Υπάρχει λέτε μια κινητικότητα που θα φέρει άλλα…

―Στην ψυχολογική μας σφαίρα υπάρχει μια κινητικότητα που είναι πάρα πολύ σοβαρή. Αυτό εγώ το συσχετίζω με ένα ευρύτερο φαινόμενο. Δηλαδή, όταν πέρασε η πρώτη λαχτάρα, το πρώτο σοκ, τότε που οι άνθρωποι τα είχαν τελείως χαμένα και ζούσαν απολύτως μέσα σε αυτό το πένθιμο μούδιασμα που το έχω κι εγώ αναλύσει, σιγά σιγά άρχισε να γίνεται αισθητό ότι κάτι λαχταρούν. Τι είναι αυτό που λαχταρούν; Θα σας φανεί ίσως λίγο παράξενο αυτό που θα σας πω, τουλάχιστον οι λέξεις σε αυτό που θα σας πω. Αυτό που λαχταρούν οι άνθρωποι εδώ και δύο περίπου χρόνια (κάπου εκεί το έχω τοποθετήσει, με τις σημειώσεις μου κλπ., γιατί συνηθίζω να παρατηρώ τον κόσμο) είναι δύο πράγματα: να μπορέσουν να σκεφτούν και να μπορέσουν να αγαπήσουν. Το πρώτο σας το σκιαγράφησα μόλις με έναν τρόπο: πώς λειτούργησε, πώς λειτουργεί και πώς εκδηλώνεται σήμερα αυτή η λαχτάρα να σκεφτούμε που μας έχει φτάσει σε μεγάλο βαθμό στο να χωνέψουμε τη νέα πραγματικότητα και να κοιτάξουμε να κινηθούμε με ρεαλιστικά δεδομένα, έστω και με λύσεις που είναι λίγο συζητήσιμες, με κριτήρια αυστηρά οικονομικά.

Θα μου επιτρέψετε να πω δυο λόγια για το τι θα πει «λαχταρούν να αγαπήσουν». Ξέρετε, όλον αυτόν τον καιρό, ο κόσμος που ζούσαμε είχε γίνει όχι απλώς αδιανόητος και ακατανόητος, όχι απλώς εχθρικός, αλλά στην ουσία μισητός. Είναι λίγο βαριά κουβέντα αυτή που λέω, αλλά είναι αλήθεια. Ήταν κάτι που ξεκινάει από το «Δε μας αξίζει αυτό το πράγμα» μέχρι την πολύ τραγική πραγματικότητα που είναι η μαζική φυγή των νέων ανθρώπων στο εξωτερικό. Αυτό δεν γινόταν μόνο με πρωτοβουλία των νέων ανθρώπων. Οι Έλληνες γονείς, και το τονίζω: οι Έλληνες γονείς, που ξέρουμε πόσο στενούς δεσμούς έχουν με τα παιδιά τους, πόσο πολύ τα θέλουνε κοντά τους, εύχονταν «Παιδί μου σήκω να φύγεις, να σωθείς». Το καταλαβαίνετε αυτό το πράγμα; Αυτό κι αν είναι αδιανόητο. Αν έλεγες σε κάποιον Έλληνα πριν δέκα χρόνια ότι θα έρθει μια στιγμή, ρε φίλε, και θα δεις που θα λένε οι Έλληνες γονείς στα παιδιά τους «Παιδιά σηκωθείτε, φύγετε μακριά μας, φύγετε να σωθείτε», αυτό ήταν έξω από κάθε λογική. Δεν υπήρχε περίπτωση να το σκεφτεί κάποιος.

―Ενώ το λογικό θα ήταν να φτιάξουν συνθήκες παραμονής των παιδιών.

―Προφανώς. Αυτό το πράγμα δεν γινόταν και γι’ αυτό ο άνθρωποι έφτασαν σε αυτή την τραγική θέση. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν, τους έλεγαν «Σήκω φύγε». Αυτό σημαίνει ότι «αυτό που ζεις εδώ δεν είναι αγαπητό», «Αυτός ο κόσμος που ζεις εδώ δεν είναι αγαπητός». Δεν είναι απλά εχθρικό, ήταν κάτι, αν όχι μισητό, πάντως δεν ήταν αγαπητό. Ωστόσο, και τώρα οι άνθρωποι ζούσανε όπως πάντοτε ζούνε οι άνθρωποι, μέσα σε μια λαχτάρα να αγαπήσουν, όχι απλά να αγαπηθούν. Προσέξτε το αυτό που θα σας πω. Δηλαδή το να αγαπηθούμε όλοι το ξέρουμε ότι το θέλουμε. Είναι όμως πολύ σημαντικό το ότι οι άνθρωποι δεν ζουν μόνο με το να αγαπιούνται, να τους αγαπάς, αλλά και με το να αγαπούν οι ίδιοι. Αλλιώς είναι μια βρύση κλειστή. Δεν υπάρχει δηλαδή η ροή που σου δίνει τη γεύση της ζωής και τη λαχτάρα να ζεις, που είναι αυτό το να δίνεις αγάπη πέρα από το να παίρνεις. Αυτή η λαχτάρα να αγαπήσουν, που είναι το επανεμφανιζόμενο χαρακτηριστικό της κατάστασης εδώ και τέσσερα- πέντε χρόνια (όχι από την αρχή της κρίσης, κάπου στη μέση της), τώρα τελευταία γίνεται όλο και πιο αισθητό και μία εκδήλωσή του είναι ακριβώς και αυτή που περιγράψαμε, αυτή η ανορθολογική μικρή επιχειρηματικότητα. Είναι και άλλα σημάδια, δεν είναι μόνο αυτό, είναι το πώς μιλούν οι άνθρωποι, το πώς δεν ακούν πια τους μηχανισμούς. Όταν πεις σε κάποιον «Να κάτσουμε να ακούσουμε ειδήσεις» θα σου πει «Άει παράτα  μας». Μόνο αυτοί που δεν μπορούν ν’ αλλάξουν το κανάλι βλέπουν ειδήσεις πια.

―Θα δούνε survivor, εντάξει.

―Αυτό είναι άλλο θέμα. Σας είπα, αυτό που επισημαίνω είναι πέρα από το σωστό και το λάθος. Εγώ σας μιλώ για την πολιτική ψυχολογία των ανθρώπων και λέω ότι σιγά-σιγά ξεμπλέκεται και αυτό είναι καλό για τη χώρα. Άλλο είναι να ζεις σε μία χώρα απελπισμένων και που αισθάνονται ότι δεν μπορούν να αγαπήσουν αυτόν τον τόπο, αυτό το περιβάλλον στο οποίο ζουν. Και άλλο να ζεις σε μία χώρα, όπου οι άνθρωποι σφίγγουν τα δόντια (και οι Έλληνες ξέρουν να σφίγγουν τα δόντια, όπως γνωρίζουμε), κατεβάζει το μυαλό τους ιδέες (οι Έλληνες κι αν είναι επινοητικοί…). Ακόμη κι αν η ιδέα είναι κοτσάνα… Και πολλές φορές οι Έλληνες κατεβάζουν ιδέες που είναι κοτσάνες, μη γελιόμαστε. Κάθε ιδέα που κατεβάζουμε δεν είναι σωστή, οι περισσότερες είναι στο τέλος για μίκυ μάους, αλλά εν πάση περιπτώσει… Βλέπετε λοιπόν ότι ξανακινούνται τα παλιά αντανακλαστικά όλης της ιστορικής τεχνογνωσίας που έχει συσσωρευτεί και αυτό είναι ελπιδοφόρο για τον τόπο γιατί μπορούμε και να αντισταθούμε καλύτερα… Όταν δεν είσαι παραιτημένος αντιστέκεσαι είτε λέγοντας όχι σε κάτι που είναι κακό είτε λέγοντας ναι στη ζωή. Με το να βάζεις στοίχημα τα λεφτά σου σε μία τέτοια κατάσταση θα πει ότι λες «υπάρχει ένα 5% να κερδίσω», αφού κανείς δεν βάζει στοίχημα με 0% πιθανότητες να κερδίσει…

―Εάν ολοκληρώσατε κύριε Σιδέρη, να πάμε σε ένα άλλο βιβλίο σας, το Μιλώ για την κρίση με το παιδί. Οι γονείς πώς θα έρθουν σε επαφή με το παιδί, τι να πουν αφού ήδη μέσα τους υπάρχει μια τρικυμία. Δεν υπάρχει αυτή η αυτοσυνειδησία που λέτε στο τέλος, η αυτογνωσία ούτε σε εκπαιδευτικούς, ούτε σε γονιούς… Άρα τι θα πουν με το παιδί;

―Αυτό το βιβλίο το έγραψα και είναι μικρό, δεν είναι μεγάλο, 150 σελίδες κι ούτε… Οι πρώτες 70 ή 80, το μισό βιβλίο δηλαδή, προσπαθεί να εξηγήσει στους γονείς τι συμβαίνει. Αυτό που λέμε, ότι τόσον καιρό ζούσαμε το αδιανόητο, ήταν η μεγαλύτερη κατάρα. Γιατί ένας γονιός που δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει δεν μπορεί να μιλήσει στο παιδί του γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα η δική του αγωνία τον πνίγει και θα κάνει λούτσα και το παιδί με τα απόνερά της. Δηλαδή η στενοχώρια του, τα νεύρα του, η κατάθλιψή του κλπ θα μεταδοθούν και στο παιδί. Το πρώτο που χρειάζεται λοιπόν είναι, στοιχειωδώς, οι γονείς, για να μπορέσουν να μιλήσουν στο παιδί, να έχουν μια επαρκώς σαφή ιδέα της κατάστασης των πραγμάτων. Δεν σας λέω να είναι ακριβής, τέλεια κλπ, αλλά να μπορούν να του διηγηθούν με απλά λόγια, που θα σας πω ποια είναι, το τι είναι ο κόσμος που ζούμε, σε ποια κατάσταση είναι η Ελλάδα σήμερα, τι σημαίνει η κρίση που ζούμε. Με πολύ απλό τρόπο, αλλά να μπορούν να το πουν.

Αυτό το βιβλίο προσπαθούσε να εξηγήσει πρώτα-πρώτα το ότι η κρίση αυτή δεν γεννήθηκε από τους κακούς Έλληνες, αλλά είναι καρπός μεγάλων μηχανισμών που είναι πολύ πάνω από την Ελλάδα. Όλη η Ευρώπη πέρασε από αυτό το πράγμα και η Αμερική, αν θυμάστε το 2008, κάπου από εκεί ξεκίνησαν οι ιστορίες με τις τράπεζες και την Lehman Brothers. Να μπορέσουν πρώτα να πούνε στο παιδί τους ότι «Παιδί μου, μη με κοιτάς και νομίζεις ότι εγώ τα έκανα θάλασσα», γιατί το παιδί συνήθως έτσι σκέφτεται «Οι δικοί μου οι γονείς δεν κατάφεραν να είναι εντάξει και είμαστε τώρα στα χάλια που είμαστε». Έπεσε και ο μηχανισμός της ενοχοποίησης των πάντων ότι «Εσείς φταίτε, κακοί Έλληνες, παλιάνθρωποι, μαζί τα φάγαμε κλπ.» και τους αποτελείωνε τους ανθρώπους. Έπρεπε λοιπόν να μπορέσουν οι άνθρωποι να αποκτήσουν μία περιγραφή της κατάστασης που να λέει ότι η κρίση είναι καρπός απρόσωπων μηχανισμών και όχι προσωπικών σφαλμάτων, που είναι ευρύτατοι. Και αυτό να το πουν με ιστορίες, που θα σας πω πώς θα μπορούσε να γίνει.

Δεύτερον, να πούνε στο παιδί ότι οι πρωταγωνιστές αυτής της κρίσης είναι το χρήμα και η δύναμη. Και αυτό μπορείς να το πεις στο παιδί πάντα. Αρκεί να πας στα παραμύθια που διαβάζει, όπου εκεί μέσα υπάρχει πάντα ο ισχυρός κακός που προσπαθεί να κάνει τα δικά του και να κυριαρχήσει στον κόσμο… Αν δείτε τα χελωνονιντζάκια για παράδειγμα, που συνιστώ θερμά στους γονείς να τα δούνε για να μιλήσουν στα παιδιά τους, θα δείτε ότι είναι το κλασικό σενάριο: Ένας ισχυρότατος κακός που έχει σκοπό να κυριαρχήσει στον κόσμο. Το ίδιο θέμα του James Bond, το πιο κλασικό από τα θέματα που μαγεύουν την ψυχή των παιδιών… Ο άρχοντας των δαχτυλιδιών, το ίδιο είναι: Ο κακός που θέλει το δαχτυλίδι της δύναμης για να κυριαρχήσει σε όλο τον κόσμο και να επιβάλει το κακό. Αν εξηγήσουμε στα παιδιά αυτά τα τρία πραγματάκια, το ότι η κρίση δεν είναι και καρπός των σφαλμάτων των γονέων του ή ενός-δυο-τριών ανθρώπων, αλλά είναι τεράστιοι μηχανισμοί απρόσωποι εκείνοι που οδήγησαν ολόκληρη κοινωνία, ολόκληρο σύστημα σε αυτή την τραγική κατάσταση, και όχι μόνο στην Ελλάδα, τότε προστατεύουν το παιδί τους από το να στραφεί εναντίον τους, σκεπτόμενο ότι «δε με προστατεύσατε, δε με αγαπάτε», ενώ δεν συμβαίνει αυτό. Το δεύτερο που πρέπει να ξέρουν οι γονείς είναι ότι,  αν έχουν μια κάποια περιγραφή της κατάστασης, του τι θα πει Ελλάδα στην κρίση, μπορούν μετά να του μιλήσουν και να του εξηγήσουν ποιο είναι το αντίδοτο στην κρίση. Το αντίδοτο στην κρίση έχει μερικά πολύ απλά συστατικά που μπορεί ο καθένας να τα πει. Το ένα είναι να πηγαίνεις κοντά στους δικούς σου ανθρώπους. Αυτά είναι μαθήματα ζωής, δεν είναι μόνο για την κρίση τη σημερινή. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουνε πας κοντά στους δικούς σου ανθρώπους. Δεν το παλεύεις μόνος σου. Πας κοντά στους δικούς σου ανθρώπους. Δεύτερον, μαζί με αυτούς –εκτός από το κοντά είναι και το μαζί– προσπαθείς να δεις τι γίνεται και τι θα κάνεις. Το τρίτο είναι η συνέπεια του προηγούμενου: σκέψη και προσπάθεια. Δηλαδή, το υπερόπλο των ανθρώπων σε όλες τις συνθήκες είναι το ότι μπορούν και σκέφτονται και σκέφτονται υπερβατικά. Μπορούν να φανταστούν έξι εναλλακτικές καταστάσεις και μετά να σχεδιάσουν και τον δρόμο για να πάνε σε αυτές. Σωστό ή λάθος ίσως, και πάλι, αλλά το ξαναλέω, η αξία του να σκέφτεσαι είναι πέρα από αυτό το δίπολο. Η σκέψη είναι που επιτρέπει στον άνθρωπο να μην είναι ποτέ στα αλήθεια εντελώς σκλάβος, αν η σκέψη του λειτουργεί. Και τέλος, να πούνε στα παιδιά ότι ακόμη και στην πιο άθλια οικονομική συνθήκη, υπάρχει ένα αγαθό που έχει τη μεγαλύτερη αξία στον άνθρωπο και είναι η αξιοπρέπεια. Αν αυτή δεν την χάσεις, υποφέρεις αλλά δεν έχασες τίποτε. Αν αυτή τη χάσεις, τα έχασες όλα και ας είσαι και σκασμένος και στο φαί και στα παιχνίδια κλπ.

Αυτό είναι το τι θα πούνε στο παιδί τους για το αντίδοτο που υπάρχει στην κρίση. Το πώς θα του το πούνε είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον από τα πράγματα που εκθέτω στο βιβλίο μου. Αυτά που λέμε εμείς οι μεγάλοι συνήθως με επιχειρήματα, τα παιδιά τα ακούν με απόλυτη αδιαφορία όταν τους τα πεις σαν επιχειρήματα και αναλύσεις, με λέξεις βαριές και ακριβείς βέβαια, αλλά βαριές. Αυτό που θέλουν τα παιδιά είναι να ακούσουν ιστορίες. Σας είπα πριν για την μηχανή που παρήγαγε την κρίση ότι αν προσφύγεις στα χελωνονιντζάκια θα βρεις τους μηχανισμούς μέσα. Αν πας στο βιβλίο του Τριβιζά «Η τελευταία μαύρη γάτα» θα δεις ακριβώς αυτό: πώς κάποια ομάδα ανθρώπων, κάποια συμφέροντα (θα του τη μάθεις και τη λέξη του παιδιού, αν δεν την ξέρει), για το συμφέρον τους, για το χρήμα, σκοτώνουν ανθρώπους, καταστρέφουν μια χώρα προκειμένου να κερδοσκοπήσουν. Αυτό γίνεται στην κρίση (αν δεν το καταλάβαμε ακόμη, ας το καταλάβουμε τώρα). Κάποιοι σκοτώνουν ανθρώπους και κοινωνίες για να κερδοσκοπήσουν και να ενισχύσουν την εξουσία τους. Μέσα από τέτοιες ιστορίες μπορείς να του εξηγήσεις τι γίνεται, τι συμβαίνει και το ότι με κουράγιο, μαζί με τους δικούς σου και με σκέψη θα τα καταφέρουμε (όπως όλοι οι ήρωες πάντα σκέφτονται και βρίσκουν βοηθούς στον δρόμο, σε όλα τα παραμύθια). Και με αυτόν τον τρόπο δίνουμε στο παιδί μας να καταλάβει μέσα από ιστορίες ότι και αυτό που συμβαίνει έχει όνομα, μπορούμε να το κατανοήσουμε, δεν είναι καρπός σφαλμάτων του γονιού ή πολύ περισσότερο των δέκα-είκοσι-τριάντα κακών Ελλήνων που ζούνε γύρω μας: Ότι το γέννησε αυτό που λέμε «ισχυροί μηχανισμοί» στη γλώσσα των μεγάλων, κάποιες ομάδες ανθρώπων με ιδιοτελή συμφέροντα,  που αντιπροσωπεύουν τον κακό της ιστορίας…

―Όταν πηγαίναμε στις τράπεζες μας λέγανε «Κύριε Ιωάννου εγκρίθηκε για σας ένα δάνειο, κάρτα…”  Αν τσιμπούσες δεν έφταιγαν αυτοί, εκείνοι τη δουλειά τους έκαναν… Για παράδειγμα εμένα μου τα έλεγε η Citibank η οποία δεν υπάρχει πια στην Ελλάδα. Έκανε τη δουλίτσα της και έφυγε… Θέλω, τώρα που οδεύουμε στο τέλος της κουβέντας, να δούμε λίγο και τα μεγάλα τα παιδιά. Εσείς τους βλέπετε όταν έρχονται στο γραφείο…

―Θέλω να κάνω ένα σχόλιο. Εάν υπάρχει μία ατμόσφαιρα, ένας σημαιοστολισμός στην πόλη και παντού ακούγονται μουσικές γύρω-γύρω και έχει εδώ κι εκεί μεγάλα τραπέζια και χοροστάσια κλπ που σου λένε «Έλα φάε, πιες και μην ανησυχείς, ο λογαριασμός θα πληρωθεί από αλλού» και πληρωνόταν επί πολλά χρόνια μέσα από τα περίφημα δανεικά που έπαιρνε το κράτος και τα μοίραζε όπου έβρισκε. Με συγχωρείτε, σε αυτή την περίπτωση, αυτός που εκμαυλίζει έχει λιγότερη ή ίδια ευθύνη με αυτόν που εκμαυλίζεται; Δηλαδή ποιος θα αρνιόταν αυτό το πράγμα; Πέντε-έξι που είχαν πνευματικό μυαλό και πέντε-έξι που είναι κολλημένοι κλπ και θα πούνε «Άσε δεν κάνει διότι… δεν ξέρω τι». Ένας άνθρωπος λογικός, αν τον καλούνε, όχι μια μέρα, επί τριάντα χρόνια τον καλούσαν, «έλα να φας να πιείς» και του δίνανε να φάει και να πιεί, τι να κάνει;

―Υπάρχει και ένας υπερδανεισμός ως χώρα…

―Μα αυτό δεν το επέλεξε ο μπάρμπα Μήτρος στα Άγραφα.

―Τους ψήφιζε όμως ο μπάρμπα Μήτρος. Και τους ξαναψηφίζει.

―Δεν έχει σημασία. Όταν οι μηχανισμοί κάνουν την προεπιλογή των υποψηφίων, στο τέλος ξέρετε τι απομένει. Όλη η προσπάθεια των εκλογικών μηχανών είναι να βρούνε χρήματα, και χρήματα δεν δίνει ο μπάρμπα Μήτρος. Πόσα να δώσει; Να δώσει ένα αρνί; Δύο; Δεν γίνεται με αυτόν προεκλογική εκστρατεία.

―Πώς ξεκίνησε ένα κίνημα προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, θα μπορούσε κι εδώ να υπάρξει ένα ανάλογο κίνημα που ρυθμιστής να είναι ο πολίτης και όχι τα κέντρα…

―Τα υγιή αντανακλαστικά μες στους ανθρώπους υπάρχουν. Δηλαδή, η αίσθηση της αλληλεγγύης, το να θυσιάσεις πράγματα για να κάνεις το καλό (βλέπε το τι κάνουν τόσοι άνθρωποι για τους μετανάστες, θαλασσοπνίγονται οι ερχόμενοι, θαλασσοπνίγονται και αυτοί για να τους γλιτώσουνε)… Υπάρχει μια τεράστια δύναμη μέσα στους ανθρώπους που τους ωθεί να κάνουν το καλό. Αλλά όταν οι μηχανισμοί σε καλούνε να πάρεις τον εύκολο δρόμο, είσαι σαν τον Ηρακλή, στο σταυροδρόμι της αρετής και της κακίας. Ή θα πηγαίνεις συνέχεια ανηφόρα, ανηφόρα, ανηφόρα… Πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος σε αυτές τις συνθήκες θα επέλεγε αυτό το πράγμα. Δεν μπορούμε να ρίξουμε ίδια ευθύνη στον στρατηγό και στον ημιονηγό. Το να λέγεται αυτό το πράγμα είναι φρικαλέο.

―Λέτε ότι τους τελευταίους μήνες κάτι έχει αλλάξει. Είναι ολοφάνερο ότι όλη η κίνηση ήταν για να σώσουν τις ξένες, ντόπιες τάχα τράπεζες. Έδωσε το κράτος εγγυήσεις 238 δισεκατομμύρια, και τις πούλησαν, έδωσαν 5,6,7 δισεκατομμύρια. Τις χάσαμε. Άρα γιατί να μη νοιάζεται ο πολίτης…

―Δεν το αποφάσισε ο μπάρμπα Μήτρος στα Άγραφα αυτό, το ξαναλέω.

―Ναι, αλλά το ότι το παιχνίδι είναι στημένο το έχει καταλάβει. Συμφωνούμε σε αυτό. Επομένως κάτι πρέπει να κάνει για να απεγκλωβιστεί από το ιερατείο το ευρωπαϊκό, το διεθνές, το ελληνικό…

―Αυτό που μπορώ να πω εγώ είναι ότι χρειάζεται ένα πολιτικό σχέδιο. Εμένα  η δουλειά μου εδώ και πάρα πολλά χρόνια είναι να μην επεξεργάζομαι τέτοια σχέδια. Θεωρώ ότι δεν είναι της αρμοδιότητάς μου, δεν… δεν… Όμως μπορώ να πω ότι το πρώτο που χρειάζεται σε μεγάλη κλίμακα είναι ένα πολιτικό σχέδιο. Υπάρχουνε πολιτικοί μηχανισμοί και κοινωνικοί μηχανισμοί, ας επεξεργαστούν διάφοροι, διάφορα τέτοια σχέδια, θα συζητήσουμε, θα τσακωθούμε γι’ αυτά και θα τα βρούμε.

―Αυτές οι προτάσεις όντως υπάρχουνε. Γιατί είναι άπιστος Θωμάς ο Έλληνας;

―Γιατί είναι δύσπιστος ο Έλληνας;

―Θυμάστε ο μακαρίτης ο Βλάσης Μπονάτσος στα τηλεπαιχνίδια του έλεγε «Έλα συ, φύγε συ». Θα μπορούσε και ο Έλληνας να πει «Σε ψήφισα μια φορά, δυο, άντε στο καλό, ο επόμενος, ο δεύτερος, ο τρίτος, ο ενδέκατος, ο δέκατος τρίτος». Γιατί δεν το ρισκάρει αυτό και είναι δεμένος στο μαντρί;

―Δεν είναι ακριβές τελείως αυτό το πράγμα. Δηλαδή κάθε τόσο… Με την μεταπολίτευση, έμεινε κάποια χρόνια ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος, τον έδιωξαν και σχετικά αδόξως. Μετά ήρθε το ΠΑΣΟΚ και, αν θυμάστε, μία από τις πιο δραματικές στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, η οποία δεν έχει αναδειχθεί και μελετηθεί, είναι η εξής: Ενώ ξεκίνησε το ΠΑΣΟΚ με πάρα πολλά όμορφα λόγια που ακόμα δεν είχαν διαψευσθεί στην πράξη… Θυμάστε τι όμορφα τα έλεγε, από λόγια ήταν άψογα και διαμαρτυρόταν η αριστερά ότι μας πήρες τις ιδέες και τα λόγια μας. Τόσο σπουδαία ήταν αυτά που έλεγε. Συν το ότι άρχισε να μοιράζει διορισμούς, δανεικά κλπ., να αυξάνει μισθούς, να αυξάνει συντάξεις… Και όμως, μετά από πέντε χρόνια, το ’86, οι άνθρωποι που αντιλήφθηκαν ότι παίζει βρώμικα, ότι υπάρχει αρνητικότητα, διαφθορά, παρά το ότι ταϊζόντουσαν και βαυκαλιζόντουσαν με τα ωραία λόγια, ωστόσο αντιστάθηκαν και στο τέλος τη ρίξανε την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Μην το ξεχνάμε αυτό το πράγμα. Αυτό θα πει ότι οι άνθρωποι έχουνε ηθικά αντανακλαστικά… Τα έβλεπαν τα μαύρα φίδια, γιατί οι Έλληνες δεν είναι τόσο καθάρματα όσο τους λέμε. Είναι ευφυείς, αλλά έχουν ένα αδύνατο σημείο και τσιμπάνε και γίνονται εύπιστοι παρά την επιφανειακή τους δυσπιστία, όμως στις κρίσιμες ώρες τον διώχνουνε τον άλλον… Τον διώξαν τον Παπανδρέου, διώξανε μετά τον Μητσοτάκη, κάθε τόσο κάποιον διώχνανε και από τους άλλους κυβερνήτες και υπουργούς…

Αυτό που συμβαίνει είναι το εξής: Εμείς οι Έλληνες (αν κοιτάξεις ακόμη και στην αρχαία γραμματεία την περιγραφή της ψυχολογίας των ανθρώπων) έχουμε μία βασική δομή που χαρακτηρίζει την ψυχοσύνθεσή μας, τον τρόπο που σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και λειτουργούμε ψυχικά. Αυτή είναι μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στο εγώ και το εμείς. Τι θα πει; Ότι ένας Έλληνας νιώθει καλά εάν αισθάνεται ότι είναι ένα ξεχωριστό εγώ μέσα σε ένα υπέροχο εμείς. Πρόκειται για μια τρομερή επινόηση της εξέλιξης, γιατί, πέρα από τα άλλα,  αυτή είναι η ανθρωπολογική βάση, το ανθρώπινο υπόστρωμα που γέννησε τη δημοκρατία. Η δημοκρατία βασίζεται στο ότι είσαι ένα ξεχωριστό εγώ, που παίρνεις τον λόγο, έχεις γνώμη ίση με όλων των άλλων, η πράξη σου, η ψήφος σου βαραίνει  ̶  και ταυτόχρονα δέχεσαι να ζεις μέσα σε ένα υπέροχο εμείς, μέσα σε ένα εμείς που αξίζει να του μιλήσεις, να το ακούσεις (γιατί δε μιλάς μόνο, ακούς κιόλας) και μετά αυτό το εμείς μπορεί να διαχειριστεί και τις αντιφάσεις του με την αρχή της πλειοψηφίας. Είναι πάρα πολύ απλή, αλλά αν το σκεφτείτε είναι καταπληκτική επινόηση. Δηλαδή δεν είμαστε μαζί μόνο όσοι συμφωνούμε, είμαστε μαζί και όλοι όσοι διαφωνούμε, γιατί έχουμε έναν κανόνα που είναι η δημοκρατία. Αυτό βασίζεται στο ότι έχουμε την αίσθηση ενός υπέροχου εμείς μέσα στο οποίο αξίζει να κάνεις τα πάντα. Αυτή είναι η έννοια του φιλότιμου, λέξη η οποία σπανίζει τελευταίως, κακώς, και δείχνει ακριβώς ότι για την τιμή του εμείς μπορείς να δώσεις τα πάντα και να γίνεις κι εσύ πολύ καλύτερος στις πράξεις, στα έργα, στην ψυχή, παντού.

Αυτό ωστόσο κρύβει και μια παγίδα μέσα του. Το ότι, αν συμπεριλάβεις κάποιον μέσα στο εμείς, τον θεωρείς ότι είναι δικός μου (κλασική ελληνική κουβέντα το «αυτός είναι δικός μας, παιδιά» ή «αυτός δεν είναι δικός μας»). Αν τον συγκαταλέγεις στους «δικούς μας», τότε είσαι σε έναν βαθμό εγκλωβισμένος ώσπου να απεγκλωβιστείς. Γιατί το μυαλό του Έλληνα (δεν θέλω να πω ότι μπορεί να μη συμβαίνει κι αλλού, αλλά για του Έλληνα που το έχω μελετήσει) κολλάει σε αυτό το σημείο ως εξής: «Δεν είναι δυνατόν ο δικός μου να με εξαπατά». Γι’ αυτό και πολλές φορές οι τόσο δύσπιστοι λόγω ευφυΐας και πονηριάς Έλληνες…

―Άρα παριστάνει τον οικείο ο ηγέτης. Μπαίνει στην καρδιά του…

―Αυτό το πάθαμε πάρα πολλές φορές. Ναι, μπαίνει. Μετά, ακόμη κι αν το βλέπεις μπροστά σου, λες «Μα δεν είναι δυνατόν, ο δικός μου… Παιδιά, δεν γίνονται αυτά».

―Ο Μπακούνιν λέει «Τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο για την ατομική ηθική του ανθρώπου από τη συνήθεια της διοίκησης. Ο κάλλιστος άνθρωπος, ο πιο έξυπνος, ανιδιοτελής, γενναιόδωρος, καθαρός, πάντοτε και αναπόφευκτα θα κακομάθει σε αυτή τη συναλλαγή (της διοίκησης)».

―Κοιτάξτε, οι αρχαίοι λέγανε «Αρχή άνδρα δείκνυσι». Δηλαδή για να δεις ποιος είναι κάποιος δες τον όταν ασκεί εξουσία. Αυτό είναι ολοφάνερο. Γιατί εκεί πέρα νιώθεις ότι φεύγεις από τα κοινά μέτρα των ανθρώπων, που σημαίνει ότι έχεις ένα προνόμιο που δεν το έχουν οι άλλοι, ενώ στην πραγματικότητα είναι λειτούργημα η άσκηση της αρχής. Γι’ αυτό και οι αρχαίοι, για μη τεχνικές λειτουργίες, τους αξιωματούχους  τους επέλεγαν με κλήρο. Κάθε πολίτης είναι ικανός.

―Πώς εξηγείται η λατρεία στον νυν πρωθυπουργό, το ’13, το ’14, αλλά και τώρα που είναι στην εξουσία;

―Όποτε υπάρχει κάποιος που έχει μιλήσει στην καρδιά των ανθρώπων και δεν επελέγη με αρνητικό τρόπο, αυτός αυτομάτως συγκαταλέγεται στους «δικούς μας». Είναι «δικός μας». Και το να ξεμπλέξεις με τον δικό σου που σε φέρνει σε δύσκολη θέση, αν το κρίνεις ότι σε φέρνει σε δύσκολη θέση, είναι πάντα πάρα πάρα πάρα πολύ δύσκολο. Αυτό είναι ίδιον της ελληνικής ψυχικής λειτουργίας. Είναι πάρα πολύ εύκολο να σου ανοίξει την καρδιά του ο άλλος αν σε βάλει στο «είσαι δικός μου» και πάρα πολύ δύσκολο να απεμπλακεί μετά συναισθηματικά. Το μυαλό του δεν βλέπει αυτά που βλέπουν τα μάτια του και γι’ αυτόν τον λόγο περάσαμε πολλά.

―Πέστε μια κουβέντα για τον εγκέφαλο. «Ο εγκέφαλος του ανθρώπου αναπτύσσεται αντιστρόφως ανάλογα από το συναίσθημά του». Πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος;

―Σε ποιο επίπεδο; Γιατί πρέπει να μιλάμε…

―Την επόμενη φορά λοιπόν θα καταπιαστούμε με τη λειτουργία του εγκεφάλου…

―Πολύ ευχαρίστως, αλλά αν θέλετε να έχετε μια ιδέα για το πώς λειτουργεί, μπορείτε να φανταστείτε ότι είναι αυτό που δεν φαίνεται και παράγει αυτό που φαίνεται. Δηλαδή οι σκέψεις, τα συναισθήματά μας και οι συμπεριφορές μας από κάτω έχουν κάποια γρανάζια, κάποιες ροδέλες, κάποιες συνδέσεις, αυτό που λέμε οι νευρώνες και οι συνάψεις που φτιάχνουνε δίκτυα μέσα στα οποία κυκλοφορεί πληροφορία και στο τέλος, πατώντας ένα κουμπί, πάει το ρεύμα από αριστερά και μετά αριστερά και μετά δεξιά και βλέπεις να σηκώνεις το αριστερό σου χέρι ή πάει δεξιά και πάλι δεξιά και μετά αριστερά και σηκώνεις  το δεξί σου χέρι.

―Άρα ο εγκέφαλος δεν φταίει για το χάλι μας, απλά διεκπεραιώνει…

―Τα κοινωνικά φαινόμενα είπαμε να μην τα ψυχολογικοποιούμε… Αν λοιπόν φτάσουμε να λέμε  ότι οι εγκέφαλοι είναι η ιστορία,  θα παλαβώσουμε τελείως.