Ι

 

Αυτό τ’ αλλόκοτο αηδόνι απόψε

Έπιασε να υφαίνει το κορμί του

Και χορδές εμποτισμένες μάγια

για το λαρύγγι του

Εδώ, καθώς στάθηκε στα ερείπια

των ανθρώπων.

 

Από νωρίς το φύλλωμα προμήνυε

Φαρμακεία κλειστά λόγω θαύματος

Καθώς ένας άνεμος όπως το χέρι σου

στοχαστικός

Έπλεκε άλλη μια φορά φορέματα

ενός νόστου

Πλάθοντας τα κατάλληλα νησιά

και τέρατα

Δίχως να χάνεται στα ερείπια

των ανθρώπων.

 

Η ώρα υπάκουσε και  πέρασε

και ήρθαν

Αστερισμοί χτισμένοι στους  ταρσανάδες

του μπαρμπα-Καιρού

Ντυμένοι ονόματα γεννήτρες νοημάτων

(Αν θέλεις το πιστεύεις, ναι:

Ονόματα

Γεννήτρες

Νοημάτων!)

Αν ήθελες  τους  άγγιζες, μόλις μια πιθαμή

θεού

Πάνω  από τα έκπληκτα ερείπια

των ανθρώπων.

 

Κάπως έτσι μας βρήκε αυτή η αλλόκοτη

νύχτα απόψε:

Να ξεφυλλίζουμε περιοδικά στη βεράντα

Ν’ αποκρούομε ειδήσεις διαφημίσεις

Στην τηλεόραση του κοιμισμένου γείτονα

Εκπέμποντας περίτεχνες φωνές

του καθενός μας

Σίγουροι ότι εμείς εδώ

Καθώς γνωρίζουμε και γραφή κι ανάγνωση

Θα ήταν αδιανόητο

Να βρεθούμε πλακωμένοι απ’ τα ερείπια

των ανθρώπων.

 

Αυτό τ’ αλλόκοτο αηδόνι, λοιπόν, απόψε

Ξεκίνησε δίχως να βιάζεται

Από τα Κλεισορέματα, λαλιά του δήμου

Από τις Πλάτρες της αγρύπνιας σου, Γιώργο Σεφέρη

Από την τρυφερή σου νύχτα, Γιάννη Κητς

Τους ερωτευμένους δακτύλους

του ραψωδού σου, Ελένη

Κι ήρθε και κάθισε στους ώμους

όλων μας.

Δεν κοίταζε κανέναν, ούτε έβηχε

Μόνο που σειόταν κάθε τόσο ελάχιστα

Έτσι που κάνουν πάντα τα πουλιά στα κλώνια

Για να ισορροπεί   σ’ ό,τι θα έλεγε

Εδώ, ανάμεσα στα λυγρά ερείπια

των ανθρώπων.

 

Είπε πολλά. Είπε και λίγα.

Για εξατμισμένες θεότητες και θάλασσες

Για τεχνητές εκλάμψεις μέταλλα δαχτυλίδια

Για σκοτεινούς φρουρούς που δεν σαλεύουν

Κι ας μη θυμούνται πια τι είναι εκείνο

που φυλάνε τόσο

Για δύο ασυρματιστές σε πλοίο φάντασμα

που πλανιέται βέβαια

Σε καιρούς χωρίς να φτάνει πουθενά

Το  πουθενά είν’ ο προορισμός του

Κι εκείνοι από ‘κει λαμβάνουν σήματα

μόνο λησμόνησαν

το κλειδί του κώδικα

Κι  έτσι παραδομένοι μένουν

ν’ αφουγκράζονται

Περιγραφές και οδηγίες για λιμάνια

Κλειδωμένα πια ερμητικά

Συντρίμμια μουσικής και σημασίας

Απόηχους που τους κρατούν σ’ εγρήγορση

όχι χωρίς απόλαυση

Καθώς εκείνη του πυρομανούς

που έβαλε φωτιά

στα ρούχα

της μητέρας του

και αγαλλιά

κοιτάζοντάς την

Να περιφέρεται φλόγες κι αποκαΐδια

Φωτίζοντας και ραίνοντας με στάχτες

Σπασμένες πια επιγραφές άτοπα ρήματα

Που διακοσμούν τα μάταια ερείπια

των  ανθρώπων.

 

Αυτό τ’ αλλόκοτο αηδόνι, απόψε,

Ζωγραφισμένο και με λάθος χρώματα

Πετάει από κλαδί σ’ άλλη σελίδα

Κάτι μας λέει

Γερμένο στα μισά κλαδιά του ανέμου

και στα μισά μας

χείλη, φίλοι.

«Δείξτε μου στάμνες το νερό

Και πόδια μου τον δρόμο»;

Ίσως.

Ίσως –