Η στάση των ανθρώπων διέπεται μεν από πραγματικότητες, αλλά στηρίζεται σε βεβαιότητες

Οι Δημοτικές εκλογές οδήγησαν στη διαπίστωση ότι κάτι ουσιώδες αλλάζει στην πολιτική μας ζωή. Αυτό το «κάτι» διατυπώνεται (ακόμη) με μορφή κατά κανόνα αποφατική: Απαλλαγή από τα πλέγματα του εμφυλίου. όχι πια αγοραίος αντιδεξιισμός. δεν θεωρείται πια αδιανόητη η ψήφος δεξιών υπέρ κομμουνιστών κι αντίστροφα κλπ.

Η αποφατική αυτή διατύπωση υποδηλώνει ίσως, αλλά δεν καταδείχνει σαφώς τί το ουσιώδες αλλάζει, τί διακυβεύεται και με ποιον τρόπο. Τί τείνει να αντικαταστήσει αυτό που τείνει να χαθεί.

Επιχειρώ να σκιαγραφήσω με βραχυλογία αυτό το ουσιώδες σ’ ένα επίπεδο κάπως βαθύτερο. Σ’ αυτό των δομικών διανοητικών σχημάτων και λειτουργιών, των νοοτροπιών που πάνω τους προσφύονται οι πολιτικές ιδέες και συμπεριφορές. Επιχειρώ να δείξω ότι αυτό που αλλάζει είναι η θέση και υπόσταση του άλλου στην πολιτική διαδικασία.

Η πολιτική είναι ο χειρισμός μιας σχέσης αντιπαλότητας με τον άλλον, με αντικείμενο τη διαχείριση των κοινών και με τη χρήση εμπρόθετου καταναγκασμού.

ΔΥΟ ΛΟΓΙΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΟΤΗΤΑ

Όμως, μια σχέση αντιπαλότητας μπορεί να είναι δυο λογιών: αδιαμεσολάβητη και διαμεσολαβούμενη.

Στην αδιαμεσολάβητη αντιπαλότητα, καμιά κοινή αναφορά δεν δεσμεύει τους αντιπάλους. Καθένας κινείται σ’ ένα κλειστό κι αδιαπέραστο σύμπαν με σκοπό την εξαφάνιση του άλλου. Ο άλλος δηλαδή, μπορεί οφείλει να μην υπάρχει.

Στη διαμεσολαβούμενη αντιπαλότητα, αντίθετα, υπάρχουν εκατέρωθεν δεσμεύσεις που πηγάζουν από την κοινή αναφορά σε μια συμμεριζόμενη βεβαιότητα, ένα Λόγο που διευθετεί και διέπει τη σχέση ορίζοντας τη θέση καθενός. Σκοπός εδώ δεν είναι η φυσική εκμηδένιση, αλλά η κατανίκηση της θέλησης γι’ αντίσταση του αντιπάλου. Η επικράτηση του ενός, όχι η εξαφάνιση του άλλου. Ο άλλος δηλαδή, είναι αναγκαία υπαρκτός.

Η αδιαμεσολάβητη αντιπαλότητα νοείται σαν παίγνιο «μηδενικής έκβασης» («Ή εγώ ή αυτός»). Δεν γνωρίζει ηθική δέσμευση. Λογική της είναι ο θάνατος, η εξάλειψη της διαφοράς.

Στη διαμεσολαβούμενη αντιπαλότητα, η πολιτική διαμάχη θεωρείται παίγνιο «μη-μηδενικής έκβασης» («Εγώ εδώ, αυτός εκεί»). Και συνέλκει δεσμεύσεις σχετικά με τους κανόνες της διαμάχης, το θεμιτό ή αθέμιτο, το «καθαρό» ή «βρώμικο» παιχνίδι. Λογική της είναι η διαλεκτική της ζωής.

Υπόδειγμα διαμεσολαβούμενης αντιπαλότητας είναι η προσφυγή στη δικαιοσύνη ή στην κρίση των πολιτών. Κι αδιαμεσολάβητης, η μισαλλοδοξία, η εξόντωση των «αιρετικών», ο ρατσισμός.

Τα χτίρια ξαναχτίστηκαν και τα σώματα, φορές τραυματισμένα, συνέχισαν να ζουν. Όμως, ο εμφύλιος άφησε κάτι πολύ σοβαρότερο «καιρίαν πληγήν έσω». Στο πνεύμα των ανθρώπων και των θεσμών, στη λογική της πολιτικής μας ζωής, για δεκαετίες.

Έκτακτα μέτρα, εθνικοφρονικός διχασμός, πολιτικά ρεύματα εκτός νόμου, πραξικόπημα… Η ίδια η πραγματικότητα, ο εμφύλιος, είχε χάσει τ’ όνομά της «συμμοριτοπόλεμος» ή «αντάρτικο». Κι οι απτές αυτές φρίκες εδράζονταν στην άρρητη παραδοχή ότι η ίδια η ύπαρξη του άλλου (του αντιπάλου) ήταν αθέμιτη, αδιανόητη. Ή εμείς ή αυτοί υπάρχουμε, άρα οφείλουν να μην υπάρχουν.

Αυτή η τυπικά αδιαμεσολάβητη σχέση αντιπαλότητας δεν ήταν λοιπόν μόνο εξωτερικό πλαίσιο. Ήταν κάτι περισσότερο κι από πραγματικότητα — μια βεβαιότητα. Εσωτερικευμένη, διανοητική δομή, αρχή συγκρότησης του πολιτικού σύμπαντος.

Ο καιρός βαθμιαία οδήγησε, μέσα απ’ τη σύγκλιση διεργασιών που ελπίζουμε ν’ αναλύσουμε σε κατοπινό δημοσίευμα, στην εξέλιξη θεσμών και πρακτικών (μεταπολίτευση, νομιμοποίηση του κομμουνισμού, τίμιες εκλογές, εναλλαγή στη διακυβέρνηση). Όμως, στο βάθος ενέδρευε ακόμη ο πυρήνας της κακοδαιμονίας: η αδιαμεσολάβητη αντιπαλότητα σαν διανοητική δομή, σαν νοοτροπία (οι λογής «διωκόμενοι διώκτες» μάς είναι ακόμη τόσο οικείοι).

Η σύγχυση κι η καταθλιπτική χροιά της πρόσφατης πολιτικής και πνευματικής μας ζωής ωστόσο υποδήλωναν την αποδιάρθρωση αυτού του μανιχαϊκού, παρανοειδούς συστήματος αναφοράς. Βαθμιαία αναδύεται ένα νέο αίτημα, η αναζήτηση ενός νέου Λόγου που να ρυθμίζει και να δίνει ηθική και νοηματική διάσταση στην πολιτική μας ζωή.

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ

Στις δημοτικές εκλογές, αυτός ο Νέος Λόγος αρχίζει να μορφοποιείται.

Η καταδίκη της αλαζονείας (δηλ. της ναρκισσιστικής αυτάρκειας και παντοδυναμίας) και η αναφορά στο ύφος και ήθος (δηλ. σε μια Αρχή που διέπει κι αξιολογεί τα πολιτικά πεπραγμένα πέρα από τη σφαίρα του συσχετισμού των δυνάμεων) πλαισιώνουν σαν ιδεολογίες τη βαθύτατη μεταλλαγή που συντελείται στις νοοτροπίες. Και που εκφράστηκε με τη νέα εξυπονοούμενη παραδοχή, ότι κάθε κόμμα είναι άλλο από τα λοιπά κόμματα. Και χαράζει την πορεία του απ’ αυτή τη θέση, μ’ αυτή την οπτική, σα θεμιτά και αναγκαία αυτόνομη οντότητα. Η ιδιότητα του φίλου ή αντιπάλου δεν είναι πια νοητό να παρεμβάλλεται στην αναγνώριση της πραγματικότητας του άλλου. Η στάση απέναντί του μπορεί να ποικίλλει και να κρίνεται ως προς την πολιτική της ορθότητα, αλλά δεν είναι πλέον δυνατό να θεωρείται με όρους «αδιανόητου» και, γι’ αυτό, ηθικολογικά κολάσιμης «ανωμαλίας». Η αξιολογική κρίση έπεται και προϋποθέτει την περί ύπαρξης κατάφαση σχετικά με τον άλλον.

ΜΙΑ ΝΕΑ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Εισάγεται έτσι μια νέα διάσταση στο νοητικό μας σύμπαν η διάσταση του Άλλου στη συμβολική της έκφανση, ως Λόγος και ως Αρχή.

Δηλαδή, μπορεί κανείς ν’ αμφισβητεί ή να παραβαίνει τους κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού. Αλλά φαίνεται πια οξύμωρο να πολιτεύεται «σαν να μην υπήρχαν» αυτοί οι κανόνες, σαν να μη δεσμευόταν η πολιτική μας ζωή και κάθε μετέχων σ’ αυτή από την αναφορά στην Αρχή του Δημοκρατικού Παιχνιδιού. Η νέα νοοτροπική δομή, ενσωματώνοντας τον Άλλον ως Αρχή, αυτονόητα νομιμοποιεί την ύπαρξη κάθε συγκεκριμένου άλλου με την έννοια της αυτόνομης πολιτικής οντότητας.

Στις δημοτικές εκλογές, κανείς δεν έστειλε κανένα μήνυμα σε κανέναν. Στο πεδίο που διερευνάμε, τουλάχιστον, καθένας έλαβε πίσω τον ίδιο του το λόγο. Άλλοι με την μορφή ναρκισσιστικής ηχούς, που δεν λέει τίποτε κενό. Κι άλλοι με μορφή αντεστραμμένη, ίδιο της δισυμμετρίας που χαρακτηρίζει τις θέσεις σε κάθε συμβολική δομή (κάθε στοιχείο είναι ό,τι δεν είναι όλα τ’ άλλα). Όπως το παιδί που λέει «Είσαι ο πατέρας μου» και λαβαίνει από τον Άλλον (την κουλτούρα μας, την Αρχή της Συγγένειας) την απάντηση «Είμαι το παιδί σου». Έτσι κι εδώ, όσων ο λόγος ήταν «(φίλος ή αντίπαλος) είσαι το Τάδε πολιτικό σώμα», έλαβαν από τον Άλλον (την Αρχή της Δημοκρατίας) την απάντηση «είμαι αυτό που είμαι, το Δείνα πολιτικό σώμα (κάποιων αντίπαλος, κάποιων φίλος)». Έτσι, οι θέσεις στην πολιτική διαδικασία ορίστηκαν, ονοματίστηκαν και διαχωρίστηκαν και καθένας κλήθηκε να εκφέρει το δικό του λόγο απ’ τη δική του θέση, κι όχι σαν τρίτος ή εκπρόσωπος τρίτων. Ο άλλος δηλ. υπάρχει όχι γιατί είναι φίλος ή αντίπαλος, αντίγραφο ή αρνητικό του εαυτού μου, αλλά αναγνωρισμένος σαν Άλλος απόλυτος, του οποίου η ύπαρξη κατοχυρώνει και τη δική μου υπόσταση στη δημοκρατική πολιτική διαδικασία.

Έτσι, σαράντα χρόνια ιστορίας χρειάστηκαν για να βαδίσει η πολιτική μας νοοτροπία διαδοχικούς αναβαθμούς στην οδό του δημοκρατικού Λόγου. Άξονάς τους, η θέση κι η υπόσταση του άλλου.

Ο μετεμφυλιοπολεμικός άλλος είναι αδιανόητος. Αν φαίνεται να συναντιέται, δεν είναι παρά κάποια «ανωμαλία», που με τη βία οφείλει να εξαφανιστεί.

Στη συνέχεια, ο άλλος γίνεται νοητός. Αλλά παραμένει ένας άλλος εξωτερικός, μια «κανονική ανωμαλία» που εγγράφεται στη μονοδιάστατη προοπτική της ομοιότητας-διαφοράς και στη λογική του συσχετισμού των δυνάμεων.

Τώρα βρισκόμαστε στη διαδικασία συγκρότησης του αναγκαίου, συμβολικού Άλλου. Της διαμεσολάβησης των αντιπαλοτήτων από τη νοοτροπικά εσωτερικευμένη αναφορά στην Αρχή της Δημοκρατίας, στο Λόγο που προϋποθέτει τον Άλλον, το Νόμο και τη Διαφορά.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ

Στη διαδικασία αυτή, δομές και συμφέροντα, υλικά ή φαντασιακά, αμφισβητούνται και θίγονται. Προβλήματα κατανόησης, αποδοχής και μεταγραφής της νέας, ως προς τη λειτουργία της, Αρχής ανακύπτουν. Και διφορούμενα ως προς τις ιστορικές περιστάσεις που επικαθορίζουν αυτή τη μεταλλαγή υφίστανται αρκετά. Η ιστορία είναι γεμάτη παρατημένους εικονικούς μονόδρομους και καρκινικές διαδρομές τόσο πιθανότερα, όσο και μεγαλύτερο είναι το αναγκαίο τίμημα για το προχώρημα σε μία νέα θέση, στη διάσταση του Λόγου, σε μία διανοητική και ηθική μεταρρύθμιση. Ο αρχαίος Ηράκλειτος, για πάντα νεκρός, δεν κινδυνεύει ν’ αλλάξει λόγο. Και θεωρούσε «(την) δίκην έριν» και πως όλα γίνονται «κατ’ έριν και χρεών».

Στον καθέναν το πώς θα επωμισθεί την πολιτική του ευθύνη.

«ΤΑ ΝΕΑ» – Τρίτη 18 Νοεμβρίου 1986