Ζω σημαίνει βιώνω απώλειες. Τουτέστιν, η εμπειρία της απώλειας ορίζει, κάπως παράδοξα ίσως, το καθεστώς του ζην: Πριν ζήσεις κι όταν πια δεν ζεις, δεν βιώνεις απώλειες. Αντίστροφα, ένα σαφές κριτήριο ως προς το αν ζεις είναι το αν βιώνεις απώλειες. Βιώνω απώλειες, άρα υπάρχω. Αντίστοιχα, πεθαίνω σημαίνει ότι υφίσταμαι την έσχατη απώλεια: χάνω την απώλεια ως γεγονός και ως δυνατότητα. Δεν χάνω πια τίποτε, επειδή έχω χαθεί εγώ ο ίδιος.

Δεν υπάρχω χωρίς απώλειες. Χωρίς απώλειες, δεν υπάρχω. Ή, αλλιώς: Η απώλεια είναι το πεπρωμένο της ύπαρξης. Ο τρόπος ύπαρξης του υποκειμένου, που έχει σώμα, νου, μνήμη, λόγο, φαντασία, σχέσεις, δεσμούς.

Ζω σημαίνει αποχαιρετώ αυτό που χάνω. Στον αστερισμό της απώλειας, ζω σημαίνει καλούμαι συνεχώς να αποχαιρετήσω ό,τι χάθηκε. Να συνεχίσω να υπάρχω και να ζω χωρίς αυτό που έχει χαθεί. Η πορεία του ζην εμπεριέχει συστατικά την πρακτική του αποχαιρετισμού. Γι’ αυτό η ανθρώπινη συγκρότηση, ατομική και συλλογική, ψυχή και πολιτισμός, είναι εξοπλισμένη με μηχανισμούς αποχαιρετισμού των απολεσθέντων. Διαθέτει τις απαραίτητες λειτουργικές προβλέψεις, τα εργαλεία που χρειάζεται για να επιτελεί τους αλλεπάλληλους αποχαιρετισμούς της – μέχρι τον κρίσιμο αποχαιρετισμό, που λέμε θάνατο. Ψυχή και πολιτισμός είναι το θέατρο ανεξάντλητων σκηνών αποχαιρετισμού. Γι’ αυτό ψυχή και πολιτισμός οφείλουν να εμπεριέχουν και να καλλιεργούν την τέχνη του αποχαιρετισμού ως προς όσα χάνονται.

Σε τι συνίσταται ο ψυχικός εξοπλισμός επιτέλεσης του πένθους; Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις συνιστώσες αυτού του εξοπλισμού, που είναι οι εξής:
Πρώτο, η επιθυμία για πένθος. Δηλαδή η ψυχική διάταξη η οποία, όταν ενεργοποιείται από την πληροφορία περί της απώλειας, κινητοποιεί μια συστατική ροπή και βούληση για καλό αποχαιρετισμό του απολεσθέντος. Δεν πενθούμε παρά τη θέλησή μας• πενθούμε επειδή η ψυχή μας το θέλει, όσο κι αν είναι επίπονο.

Δεύτερο, οι μηχανισμοί επεξεργασίας της πληροφορίας περί της απώλειας, που η ενεργοποίησή τους οδηγεί, με δάκρυα και κόπο, στον καλό αποχαιρετισμό.

Τρίτο, οι μηχανισμοί αναμόρφωσης της αναπαράστασης του κόσμου, του εαυτού μου και της σχέσης ανάμεσά τους, που καθιστά και τον κόσμο και τον εαυτό μου άξιους ψυχικής επένδυσης και ικανούς υποδοχείς της αγάπης που αποσύρεται από το απολεσθέν.

Κάποιες απώλειες είναι ευεργετικές και επιθυμητές. Δηλαδή λειτουργούν εποικοδομητικά – ακόμα κι αν το τίμημά τους είναι σοβαρό. Τέτοια είναι –θεμελιώδες παράδειγμα– η απώλεια της απόλυτης πλησμονής, που αισθάνεται το βρέφος στη μητρική αγκαλιά, κατά την πορεία αυτονόμησης του νέου ανθρώπου. Η έξοδος από την όποια προστατευτική εξάρτηση από τον άλλο, προκειμένου να τραβήξεις τον δικό σου δρόμο και να υπάρξεις με τον δικό σου τρόπο. Ο αποχωρισμός από μία σχέση ή μία κατάσταση που το ψυχοσυναισθηματικό της ισοζύγιο είναι φθοροποιό ή εξελικτικά ανασχετικό. Η απαλλαγή από μία ιδιότητα η οποία είναι πια βαρίδι και αναστολέας ως προς την εξέλιξη, προσωπική και συλλογική – όπως η πρόσδεση σε κάποιους ρόλους, κάποιες βεβαιότητες, κάποια αγαθά, κάποιες αυταπάτες… Σε κάθε βήμα του βίου κάποιες απώλειες είναι όχι απλώς αναγκαίες, αλλά λυτρωτικές, σωτήριες – έστω και αν είναι δύσκολες εμπειρίες.

Από το βιβλίο

ΑΠΩΛΕΙΑ, ΠΕΝΘΟΣ, ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ: Πάθος και λύτρωση
που κυκλοφορεί την Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο