Ο Έλληνας και το αυτοκίνητο

  • Post category:Συνεντεύξεις
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπ.

Ο ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ ΝΙΚΟΣ ΣΙΔΕΡΗΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΕ ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανάλυση της σχέσης του Έλληνα οδηγού με το αυτοκίνητο και τους κανόνες κυκλοφορίας κάνει ο ψυχίατρος Νίκος Σιδέρης. Και είναι απαισιόδοξος — Η άγνοια των κανόνων και η επιθετικότητα στην οδήγηση, αυτή η «ημιάγρια» εικόνα του Έλληνα οδηγού απορρέει από μια γενικότερη κατάσταση ανομίας, που ο «νόμος ούτε με τον καταναγκασμό ούτε με την εσωτερική νομιμοποίηση δεν μπορεί να λειτουργήσει» — Είναι, δηλαδή, εκδήλωση καταστάσεων που υπερβαίνουν και την οδική συμπεριφορά και τις συνέπειές της και αφορούν την ίδια τη σχέση του Έλληνα με τα πλαίσια και τους κανόνες που ελέγχουν την εγγενή επιθετικότητα του ανθρώπου.

Συμπέρασμα: «Δεν υπάρχει θεραπεία. Το πρόβλημα, φοβάμαι, θα λυθεί μόνο με την εξαφάνιση και των τελευταίων που το προκαλούν. Το στοιχείο της ανομίας θα υπάρχει…»

Κύριε Σιδέρη, πώς θα μπορούσαμε να σκιαγραφήσουμε τον Έλληνα οδηγό;

Ο Έλληνας οδηγός δεν οδηγεί αυτοκίνητο στο δρόμο. Πολεμά με το ομοίωμά του στη φαντασία. Από αυτά που γίνονται κατά τη διάρκεια μιας οδικής διαδρομής, ελάχιστα έχουν σχέση με το αυτοκίνητο, τους δρόμους ή τους κανόνες κυκλοφορίας. Τα περισσότερα έχουν σχέση με αυτά που διαδραματίζονται στη φαντασία του. Κι αυτό που γίνεται στη φαντασία του οδηγού είναι μια φανταστική βεβαίως, αλλά πολύ-πολύ καθοριστική για την όλη στάση του απέναντι στο αυτοκίνητο και στους άλλους οδηγούς, αντιπαράθεση με το ομοίωμά του.

Αυτό το ομοίωμα έχει δύο πιθανές εκδοχές: το ιδεώδες και το απόρριμα, το απορριπτέο. Το ιδεώδες εκδηλώνεται στο δρόμο, μπροστά του και δίνει την αφορμή να κινητοποιηθεί ο εσωτερικός μηχανισμός στη φαντασία. Με την κουρσάρα που τρέχει γρήγορα, που είναι πιο γυαλιστερή και καινούργια από του άλλου, που έχει μέσα ωραίες γυναίκες, κλπ., κλπ.

Αυτά είναι τα εξωτερικά στοιχεία που αποτελούν το συμβολικό ερέθισμα, το οποίο παραπέμπει στη εσωτερική του ζωή και τον βάζει να αντιπαλεύει και να αντιμάχεται αυτό που στην πραγματικότητα είναι το ιδεώδες του. Αυτό στην ψυχιατρική αποτελεί το βασικό μηχανισμό της παράνοιας.

Η άλλη εκδοχή, το απόρριμα, το σαραβαλάκι που πάει μπροστά, που τον ενοχλεί και το σχολιάζει, πολλές φορές του θυμίζει τις δικές του άσχημες καταστάσεις. Έτσι νιώθει και ο ίδιος μειονεκτικά.

Ποια σχέση βλέπετε να έχει ο οδηγός με το αυτοκίνητο;

Υπάρχει μια πολύ μακριά ιστορία παραστάσεων, που αφορούν τη συγχώνευση του ανθρώπου με το μη ανθρώπινο. Οι κένταυροι, οι γοργόνες, ο άγγελος για τη μυθολογία. Και για τη νεότερη ιστορία, όμως, ο Ρίτσος και ο στίχος του «το τουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους» … Υπάρχει, δηλαδή, μια παλιά φανταστική κατασκευή που είναι η σύμπηξη του ανθρώπου με το μη ανθρώπινο. Μια τέτοιου είδους σχέση είναι σήμερα και η σχέση του ανθρώπου με το αυτοκίνητο. Υπαρξιακή, διότι του επιτρέπει να νιώθει ότι είναι κάτι. Κάτι, όμως, το ακαθόριστο, που του επιτρέπει να ρωτάει: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»

Η αντιπαράθεση που προαναφέρατε υπάρχει μόνο στον ψυχισμό του Έλληνα οδηγού;

Ο εσωτερικός φανταστικός πόλεμος με το ιδεώδες είδωλο και η απόρριψη του ομοιώματος που γίνεται για λόγους περιφρόνησης, αντιστοιχούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες ψυχικής λειτουργίας. Η μία είναι η παράνοια και η άλλη η κατάθλιψη. Και οι δύο εκδοχές αποτελούν δύο ανθρωπολογικές σταθερές. Δηλαδή, υπάρχουν σε όλες τις κουλτούρες, σε όλους τους ανθρώπους.

Αυτό που προστατεύει τους ανθρώπους από το μηχανισμό της παράνοιας και της κατάθλιψης στη συνάντηση με τον όμοιό τους, είναι η ύπαρξη κάποιων κανόνων. Αυτοί οι κανόνες προστατεύουν τους ανθρώπους, ώστε στη συνάντηση με τον όμοιό τους να ξέρει ο καθένας πού βρίσκεται, τι οφείλει και τι μπορεί να κάνει. Έτσι αποτρέπεται ο εκφυλισμός αυτής της συνάντησης, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια αντιδικία για το ποιος θα επικρατήσει.

Σε άλλες χώρες φαίνεται ότι η αίσθηση του νόμου και των κανόνων κυκλοφορίας, για τη δική μας περίπτωση, είναι εμπεδωμένη μέσα στη νοοτροπία των ανθρώπων. Στην Ελλάδα, όπου υπάρχει μια γενικότερη κατάσταση ανομίας, ο νόμος ούτε με τον καταναγκασμό ούτε και με την εσωτερική νομιμοποίηση δεν καταφέρνει να πείσει πια κανέναν.

Δεν υπάρχει η αίσθηση ότι για όλα υπάρχει μια ρύθμιση, ένας φραγμός αναγκαίος, ώστε να υπάρχουν περιθώρια ελευθερίας και να μην στρέφονται όλα εναντίον όλων. Οι κανόνες του παιχνιδιού στην Ελλάδα δεν είναι εσωτερικευμένοι. Ο Έλληνας οδηγός γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τον ΚΟΚ, εφόσον φυσικά δεν τον αγνοεί με την απόλυτη έννοια. Δεν ξέρει στοιχειωδώς πώς λειτουργεί ένα αυτοκίνητο, δεν έχει μιαν εξοικείωση μαζί του και το κυριότερο, δεν αναγνωρίζει στους άλλους το δικαίωμα να χρησιμοποιούν το δρόμο. Στην πραγματικότητα, όλοι μπαίνουν εμπόδιο στο δρόμο του. Αυτό είναι που οδηγεί τον Έλληνα οδηγό σ’ αυτή την ημιάγρια κατάσταση όπου βρίσκεται σήμερα.

Πιστεύετε ότι είναι θέμα «μεσογειακού ταμπεραμέντου» αυτή η αδιαφορία προς τους νόμους;

Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν πολύ πιο μεσογειακοί από τους σημερινούς. Η Μεσόγειος, άλλωστε, ήταν τότε πολύ πιο καθαρή απ’ ό,τι είναι σήμερα. Και όμως, δεν φαίνεται από τα κείμενα να είχαν αυτό το ταμπεραμέντο που εννοείτε. Απέναντι στο νόμο είχαν μια στάση πολύ διαφορετική από τη σύγχρονη νεοελληνική. Ο Σωκράτης πέθανε για το νόμο, για παράδειγμα. Υπήρχε η έννοια της δημοκρατίας, που δεν υπάρχει σήμερα. Αυτό που γίνεται σήμερα είναι οχλοβοή κι όχι δημοκρατία.

Υπάρχουν κάποιοι παράγοντες της μεταπολιτευτικής περιόδου, όπως η αποδιάρθρωση του κοινωνικού ιστού, η διάλυση των γνωστών συλλογικοτήτων κλπ., που τροφοδοτούν αυτή την επιθετική συμπεριφορά;

Το δυναμικό της βιαιότητας και της περιφρόνησης είναι ανθρωπολογικό δεδομένο. Αυτό κοντρολάρεται στον πολιτισμό από την ύπαρξη νόμων και πλαισίων, οι οποίοι προστατεύουν από την παράνοια. Όλη η μεταπολεμική Ελλάδα, όμως, στηρίχτηκε στην ύπαρξη ενός διωκόμενου κι ενός διώκτη, που διώκει γιατί διώκεται — στον ίδιο, δηλαδή, το μηχανισμό της παράνοιας. Την τελευταία 20ετία, με τον άγριο πλουτισμό της «αρπαχτής» που επήλθε καταλύθηκαν πολλά ακόμη στο επίπεδο και των κοινωνικών δομών και των νοοτροπιών και των αξιών.

Καταλύθηκαν όλα εκείνα που αποτελούσαν κανόνες και πλαίσια και κατάφεραν να συγκρατήσουν τη βιαιότητα. Η γενικότερη αίσθηση, λοιπόν, της ανομίας δεν μεταφράζεται σε τίποτε άλλο, παρά σε ανεξέλεγκτη έκφραση και στο χώρο της οδικής συμπεριφοράς.

Μπορώ να φανταστώ την ποιότητα του Έλληνα οδηγού, η οποία λόγω της μεταφυσικής σχέσης που είχε τον πρώτο καιρό της εμφάνισης του αυτοκινήτου στη χώρα — τότε που η «κούρσα» ήταν το αντικείμενο της απόλυτης υπεροχής — οδήγησε στη σύγχυση και στη διατύπωση της γνωστής φράσης: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»

Το ίδιο λέγεται και σήμερα, στην πιο άγρια, όμως, μορφή του, και με νοήματα. Όταν αδιαφορεί κάποιος για όλη τη σειρά των αυτοκινήτων που περιμένουν και διεκδικεί την πρώτη θέση, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εφαρμογή αυτού στην πράξη.

Πώς ερμηνεύεται το γεγονός ένας άνθρωπος ήρεμος και ευγενικός στην καθημερινή του ζωή να εκδηλώνεται βίαια και ανάγωγα όταν βρίσκεται στο αυτοκίνητο;

Κανείς δεν είναι ήρεμος και ευγενικός εκ φύσεως. Απλώς, υπάρχουν καταστάσεις όπου, ακριβώς επειδή υπάρχουν κανόνες και ο φόβος των συνεπειών, δεν του επιτρέπουν να λειτουργεί βίαια. Όταν, όμως, εκλείψουν οι κανόνες, όλοι μπαίνουν σ’ αυτή τη λειτουργία της ζούγκλας.

Τα χρώματα στα φανάρια μήπως λειτουργούν ως ερέθισμα αφύπνισης αυτής της βιαιότητας;

Χωρίς την ύπαρξη κάποιου κώδικα, πράγματι το πράσινο σε ηρεμεί και το κόκκινο σε κινητοποιεί. Τα χρώματα, όμως, στα φανάρια δεν είναι εκεί ως χρώματα, ως ερεθίσματα-χρώματα, αλλά ως τμήματα κωδίκων. Η άμεση επίδραση του χρώματος, στην περίπτωση αυτή, είναι εντελώς αμελητέα. Άλλωστε, σε όλες τις χώρες του κόσμου τα φανάρια έχουν τα ίδια χρώματα και οι οδηγοί δεν… δαγκώνουν.

Πολλές φορές έχω συναντήσει το εξής περιστατικό: Ένας οδηγός να προσπαθεί αγωνιωδώς να προσπεράσει και ο ερχόμενος από το αντίθετο ρεύμα όχι μόνο να μην τον διευκολύνει, αλλά να κατευθύνεται εναντίον του αναβοσβήνοντας τα φώτα και, φυσικά, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο…

Ο κίνδυνος είναι, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το επιζητούμενο. Ο κίνδυνος εδώ αφορά μόνο τους άλλους. Καμιά φορά, ωστόσο, είναι και μια συμπεριφορά αυτοκτονίας. Μια μεγάλη ομάδα των τροχαίων ατυχημάτων που γίνονται οφείλονται σε εκδηλώσεις καταθλιπτικές και αυτοκτονίας.

Σε όλα αυτά η καταστολή βοηθάει;

Βεβαίως, βοηθάει. Προκειμένου να αποφύγει κανείς τη «ράβδο», θα χρειαστεί να προσφύγει στο λόγο.

Πιστεύετε ότι υπάρχει θεραπεία του κακού;

Υπάρχουν δύο μοντέλα επιτυχημένων οδηγών. Και τα δύο βασίζονται στο σεβασμό των κανόνων οδικής κυκλοφορίας. Το ένα είναι το αμερικάνικο και το άλλο το γερμανικό, το δυτικοευρωπαϊκό γενικότερα. Στο ένα είναι μεγάλα τα όρια ανοχής του νόμου, από τους ίδιους τους οδηγούς. Κι αυτό γιατί η κοινωνία τους, χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο ως λειτουργικό στοιχείο και όχι ως υπαρξιακό χαρακτηριστικό. Εκεί οι περιορισμοί είναι από όλους σεβαστοί, ο έλεγχοι είναι δρακόντειοι και κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει.

Το άλλο μοντέλο, το δυτικοευρωπαϊκό, είναι πολύ πιο πολιτισμένο και βασίζεται, κυρίως, στην κυκλοφοριακή αγωγή των οδηγών. Για την ελληνική κοινωνία, τα πράγματα είναι μάλλον απογοητευτικά. Αν αφεθούν τα πράγματα χαλαρά, όπως είναι σήμερα, θα επικρατήσει το χάος. Αν υπάρξουν κανόνες, κανείς δεν πρόκειται να τους σεβαστεί. Ίσως τα παιδιά μας, από το πολύ αίμα που θα έχει χυθεί, μάθουν να σέβονται τους κανόνες. Το πρόβλημα, πάντως, φοβάμαι, θα εξαλειφθεί μόνο με την εξαφάνιση και των τελευταίων που το προκαλούν. Με τους ρυθμούς που χαρακτηρίζουν την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, το στοιχείο της ανομίας θα παραμένει και θα διαιωνίζεται.

Συνέντευξη στη Δέσποινα Μακρινού
«ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» – Κυριακή 28 Ιουλίου 1991