Ψυχολογία και Ψυχολόγοι σε δυσνόητους καιρούς

Κόσμος δυσνόητος, οντολογικά και επιστημολογικά

Ο κόσμος που ζούμε είναι πολύπλοκος και αλλάζει ραγδαία: Ιδού ένας τόπος κοινότατος. Ο οποίος, ωστόσο, εξαρχής υποδεικνύει ότι ζούμε σε κόσμο δυσανάγνωστο.

Η εν λόγω δυσαναγνωσία των καιρών συναρτάται με λόγους εξωτερικούς και με λόγους εσωτερικούς ως προς το υποκείμενο.

Πολυπλοκότητα και ραγδαία μεταβολή συλλειτουργούν με συναφή φαινόμενα, που καθιστούν δυσανάγνωστο τον κόσμο, όπως η πληθωριστική ροή μηνυμάτων. Η οποία τείνει να μετατρέπει ακόμη και την πληροφορία σε θόρυβο, λόγω κορεσμού από ετερογενή, ασύνδετα κι ασύμβατα εισερχόμενα, καθώς και λόγω αδυναμίας ως προς την έγκαιρη και πρόσφορη μεταλλαγή του κώδικα, που θα καθιστούσε ευανάγνωστο κάθε μήνυμα.

Παράδειγμα (μείζον), η τηλεοπτική σαλάτα μηνυμάτων: Μόδα, πρόσφυγες, γιαούρτια, έρωτες, πολιτικοί, αλλαντικά, δολοφόνοι, ταξίδια, σφαγές, σαπουνοσειρές, ασφάλειες, κρέατα, καλλυντικά, μωρά, τράπεζες που χαμογελούν, πνιγμένα βρέφη… Το ένα διακόπτει το άλλο δίχως πλαισίωση, αναστοχασμό και ανάπαυλα, ενώ κάθε τύπος μηνυμάτων  ανακατεύεται με τον παρακείμενο, όπως οι διαφημίσεις σε όλα τα άλλα. Διαλύοντας έτσι και τον διανοητικό και τον συναισθηματικό συντονισμό του νοήμονος όντος “τηλεθεατής”, που αδυνατεί να νοήσει και να νοηματοδοτήσει έναν τέτοιον ορυμαγδό. Και γι’ αυτό προσφεύγει, χαρακτηριστικά και συμπτωματικά, στο ατελείωτο ζάπινγκ.

Άλλο καίριο δείγμα συσκότισης του κόσμου: Τα ΜΜΕ ως μείζονα εργαλεία ισχύος, κυριαρχίας, διαπάλης και μάχης. Που λειτουργούν ως μηχανισμοί προπαγάνδας πολιτικής, οικονομικής, ιδεολογικής…   ̶ ήτοι, ως μηχανισμοί διαβουκόλησης, σαγήνης, εξαπάτησης, τρομοκράτησης, διάλυσης του νοήματος των λέξεων και της ίδιας της σκέψης. Και ορίζουν μια ανυπόστατη ροή  σκοπιμοθηρικής εικονοπλασίας ως μόνη πραγματικότητα.

Πρόκειται εδώ για ισχυρούς περιορισμούς και προσδιορισμούς της ικανότητας νόησης του κόσμου, οι οποίοι είναι οντολογικοί, δομικοί, αντικειμενικοί: Ανήκουν στο ίδιο το φαινόμενο-αντικείμενο γνώσης.

Μόνο που αυτή η αντικειμενική δυσχέρεια  επιβαρύνεται από μια ιδιαίτερη ιστορική συνθήκη. Η οποία παράγει καταλυτική υποκειμενική περιστολή, στρέβλωση ή εμπλοκή της ικανότητας  αναπαράστασης και νοηματοδότησης του κόσμου. Πρόκειται για […]

Le Corbusier: Η διασπορά του δημιουργού

Αρχιτεκτονική και υποκειμενικότητα

Η υποκειμενικότητα είναι συμφυής με την αρχιτεκτονική. Συνιστά την αρχή που συνέχει το προσωπικό αρχιτεκτονικό έργο, και συμπυκνώνεται στο διακριτό ύφος[i] του αρχιτεκτονούντος υποκειμένου.

Ο κάνναβος αυτής της συνοχής αντιστοιχεί στη χαρακτηριστική αίσθηση του κόσμου που διακρίνει τον αρχιτέκτονα. Αίσθηση που καθορίζεται από τη φαντασίωση του υποκειμένου, με την ψυχαναλυτική εκδοχή του όρου   ̶ τουτέστιν, ως υπόστρωμα της ψυχικής πραγματικότητας, του κόσμου του υποκειμένου. Η θεμελιακή φαντασίωση αντιστοιχεί σε ένα πλάσμα φαντασίας και λόγου, που ορίζει την κατά φαντασίαν περιγραφή του κόσμου και της θέσης του υποκειμένου σ’ αυτόν (π.χ. σωτήρας, θύμα, ήρωας…).

Η θεμελιακή φαντασίωση συνιστά την κύρια διαμεσολάβηση ανάμεσα στο δομικό υποκείμενο του Ασυνείδητου και την έμπρακτη  εκδήλωση της επιθυμίας του υποκειμένου, όλως ιδιαιτέρως στα πεδία της φαντασίας, του πάθους και της δημιουργίας. Ως εκ τούτου, η αρχιτεκτονική είναι η φαντασίωση του αρχιτέκτονα (ανα)διατυπωμένη στη γλώσσα της κατασκευής. Και το σημαίνον κτίσμα, ως ενσάρκωση του ύφους και της αίσθησης του κόσμου, αντιπροσωπεύει μια κτισμένη εκδοχή της εκάστοτε υποκειμενικότητας.

Η υποκειμενικότητα έχει διττή υπόσταση:

Από τη μια, το δομικό υποκείμενο του Ασυνειδήτου, που χαρακτηρίζεται από προσωπική ιστορικότητα και μοναδικότητα, ευστάθεια, συνοχή και συνέχεια. Αντιπροσωπεύει την εν τω βάθει αυθεντική, συμβολική ταυτότητα του υποκειμένου, μήτρα της απόλυτα προσωπικής του ένταξης σ’ έναν απόλυτα μοναδικό προσωπικό κόσμο.

Από την άλλη, το σύστημα των εγωτικών ταυτίσεων (ρόλοι, φορέματα, προσωπεία, φαντασιακές ταυτότητες), που συγκροτείται με δάνεια είδωλα τα οποία θα μπορούσαν να υπηρετήσουν τις βλέψεις του Εγώ στις μεταβαλλόμενες περιστάσεις, ως εργαλεία επιτυχίας. Χαρακτηρίζεται από φαντασιακή μεταβλητότητα  ̶ τουτέστιν,  εξελισσόμενες και αντιμεταλλάξιμες ταυτίσεις με σαγηνευτικές μορφές που αιχμαλωτίζουν το Εγώ σε παίγνια κατοπτρισμού, γοητείας, σύγκρισης και ανταγωνισμού με τον άλλον ως όμοιο. Δηλαδή, με τον άλλον ως έχοντα τουλάχιστον ένα κοινό στοιχείο με το Εγώ, το οποίο συνάπτει […]

Πολυτεχνείο, Νοέμβρης 1973: Εμπειρία, Λόγος, Ιστορία

Τέσσερα κείμενα και μία ανάκληση για το Πολυτεχνείο 
* Μπορείτε να κατεβάσετε τα κείμενα σε μορφή pdf από το Academia.edu

 

ΑΝΑΚΛΗΣΗ

Γεννήθηκα το 1952.

Θυμάμαι, στα παιδικά μου χρόνια, το χρώμα της ατμόσφαιρας της τρομοκρατίας. Πολικό μπλε.

Θυμάμαι, μες σ’ αυτή την παγωνιά, τον παντοπώλη της γειτονιάς μας, στη Λευκάδα, να χώνει σε μία σακούλα την «Αυγή», να βάζει από πάνω πατάτες και να μου την εμπιστεύεται αμίλητος, κοιτώντας με στα μάτια – για να φτάσει εκείνος ο λόγος στα χέρια της μητέρας μου, τυλιγμένος σε χρώματα γεώδη. Ήταν καθηγήτρια.

Θυμάμαι, στο σπίτι μας στην Αθήνα, ατελείωτες πολιτικές συζητήσεις σε άλλο χρώμα τώρα – σαν ηλιοτρόπιο. Στην εποχή του ανένδοτου, της δολοφονίας του Λαμπράκη, του 1-1-4.

Θυμάμαι τον αδελφό της μητέρας μου, που είχε ξεκινήσει, σαν κάθε πρωινό, για να πάει στη σχολή του, την Ιατρική. Να επιστρέφει σε λιγότερο από μισή ώρα, σύννους και αλαφιασμένος. Τη μητέρα μου να τον ρωτά, μέσα στην έξαψη: «Έγινε επανάσταση;». Ν’ απαντά: «Όχι, απλώς δικτατορία». 21 Απριλίου του 1967. Σάπιο πράσινο.

Θυμάμαι όταν ξανάνοιξαν τα σχολεία, να έχουμε μάθημα «Αγωγή του Πολίτου». Να μάχομαι να εκμαιεύσω από τον καθηγητή μας –ένα ταλαίπωρο ανθρωπάκι− το ότι η δικτατορία αντιβαίνει στα όσα διδασκόμαστε στο μάθημα. Εκείνος να πολεμάει απεγνωσμένα ν’ αλλάξουμε θέμα συζήτησης κι εγώ να επιμένω, με όλη τη θέρμη της έλλειψης επίγνωσης των περιστάσεων. Ένας συμμαθητής μου να φωνάζει από κάποιο πλαϊνό θρανίο: «Ο Σιδέρης είναι κομμουνιστής». Να μην καταλαβαίνω ακριβώς γιατί το λέει. Να μη συνειδητοποιώ ακόμη σε ποια βαθιά και τρομερή παράδοση φωτός και αίματος παραπέμπει αυτή η λέξη. Να τελειώνει άτσαλα η συζήτηση. Να μένει ανοιχτή η πληγή – κι η σκέψη. Να κοιτάζω το μπλε των ουρανών.

Θυμάμαι να περνάει καιρός που έχει πάντα συννεφιά. Να διαβάζουμε και να κουβεντιάζουμε και να […]

Μηχανισμοί της Τέχνης, μηχανισμοί της τρέλας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε δύο πεδία η σχέση τέχνης και τρέλας εκδηλώνεται και θεματοποιείται προνομιακά: Μεγάλοι καλλιτέχνες που τρελαίνονται. Και «μεγάλοι τρελοί» (grands fous) που παράγουν καλλιτεχνικό έργο αναγνωρισμένης αξίας. Εκεί κυρίως θα διερευνήσουμε τη διαφοροποίηση των μηχανισμών Τέχνης και Τρέλας.

 

Ι. ΤΡΕΙΣ ΕΚΒΑΣΕΙΣ

Σε κάθε άνθρωπο, (συν)υπάρχουν τρεις εκβάσεις ως προς την εκ-δήλωση[!] της ψυχικής πραγματικότητας:
1) Ρουτίνα, τρόπος (γνώρισμα του χαρακτήρα/δομή προσωπικότητας/ συστημική συνοχή/ «κανονικότητα του βίου»).
2) Σύμπτωμα και Ψυχοπαθολογία.
3) Δημιουργία.

Στο πεδίο της δημιουργικότητας, για κάθε σημαίνουσα  πράξη των ανθρώπων, ισχύει ότι

Πράξη = ψυχική πραγματικότητα (ψπ)
αναδιατυπωμένη στη γλώσσα του πεδίου (γπ)
εκδήλωσης της υποκειμενικότητας

            Π = (ψπ)γπ

 

Ο ερωτισμός στην τέχνη, εικαστικές φαντασιώσεις

siderman-13Ο ερωτισμός είναι η πρώτη πατρίδα κάθε ανθρώπου. Η απαρχή κι ο τρόπος κάθε πόθου. Και οι μηχανές της ψυχής κινούνται πάντα με τη φλόγα της νοσταλγίας και του νόστου εκεί. Με όχημα, κυρίως, τις φαντασιώσεις.

Η  δημιουργία, πάλι, ισοδυναμεί με αναδιατύπωση της φαντασίωσης του δημιουργού στη γλώσσα μιας συγκεκριμένης τέχνης.
[…]

Ψυχολογικοί Μηχανισμοί της Κρίσης (ΙI)

Αγωνιώδης αναμονή

 

Η διανοητική εμπλοκή που προκαλεί ο διπλός δεσμός, η απόγνωση, η ανήμπορη οργή και ο άλογος φόβος, όλες αυτές οι διεργασίες συνηχούν σε πολλά επίπεδα και τελικά συγκλίνουν στην κύρια στάση που χαρακτηρίζει τη λειτουργία των ανθρώπων στην Ελλάδα σήμερα. Και η οποία θεμελιωδώς αντιστοιχεί σε αγωνιώδη αναμονή.

 

[…]

Το φάντασμα της επιλογής

ΕΠΙΛΟΓΗ: Η ΕΙΔΟΠΟΙΟΣ ΔΙΑΦΟΡΑ

Κάθε στάση, κάθε πράξη (σημειωτική, επικοινωνιακή, φυσική) θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «επιλογή», εφόσον η πραγματοποίησή της αποκλείει, στη συγκεκριμένη στιγμή της, την πραγματοποίηση άλλων δυνητικών εναλλακτικών – όπου συμπεριλαμβάνεται και το «καμία πράξη». Προφανώς, πρόκειται εδώ για κατάχρηση των όρων – για διατύπωση άνευ νοήματος ως προς το ζήτημα της επιλογής. Επιλογή δεν σημαίνει «κανείς δεν μπορεί να είναι ή να κάνει τα πάντα ταυτόχρονα» επειδή αυτή είναι η φύση των πραγμάτων − επειδή, κατά Σπινόζα, «κάθε προσδιορισμός είναι άρνηση». Η ειδοποιός διαφορά που χαρακτηρίζει την επιλογή δεν έγκειται απλώς στο ότι «κάποιος είναι ή κάνει το Χ και όχι το Ψ ή το Ω…». Σ’ αυτό το υπόδειγμα δεν πρόκειται για επιλογή, αλλά για «μηχανική λογική του συστήματος» − για λειτουργικό συναγόμενο κάθε παιγνίου μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών. Η ειδοποιός διαφορά έγκειται αλλού: Στο ότι η συντελούμενη στάση ή πράξη ενέχει ένα στοιχείο υποκειμενικότητας, το οποίο εγγράφει το υποκείμενο, ως σημαίνον σώμα, σε μία καθορισμένη συνάφεια (context-e), κατά τρόπο μη-προδιατεταγμένο. Άρα, το φαινόμενο της επιλογής είναι διαλεκτικό, μη-μονοσήμαντο παράγωγο μιας πολύπλοκης συστημικής δυναμικής, με το ψυχικό σύστημα να εμπεδώνεται σε επάλληλα συστήματα συναφειών και αλληλεπιδράσεων με την εξωτερική πραγματικότητα.

[…]