Είχα προτείνει στους διοργανωτές ένα στρογγυλό τραπέζι με θέμα «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας». Δεν βρέθηκαν άλλοι πρόθυμοι να μετάσχουν σε κάτι τέτοιο. Σύμπτωμα άραγε κι αυτό της δυσκολίας να αναφερθούμε στην πιο προσωπική πτυχή αυτής της ιστορίας;

Ανήμερα μετείχα, κατά τα ειωθότα, σε τηλεοπτική εκπομπή. Ο δημοσιογράφος ρωτά τον δόκιμο σκηνοθέτη Σπύρο Ευαγγελάτο γιατί δεν έχουμε ακόμη κατορθώσει να δημιουργήσουμε σκηνικές αναπαραστάσεις του Πολυτεχνείου.

Αργότερα, σε εφημερίδα, λεγόταν το ίδιο: πώς το Πολυτεχνείο δεν έχει βρει θέση, ως αφίσα, σε κανένα φοιτητικό δωμάτιο.

Απ’ ότι ακόμη ακούσαμε εδώ, από την κυρία Κόκκαλη, ούτε ο ελληνικός κινηματογράφος μπορεί να παρουσιάσει μια τέτοια σκηνική αναπαράσταση.

Τέλος, η ίδια η αφίσα του συνεδρίου, σε μια πρόχειρη σημειολογική της ανάγνωση, δείχνει το ίδιο κενό της αναπαράστασης: Καμιά εικόνα και το παν συμπυκνωμένο σε μια στιγμή«1973».

Η απάντηση του ανθρώπου του θεάτρου ήταν ότι τα 20 χρόνια που πέρασαν δεν ήταν αρκετά για κάτι τέτοιο — πράγμα που αφήνει βέβαια αναπάντητο το αίνιγμα, αν αναλογισθούμε (απαριθμώ πρόχειρα) τους Πέρσες του Αισχύλου, την Guernica του Picasso, το Προείκασμα Εμφυλίου Πολέμου του Dali, τη φωτογραφία του ρεπουμπλικάνου στρατιώτη που πέφτει στον ισπανικό εμφύλιο ή, πιο κοντά μας, τον Τσε Γκουεβάρα.

Όπως και νά ‘ναι, η απάντηση αυτή ήταν, για μένα, επαρκώς ανεπαρκής, ώστε να παραμείνει ζωντανό μέσα μου το ερώτημα σχετικά με το αδύνατο της αναπαράστασης, το μυστήριο, το αίνιγμα της κενής εικόνας, που χαρακτηρίζει αυτή την αναφορά.

Βεβαίως, λόγοι ιστορικοί και πολιτικοί, μηχανισμοί ιδεολογικοί και λογικοί συμβάλλουν σ’ αυτή την αποσιώπηση. Όμως, και αυτοί οι λόγοι και μηχανισμοί οφείλουν, για νά ‘ναι αποτελεσματικοί, να προσφύονται σε βαθύτερες ψυχικές δυναμικές. Κι ακόμη περισσότερο, οι δυναμικές αυτές είναι αναγκαία προϋπόθεση για να ερμηνεύσουμε το πιο αξιοσημείωτο — και, ίσως, πιο συμπτωματικό σημείο: Το ότι αυτοί που «έκαναν το Πολυτεχνείο» (τί φράση! ), κι αυτοί δεν κατορθώνουν να πληρώσουν την κενή εικόνα — είναι κι αυτοί ακόμη δέσμιοι του αδύνατου τη αναπαράστασης.

Αυτό το αίνιγμα της κενής εικόνας αναδεικνύεται πιο έντονα, αν αντιπαραβάλλουμε αυτό το «σκηνικό κενό» με το ότι ο κόσμος των λέξεων (λυρικού-αφηγηματικού χαρακτήρα) έχει υπεισέλθει σ’ αυτό το παραστατικό πεδίο. Ίσως γιατί οι λέξεις, εκ φύσεως, εγκαθιστούν μια απόσταση (ασφαλείας…) ανάμεσα στο νοερό απείκασμα και στο πράγμα. Ίσως πάλι γιατί, όσο μπορώ να γενικεύσω, η υποκειμενική σ’ αυτά τα πλάσματα του λόγου πρόταση-θέση είναι η ακόλουθη:

Ήταν υπέροχο. Όμως δεν κράτησε για πάντα.

Αν θέλουμε να αναδείξουμε τον ψυχικά σημαντικότερο πυρήνα αυτής της θέσης, φτάνουμε στην πρόταση-φαντασίωση

Ήταν άνθρωποι όμως

Άνθρωποι όταν «έκαναν το Πολυτεχνείο», «άνθρωποι» και μετά. Ο ψευδοαπομυθοποιητικός λόγος αφηγημάτων, όπως «Η Αρχαία Σκουριά», που στήνουν σκηνικά από την εύκολη οπτική γωνία του «είχαν ανθρώπινες αδυναμίες όμως» (ατομικές ή οικογενειακές «τρύπες» ή «νευρώσεις», μικρότητες, συμβιβασμοί, «απαρνήσεις»…), εικονογραφούν τη συμπτωματική σημασία αυτού του «όμως». Το οποίο, συμπτωματικά και προς ερμηνεία, υποδηλώνει τη λανθάνουσα απογοήτευση της προσδοκίας «να μην είχαν (ανθρώπινες) αδυναμίες…». Προσδοκία, προφανώς, τόσο εξωπραγματική, που, ακριβώς επειδή είναι πραγματολογικά ανυπόστατη, διαιωνίζεται λόγω της υψηλής ψυχικής της αξίας.

Απ’ τη σκοπιά των ψυχικών διαδικασιών, και ιδιαίτερα από την ψυχαναλυτική σκοπιά, η πρωταρχική υπόθεση σχετικά με αυτό το μυστήριο, το αίνιγμα, είναι το ότι στον τόπο αυτής της κενής εικόνας αντιστοιχεί κάτι ψυχικά πολύ σπουδαίο και, ταυτόχρονα, ακραία ανυπόφορο. Ότι αυτό το κενό είναι μνημειακό ερείπιο, που υποδηλώνει και συγκαλύπτει ταυτόχρονα κάποιο βαθύτατο τραύμα ψυχών. Τόσο βαθύ, που ο τρόπος κυριάρχησής του είναι η άρνησή του με τη μορφή του αδιανόητου, του αφάνταστου, του κενού.

Τί μπορεί νά ‘ναι αυτό το ανυπόφορο, το τραυματικό, που αναφέρεται στην εξέγερση του Πολυτεχνείου;

Η εξέγερση είναι απόλαυση.
Η εξέγερση είναι και άγχος.

Η παραδεδομένη τάξη των πραγμάτων υφίσταται πλήγματα και, ιδεωδώς, καταστρέφεται. Η καταστροφικότητα ως μέσον ελευθέρωσης γεννά λοιπόν την διφορούμενη απόλαυση της καταστροφής — και το άγχος που μια τέτοια οριακή απόλαυση θα μπορούσε να τροφοδοτεί.

Στην εξέγερση, οι φραγμοί των άδικων νόμων καταρρέουν, συμπαρασύροντας, στην πρακτική της εξέγερσης και στη βίωσή της, κάθε φραγμό: Η στιγμή «που είν’ όλα μπορετά» και που «απαγορεύονται οι απαγορεύσεις». Μια τέτοια απόλαυση εύκολα βρίσκει θέση στην ευχή «Ας κρατήσει για πάντα». Και, καθώς καθένας ξέρει πως ούτε για πάντα θα κρατήσει, αλλά κι αν κρατούσε για πάντα κανείς δεν ξέρει ως πού θα μπορούσε να φτάσει, το άγχος ανοίγει το δρόμο του ξανά.

Σ’ αυτό το γόνιμο υπόστρωμα απόλαυσης και άγχους, που χαρακτηρίζει κάθε εξέγερση, το Πολυτεχνείο θα επιτυπώσει τη δική του ιδιαίτερη εκδοχή:

Πολιτική διατυπωμένη με όρους ιδεωδών (πάθος για την ελευθερία, απόλυτη αξία του λόγου, θυσία), μαζί με την αίσθηση θαλπωρής και φλόγας της εξέγερσης: το μίγμα — η σύντηξη — απολλώνιου και διονυσιακού δε μπορεί παρά νά ‘ναι μεθυστικό.

Η εξέγερση είχε τον χαρακτήρα οργιαστικής απόλαυσης, βακχικής οικειοποίησης του Απόλυτου Αγαθού, ιερής πληρότητας από την παρουσία του μέσα στον καθένα.

Η συμμετοχή στην πράξη καταστροφής του τυραννικού αυθέντη έδωσε μορφή σε μια υπέρτατη ηθική αναφορά — αυτή που κυρίως αντιπροσωπεύει σήμερα το Πολυτεχνείο. Και στον κοινωνικό λόγο και στο επίπεδο αυτών, που ενσαρκώνουν τη «γενιά» (τί λέξη! ).

Αυτό που η «γενιά» αυτή ευχόταν («Ας κρατήσει για πάντα!» ) κι αυτό που φοβόταν («Μη χαθεί…» ) βρέθηκαν στην πορεία αντιμέτωπα με την ιστορία. Επιχειρήσεις ιδιοποίησης-ακύρωσης του συμβόλου (οι πρώτες εκλογές, το ’74, κι οι κατοπινές συγκρούσεις γύρω από την επέτειο μαρτυρούν γι’ αυτό). Και ανημπόρια διαφύλαξης του «δικού μας» Υπέρτατου Αγαθού, που η «γενιά» βλέπει να της ξεφεύγει, καθώς περιθωριοποιείται στο χώρο των σκοπιμοτήτων, των συμφερόντων και των συσχετισμών δύναμης, που διαμορφώνουν το νέο «τοπίο του λόγου και της φαντασίας».

Αυτή η απώλεια του «δικού μας Αγαθού», που τόσο δεσπόζει στην ψυχή μας, καλεί στο πένθος. Κάλεσμα που, για τη «γενιά», μεταγράφεται σ’ αίσθημα εγκατάλειψής της απ’ το τόσο πολύτιμο κι αγαπημένο σύμβολο. Κι απώλεια, που μεταγράφεται σ’ αίσθημα εσωτερικού κενού, στο μέτρο που το «πράγμα» αυτό θεμελίωνε την αίσθηση μιας ύπαρξης με νόημα.

Ανήμπορη να σώσει τον εαυτό της, τον ταυτιζόμενο μ’ αυτό το αγαθό, που την εγκαταλείπει, η «γενιά» αισθάνεται προδομένη απ’ το είδωλο, που ταυτίστηκε με τον εαυτό της. Οργή και παράπονο πνίγονται στο αδιέξοδο, που γεννά το δίλημμα: «Αν εκφράσω την οργή μου απέναντι στο είδωλο, που σαν εικόνα με συγκρατεί, όλα χάνονται». Ο δρόμος του πένθους ανακόπτεται απ’ την αμφιθυμία και η ηθική επιταγή επιστεγάζει πια το ανείπωτο μεγαλείο της μελαγχολίας.

Το μυστήριο της κενής εικόνας είναι η απάντηση που ταιριάζει εδώ. Ως άρνηση αποδοχής της αδιανόητης απώλειας, ως άρνηση περαίωσης του πένθους. Ως άρνηση της «ενώπιος ενωπίω» σχέσης με την εικόνα, η οποία, αντίθετα από την απόσταση που εισάγουν οι λέξεις, τείνει να αιχμαλωτίζει στη σαγήνη της και, ίσως, συμπαρασύρει στον χαμό της κι αυτόν που καθρεφτίζεται, ως όμοιος, σ’ αυτήν.

Η οργιαστική στιγμή της εξέγερσης, της οικειοποίησης του Υπέρτατου Αγαθού, διαμορφώνει το συσσωμάτωμα «εγωμείς»: Την αίσθηση του Ιδεώδους Όλου, της μετοχής στην Τέλεια Πληρότητα, που εκφράζει ο Δ. Σολωμός:

«Κι εσύ σε σέ ‘χεις μέρος»

Είναι εποχή ολικών δεσμεύσεων.

Η στιγμή της μελαγχολίας, αποχωρίζοντας το Ιδεώδες από το συσσωμάτωμα, επιτρέπει τη διαμόρφωση του «εμείς»: Κανείς ακόμη «εγώ» — το Ιδεώδες δεν αποτελεί ακόμη συμβολική αναφορά στην προσωπική ιστορία, αλλά εικόνα ταύτισης με το κοινό της «γενιάς» — του ζωντανού μνημείου, που δε μπορεί να φαντασθεί το αδιανόητο. Εποχή κομματισμών και αναχωρητισμών.

Οι προσωπικές διαδρομές, από κει και πέρα τοποθετούν το Ιδεώδες πια εκεί που ανήκει: Μια λέξη μετασεσημασμένη — και μια κάποια νοσταλγία. Ένα σύμβολο — πια χαμένο ως ίδιο πράγμα ή γνώρισμα. Καθένας θα μπορούσε πια να μιλήσει εξ ονόματός του.

Ο λόγος, σχετικά με τέτοια πράγματα, μπορεί έγκυρα να διατυπωθεί όταν το φανταστικό δράμα, που παίζεται στις σκηνές της ψυχής, είναι ώριμο για τη λύση του. Και, μαζί, για τη λύση τέτοιων αινιγμάτων, όπως το μυστήριο της κενής εικόνας.

Το κενό είναι η απάντηση στην απαίτηση ανάδυσης μιας εικόνας που θα διέσωζε το πράγμα και, μαζί, αυτόν που ταυτίζεται μ’ αυτό. Μιας εικόνας, που θά ‘ταν η ολική και τελική κυριολεξία — και άρνηση του χρόνου, της απώλειας και του πένθους.

Από τη στιγμή, που ο «τρίτος» (ενσαρκωμένος εδώ σαν δημοσιογράφος) βρίσκει θέση στο λόγο για μια τέτοια ηδονική πληγή, γι’ αυτό το μέγα-και-μυθικό ζητούμενο. Από τη στιγμή, που τ’ αυτί μας ακούει και η λαλιά μας αναδέχεται και προσφέρει τον λόγο αυτό. Από τη στιγμή, που η ανάμνηση δεν αντιπροσωπεύει «γνώρισμα του Όλου», αλλά «νοσταλγία του (όποιου) καθενός». Απ’ αυτή τη στιγμή η απαίτηση της ταυτοποιούσας εικόνας μπορεί να δειχτεί ως αυτό που είναι: κενό.

Το κενό αυτής της αδύνατης κυριολεξίας δείχνει το χώρο όπου η ιστορία θα μπορούσε να γίνει μεταφορά και «λόγος ξυνός» («Του λόγου δ’ εόντος ξυνού ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν», μας παραδίδει ο Ηράκλειτος). Η αναδοχή της ιστορίας προϋποθέτει αποδοχή του έργου του χρόνου και του πένθους.

Ας αφήσουμε το κενό να κάνει το έργο του. Να στήσει τη σκηνή, όπου, υπό την αιγίδα του λόγου πια, θα μπορέσουν κάποτε να μορφοποιηθούν οι φαντασιώσεις, έτσι όπως τους πρέπει, σ’ αυτά τα πεδία: σαν ιστορία.

ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΤΙΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΟ ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ,
ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
2-4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1994