Σημειώσεις για την ομιλία του Νίκου Σιδέρη στην παρουσίαση του βιβλίου της Αλεξάνδρας Σουλαδάκη «Τι μαγειρεύουν πάλι αύριο, μου λέτε;… θα σας πω εγώ…», εκδόσεις Επίκεντρο.

 

Το πρώτο ερώτημα μάλλον είναι το εξής: Γιατί προθυμοποιήθηκα να μιλήσω γι’ αυτό το θέμα;

Πρώτο, μακράν: Επειδή το ήθελα. Με την Αλεξάνδρα έχουμε φάει μαζί ψωμί κι αλάτι.

Ειδικότερα, ωστόσο, μου έχει ήδη κινήσει το ενδιαφέρον και έχω δημόσια μιλήσει και γράψει για το θέμα “Αναπαράσταση του κόσμου στη γλώσσα του φαγητού”. Ένα δείγμα είναι το ακόλουθο:

«Ξέρεις, σήμερα το πρωί, χαράματα, μου τηλεφώνησε η θεία Κατερίνα… ξέρεις, η άπιαστη μαγείρισσα. Μου κάνει φοβερή εντύπωση, όποτε μου μιλάει αυτή η θεία. Άμα την ακούσεις, σου δίνει την αίσθηση πως η ματιά της, το βλέμμα της, ο νους της ολόκληρος ποτέ δεν κορέννυται, ποτέ δεν μπουκώνει από τα φαγητά που φτιάχνει, τόσα χρόνια τώρα… βασικά, τα ίδια, μικρές παραλλαγές, εδώ και σαράντα περίπου χρόνια. Ε, λοιπόν, όταν σου μιλά γι’ αυτά… μιλάει τόσο παραστατικά, με τόση ζωντανή δροσιά και έκπληξη, και στέκεται με τόση αυθεντικότητα σε κάθε λεπτομέρεια… σε  κ ά θ ε… που μου κάνει φοβερή εντύπωση. Λέει, για παράδειγμα: “Να περάσεις, Μιχάλη μου, όποτε θέλεις, να μας δεις, και να καθίσουμε να φάμε, ό,τι έχουμε… Δεν είναι ανάγκη να μου πεις προηγουμένως, έλα να φάμε όποτε εσύ το θέλεις… Θα κόψω ντοματούλες δροσερές και αγγούρι από τον κήπο το δικό μας, φρέσκο φρέσκο, θα βάλουμε αλάτι και πιπέρι και λαδάκι, θα φάμε και θα ευχαριστηθούμε όλοι μας…” Τέτοια διήγηση για ντοματοσαλάτα, να καταλάβεις. Την ακούω κι αισθάνομαι ότι το βλέμμα της και το μυαλό της δεν πρόκειται να εθισθεί ποτέ… να προσπεράσει αδιάφορο αυτές τις λεπτομέρειες. Δεν ξέρω αν ίσως υπερβάλλω… αλλά, πραγματικά, η σχέση της με ό,τι το φαγώσιμο –κινήσεις, υλικά, μορφές και τρόπους– είναι μια σχέση αιώνιας νεότητας… μια ατελείωτη πρώτη φορά, παρθένα… γεμάτη έκπληξη, γεμάτη δέος, θαυμασμό και ευχαρίστηση. Έχω διαβάσει ότι αυτό συμβαίνει και με τους γιόγκι… ότι στο εγκεφαλογράφημά τους φαίνεται καθαρά ότι ο νους τους βρίσκεται σε διαρκή γαλήνη-και-εγρήγορση… πως δεν εθίζεται ποτέ στην αίσθηση του κόσμου… Ε, και η θεία η Κατερίνα έτσι φέρεται. Βρισκόμενη σε μια διαρκή εγρήγορση απέναντι στην πάντοτε γι’ αυτήν καινούργια θέα του ίδιου πράγματος… Μυστήριο… αλλά πολύ διδακτικό… αυτή η δύναμη της έκπληξης… αυτό το ανεξάντλητο του πεπερασμένου. Όντως, ο κόσμος για τη θεία είναι “αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας”, με έμφαση βεβαίως στο “μικρός”… Ο κόσμος για τη θεία, έτσι νιώθω, δεν είναι μια θεώρηση πραγμάτων. Ο κόσμος για τη θεία είναι, ταυτόχρονα, το αέναο ξεδίπλωμα, το ξαναδίπλωμα, η άμεση εμπειρία, η ανάμνηση και η διαρκής ανάγνωση… κάτι σαν το Ευαγγέλιο… μιας ανεξάντλητης υπαρξιακής εμπειρίας – των γαστρονομικών στοιχείων, υλικών, ενεργειών κι αναφορών… Τι να σου πω… Καμιά φορά… αν όχι πάντα… θαυμάζω αυτή την ικανότητά της…»

«Θα ήθελα να τη γνωρίσω πιο καλά, κι από κοντά, αυτή τη θεία… να μου πει και μένα συνταγές της… Θα μου το κάνεις το χατίρι, ε;»

«Και το ρωτάς; Βεβαίως… κι εγώ θα ’θελα να σε γνωρίσει… Θα χαρεί πολύ… Να το κανονίσουμε… μπορεί κι αυτό το Σάββατο… εντάξει;»[1]

 

Αλλάζοντας τ’ όνομα, βρίσκεις το πράγμα: Βάζοντας όπου “Κατερίνα”, “Αλεξάνδρα”, συναντάς ακριβώς αυτό που κινεί το βιβλίο της Αλεξάνδρας: Την αιώνια νεότητα της εμπειρίας που ξαναγεννιέται παρθένα σε κάθε συνάντηση με τα ίδια, απλά και αγέραστα πράγματα. Όντως “ο κόσμος είναι απλός” (κατά Γιώργο Σεφέρη)  ̶  αν είσαι έτοιμος κοινωνός γι’ αυτή τη θεία απλότητα.

Η θεία Κατερίνα του μυθιστορήματος (πρόσωπο υπαρκτό) είναι η ενσάρκωση της εμπειρίας του κόσμου μέσα απ’ τη γλώσσα του φαγητού.

Το βιβλίο της Αλεξάνδρας είναι μια αφηγηματική γενεαλογία μιας αντίστοιχης μαγικής σχέσης με το μαγείρεμα. Ή, αλλιώς, μια εικονογράφηση του πώς τα ίχνη της προσωπικής ιστορίας (ευχάριστα ή δυσάρεστα, όπως π.χ. η δικτατορία) συστηματοποιούνται σε μια υψηλά εξιδανικευμένη, μετουσιωμένη αναπαράσταση και σχέση με το φαγητό.

Είναι μια χορταστική αναδιήγηση των σημαδιακών συναντήσεων ανάμεσα στην προσωπική ιστορία, ενίοτε και στη μεγάλη Ιστορία, από τη μια, και στην εμπειρία του φαγητού, που οδηγεί σε μια σχέση τελικά προσωπική μ’ αυτό το σύμπαν.

Στις ιδιαίτερες αρετές της γραφής της Αλεξάνδρας συγκαταλέγονται σχόλια και καλαμπούρια άκρως νόστιμα, διατυπωμένα σε μια γλώσσα ελαφριά, άμεση, εύπεπτη και καρυκευμένη.

Όσο πιο βαθιά βουτάμε στα έγκατα της ψυχής, τόσο οι αναφορές στις στοματικές εμπειρίες και απολαύσεις πληθαίνουν και δεσπόζουν. Επειδή η στοματική εμπειρία είναι αρχαϊκή θεμέλια γλώσσα της ανθρώπινης κατάστασης. Ας θυμηθούμε με πόση απόλαυση λέμε σε ένα πλάσμα που αγαπάμε πολύ “Θα σε φάω!!!”… Ή ότι η ομορφιά είναι “Να την πιείς στο ποτήρι”… ‘Η πώς το “Δε μ’ αρέσει” γίνεται “Το φτύνω”… Ή πώς η πιο άγρια, φονική καταστροφικότητα συνοψίζεται στο “Πάνω τους και τους φάγαμε!” και στο αντίστοιχο “Μ’ έφαγες μπαμπέσικα!”. Ή πώς η σεξουαλική απόλαυση εκδηλώνεται με φιλιά, δαγκωνιές, αλλά κι εκφράσεις όπως “Γλύκα μου!” κι άλλες ακόμη, για την ίδια τη σεξουαλική πράξη, πιο μύχιες…

Σε ένα τέτοιο λουτρό στοματικότητας, τα πράγματα και οι λέξεις συμπλησιάζουν τόσο, που ανεπαισθήτως και η εμπειρία της λέξης μετατρέπεται σε εμπειρία του πράγματος. Έτσι που λέμε “Ο λόγος σου με χόρτασε” ή, όπως αναφέρει η Αλεξάνδρα στη σελ. 102, όταν ασχολείσαι με το φαγητό “Όλα θέλουν να τους μιλάς”.

Οι λέξεις της Αλεξάνδρας, με τρόπο τόσο μαγικό όσο και αυτονόητο, αφήνουν αυτήν ακριβώς την επίγευση: Ότι χορταίνουμε απολαμβάνοντας, τρώγοντας λέξεις και ιστορίες.

Ας την ευχαριστήσουμε γι’ αυτό.  Για την τόση νοστιμιά και γενναιοδωρία. Και, αφού αυτό είναι κάτι που με την καρδιά της μας προσφέρει, φάγετε εξ αυτού πάντες.  Ή, με την άδειά της: “Κοπιάστε να φάμε!”


[1] Νίκος Σιδέρης, Ερωτικό τραγούδι, Καστανιώτης, Αθήνα 1998