Η διπλή χωρικότητα

  • Post category:Αρχιτεκτονική
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπ.

Σαν έμβιο ον υπάρχω, κινούμαι, λειτουργώ και βιώνω, δηλαδή κατοικώ τον χώρο.
Σαν ανθρώπινο υποκείμενο κατοικώ την αρχιτεκτονική, δηλαδή τη σκόπιμη διαμόρφωση του χώρου υπό το πρίσμα της ανθρώπινης εμπειρίας και λειτουργίας.
Η αρχιτεκτονική έχει σαν πεδίο της τη χωρικότητα. Ακριβέστερα, η αρχιτεκτονική προσεγγίζει, αντιμετωπίζει, επεξεργάζεται, αναδεικνύει, αξιοποιεί, μορφοποιεί και, τελικά, δημιουργεί χωρικότητα: Από τις προφανέστερες, κοινότοπες, πεζές εκφάνσεις της μέχρι τις απροσδόκητες, καινοφανείς, εμπνευσμένες δημιουργίες της – στις ευτυχέστερες στιγμές της, μέχρι τα άκρα, δηλαδή την καλλιτεχνική δημιουργία.

Η αρχιτεκτονική, όπως και το ανθρώπινο υποκείμενο, ζουν, αναπνέουν και δρουν μέσα σε μια διπλή χωρικότητα. Αυτή δεν αναφέρεται σε οικεία δίπτυχα, που πολώνουν περιγραφικά τη σχέση του ανθρώπου με τη χωρικότητα, όπως:

  • Ρεαλιστική – μη ρεαλιστική
  • Χρηστική – βιωματική
  • Αισθητή – νοητή
  • Πραγματική – φανταστή
  • Φυσική – αισθητική
  • Λειτουργική – φαντασιωσική
  • Αντιληπτική – προβλητική
  • Πρακτική – απολαυστική
  • Εξημερωμένη – άγρια
  • Συμβατική – σολιψιστική
  • Εργαλειακή – ποιητική
  • Της ανάγκης – της επιθυμίας

Η διπλή χωρικότητα αναφέρεται στη θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα σε συνειδητή και ασυνείδητη εμπειρία της χωρικότητας.

Η συνειδητή χωρικότητα διέπεται από την αρχή της πραγματικότητας, λειτουργεί με όρους δευτερογενούς διαδικασίας και συγκροτείται με κύριες πτυχές τον συμβατικό (υπό ευκλείδεια δεσπόζουσα) επιχειρησιακό χώρο, τη συνάντηση-συνεύρεση-αλληλεπίδραση προσώπων και πραγμάτων, την πρακτικότητα και την αισθητική.
Η ασυνείδητη χωρικότητα διέπεται από την αρχή της ηδονής, λειτουργεί με όρους πρωτογενούς διαδικασίας και συγκροτείται με κύριες πτυχές τους δυνητικούς χώρους, τις τελεστικές και εικαστικές παραμέτρους, την απεικονιστική παράσταση πραγμάτων, τον αυστηρά προσωπικό, ακοινώνητο μονόλογο, τη μη-συμμεριστή εμπειρία και τη φαντασίωση.

(Ως προς τα προαναφερθέντα δίπολα, η συνειδητή χωρικότητα μπορεί να εμπεριέχει και τους δύο πόλους, τυπικά υπό την αιγίδα των πρώτων όρων. Η ασυνείδητη χωρικότητα κατά κανόνα περιλαμβάνει μόνο και οπωσδήποτε διέπεται από τους δεύτερους όρους, με την πρωτογενή διαδικασία να αφομοιώνει και ο,τιδήποτε ρεαλιστικό υπεισέρχεται στην ασυνείδητη χωρικότητα).
Οι δύο πτυχές της χωρικότητας συνυπάρχουν πάντοτε, αναγκαία, γιατί δεν προκύπτουν από τις ιδιαιτερότητες του αρχιτεκτονήματος, αλλά από τη συγκρότηση του ανθρώπινου υποκειμένου. Η συνύπαρξη αυτή μπορεί να είναι ετεροβαρής, με κάποιες όψεις της ενίοτε στα όρια της ατροφίας. Όμως, η συνύπαρξή τους, και μάλιστα η αλληλοδιείσδυσή τους, είναι αναπόφευκτη, ακόμη και όταν μια πλευρά υπερτρέφεται εις βάρος της άλλης, ή παίρνει μορφές φτωχές, στρεβλές, απωθημένες, ενίοτε ακόμη και απεχθείς.

Η ευτυχής διαλεκτική ανάγκης και επιθυμίας, διατυπωμένη με όρους διπλής χωρικότητας, συγκροτεί το ζητούμενο της αρχιτεκτονικής ως καλής τέχνης (art royal).

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΣΜΟΥ – της αρχιτεκτονικής υπόστασης του διακόσμου– φωτίζεται κάπως καλύτερα αν θεωρηθεί υπό το πρίσμα της διπλής χωρικότητας.

Ο διάκοσμος λοιπόν αντιπροσωπεύει την αρχιτεκτονική πρακτική που επιχειρεί να εναρμονίσει τη δομή και τη λειτουργικότητα με την επιθυμία και την «έκτοπη υποκειμενικότητα» του ασυνείδητου.

Ο διάκοσμος αντιπροσωπεύει αρχιτεκτονικά αναγκαίο έκδοχο (σύστημα επενδύσεων, προσδιορισμών και στίξης της δομής), που καθιστά το αρχιτεκτόνημα όχι απλά αποτελεσματικό με όρους ανάγκης, αλλά ενδιαφέρον-αποδεκτό-επιθυμητό με όρους φαντασίωσης.

Ο διάκοσμος, έστω και στην έσχατα μινιμαλιστική μορφή του, αποτελεί το αναπόφευκτο τεκμήριο της επένδυσης των αναγκών με φαντασιώσεις, του επικαθορισμού των λειτουργιών από την επιθυμία, της εγγραφής του αρχιτεκτονήματος στη διπλή χωρικότητα.