Το άρθρο του Νίκου Σιδέρη δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των συντακτών, 28/3/2020


Αόρατο καθεαυτό, αλλά πνιγηρά απτό, το φάσμα του Μεγάλου Θεριστή απόκτησε άλλο ένα όνομα: κορονοϊός. Αρκετοί θεωρούν τη μιντιακή και πολιτική διαχείρισή του υπερβολή. Ωστόσο, ο ρυθμός των θανάτων λέει ότι η όποια υπερβολή είναι ισχυρό αντίδοτο στις αυταπάτες και την απρονοησία ατόμων (καρναβαλιστές και άλλοι) και κυβερνώντων (Τζόνσον, Ιταλία…). Καλύτερα να μετανιώσεις γιατί πήρες περισσότερα παρά λιγότερα μέτρα προστασίας. Αλλωστε, η ιδέα ότι τέτοια θέματα θα ξέφευγαν από την πολιτική και μιντιακή εργαλειοποίηση είναι επίσης αυταπάτη.

Φύση της απειλής

Ο κορονοϊός ως αδιανόητο πρόσωπο του θανάτου είναι υπόδειγμα απειλής που γεννά διωκτικό άγχος παρανοϊκής χροιάς. Αυτός ο «αόρατος εχθρός» αποτελείται από άπειρα μικρά αόρατα εχθρικά στοιχεία που χώνονται μέσα μου και με καταστρέφουν. Κάθε συστατικό αυτής της περιγραφής και όλα μαζί αντιστοιχούν στο θεμελιώδες υπόστρωμα του παρανοϊκού βιώματος. Στο σινεμά αφθονούν παραδείγματα τέτοιου «δαιμονικού πλήθους» (αν και όχι αόρατου, λόγω οθόνης): «Τα πουλιά» του Χίτσκοκ, «Οι μέλισσες» (1978), «Ants!» (1977), «Empire of the Ants» (1977), «Legion of Fire: Killer Ants!» ή «Marabunta» (1998), «Crabs» (2016)… Η αίσθηση ότι αυτό το φρικτό πλήθος σου επιτίθεται από παντού και εισβάλλει στο σώμα σου, παραβιάζοντας τα όρια του Εγώ σου και καταστρέφοντάς σε, αφυπνίζει πανάρχαια άγχη και ωθεί τις ψυχές ενίοτε στα όνειρά σου. Οι εκκλήσεις «Οχι πανικός» είναι ενδεικτικές της ανάγκης, αλλά και του πεπερασμένου βεληνεκούς της άμυνας απέναντι στις απειλητικές αόρατες ορδές του κορονοϊού.

Η ανθρώπινη σχέση, κύριο θύμα

Ο κορονοϊός μεταπηδά από τον άλλον σε εμένα: αυτή η επιδημιολογική αλήθεια και η αναγκαία επικοινωνιακή καταιγίδα με σκοπό τη δημιουργία ασφαλούς κοινωνικής απόστασης μεταξύ μας προκάλεσε παράπλευρες απώλειες. Ο άλλος είναι δυνητικά αόρατος φορέας του αόρατου εχθρού. Από φορέας σχέσης και αγάπης, ο άλλος μετατρέπεται σε οικεία ενσάρκωση της απειλής, γεννώντας ανοίκεια αισθήματα διάχυτου όσο και ανομολόγητου φόβου, αφού η απειλή είναι αυτός που με αγαπά και κανονικά με προστατεύει από τις απειλές… Αποτέλεσμα, η ανθρώπινη σχέση είναι το κύριο θύμα του κορονοϊού.

Τα διωκτικά άγχη και οι διάχυτες απειλές ακόμη και από τους δικούς μου ανθρώπους καλλιεργούν ροπές ναρκισσιστικής παλινδρόμησης σε ένα κλειστό, μονοπρόσωπο, αύταρκες και ασφαλές σύμπαν, που πασχίζει να κλείσει έξω τη διαβρωτική απειλή που είναι ο άλλος. Ειδικά στην Ελλάδα, ο πειρασμός της εξατομίκευσης ξανανοίγει τις πληγές της πολύχρονης κρίσης, όταν καλλιεργούνταν το κατά διαβόλου ευαγγέλιο, δηλαδή η στάση «Καθένας για πάρτη του, σώσε το τομάρι σου, φά’ τους να μη σε φάνε». Ωστόσο, η βαθύτατη κουλτούρα αλληλεγγύης, θεμέλιο της ελληνικής νοοτροπίας, αντιστέκεται με πράξεις έγνοιας, μέριμνας, φροντίδας και αυτοθυσίας, όπως συνέβη με τους γιατρούς και νοσηλευτές που μολύνθηκαν πολεμώντας τη νόσο.

Εμπειρίες απώλειας

Τα πλήγματα της πανδημίας συχνά προκαλούν τραυματικές εμπειρίες απώλειας: Χάνεται η ναρκισσιστική αυταρέσκεια του «δήθεν άτρωτου (δήθεν) καλοπερασάκια», αφού ο κορονοϊός τον κλείνει μέσα και του λέει πόσο ανήμπορος μπορεί να είναι κάποιες φορές, όπως κάθε άνθρωπος. Χάνεται ο άλλος ως κοινωνικός εταίρος, αφού είναι φορέας της απειλής. Χάνεται η κορυφαία θαλπωρή της αγέλης (οικογένεια, ζευγάρι, σύντροφος, παρέα, κοινότητα…), αφού, αν με αγγίζει, κινδυνεύω.

Ειδικά η θαλπωρή της αγέλης στην ελληνική εμπειρία του βίου είναι θεμελιώδης και η διάβρωσή της από την (εύλογη) υγειονομική προφύλαξη δημιουργεί αγχογόνα, πένθιμα ή και καταθλιπτικής χροιά τραύματα που μπορεί να έχουν άμεσες και μακροχρόνιες συνέπειες.

Ψυχικά αντίδοτα

Οι απώλειες ως προς τον παραισθησιογόνο ναρκισσισμό μπορεί να μας κάνουν λίγο σοφότερους. Ομως, οι απώλειες ως προς τη σχέση με τον άλλον και με το εμείς μπορεί να έχουν επιπτώσεις, τόσο προσωπικές όσο και συλλογικές. Υπάρχουν άραγε ψυχικά αντίδοτα γι’ αυτό; Ναι, τουλάχιστον τέσσερα.

Πρώτο, ο λόγος. Δηλαδή, να μιλάμε και να κάνουμε πεδίο συνομιλίας τις εμπειρίες απειλής και απώλειας, εξημερώνοντάς τες με τις λέξεις και με το μοίρασμα. Αλλά και να επιδεικνύουμε ρεαλισμό. Υψιστη δε μορφή ρεαλισμού εδώ είναι να εμπιστευόμαστε τον λόγο θεσμών που αντεπεξέρχονται καλά στη δοκιμασία, όπως οι γιατροί και οι υγειονομικές αρχές.

Δεύτερο, ο νόμος. Ο θετός νόμος (απαγορεύσεις και οδηγίες), καθώς και ο νόμος του κοινού συμφέροντος, που λέει ότι, ακόμη και αν εγώ δεν ανήκω σε ευάλωτη κατηγορία, η στάση μου πρέπει να προστατεύει τους ευάλωτους συνανθρώπους μου.

Τρίτο, η ανθρώπινη σχέση. Η ελληνική τεχνογνωσία αιώνων, που έχει ψυχικά εσωτερικευθεί ως νοοτροπία, συνίσταται στο εξής: Στην αντιξοότητα και στη δοκιμασία πάμε κοντά στον άλλον και αγωνιζόμαστε μαζί για την υπέρβασή της. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τις υγειονομικά επιβεβλημένες φυσικές αποστάσεις, η συναισθηματική εγγύτητα πρέπει να προστατεύεται, να καλλιεργείται και να αξιοποιείται.

Τέταρτο αντίδοτο, το χιούμορ. Ηδη ο κορονοϊός έχει δώσει τροφή σε ευφυολογήματα, αστεία, γελοιογραφίες κ.τ.ό. Ενας τον είπε «ασχημομούρη», άλλη «κακάσχημο»… Το χιούμορ εκ φύσεως εξημερώνει το κακό, το ξορκίζει και μας επιτρέπει να το χωρέσει ο νους μας, καθιστώντας το αδιανόητο, αντικείμενο λόγου. Γι’ αυτό είναι λυτρωτικό και σωτήριο.

Ας προσθέσουμε και το ότι το «Μένουμε σπίτι» δεν είναι εγκλωβισμός. Είναι πράξη σωφροσύνης και αλληλεγγύης, που επιπρόσθετα μας επιτρέπει να δούμε τον κόσμο, τον άλλον και τον εαυτό μας υπό ασυνήθιστη οπτική γωνία, εμπειρία ευεργετική.