Το πλαίσιο

— Το γενικότερο ζήτημα, στο οποίο εγγράφεται και η παρούσα ανάλυση, αναφέρεται στη διπλή κίνηση, που διέπει τη σχέση μεταξύ ψυχής και ιστορίας — δυο τάξεις φαινομένων αλληλένδετων, αλλά και διακριτών. με διαφορετική δομή, λειτουργία και, ιδίως, χρονικότητα, αλλά και με πολύπτυχες μεταξύ τους συνηχήσεις και αντιστοιχίσεις.

Η διπλή κίνηση αυτή συνίσταται σε μια διαλεκτική μεταξύ ιστορικότητας του ψυχισμού, από τη μια, και ψυχικής πτυχής της ιστορίας, από την άλλη. Δεν υπάρχει ανιστορικός ψυχισμός — ούτε, όμως, και άψυχη ιστορία. Από τη μια, λοιπόν, εσωτερίκευση και διαχείριση της ιστορίας με όρους ψυχικής κατασκευής — και, από την άλλη, εξωτερίκευση και μορφοποίηση ψυχικών διεργασιών στον ιστορικό χώρο. έτσι έχουν τα πράγματα.

Ως προς τον Εμφύλιο, το γενικό ερώτημα αυτό διατυπώνεται ως εξής: Πώς μορφοποιήθηκε το βίωμα, η δράση, η σύγκρουση, η έκβαση, τα μετά-τον-εμφύλιο, και η υπέρβασή τους, μέσα στην ψυχική οργάνωση και λειτουργία των ανθρώπων, που έζησαν τις εποχές αυτές;

— Το πλαίσιο της προσέγγισης προσδιορίζεται ως εξής:

Κανείς δεν πολεμά και δεν θυσιάζει και τη ζωή του ακόμη για επιχειρήματα και έννοιες «γυμνές». Απαιτείται συναισθηματική επένδυση, ψυχική κινητοποίηση και ορμή, υποκειμενική εμπλοκή πολύπλευρη και σε βάθος. Αυτό, άλλωστε, είναι και το πρακτικό αντίκρυσμα της ρήσης του Καρλ Μαρξ, ότι «οι ιδέες, όταν κατακτήσουν τις μάζες, μετατρέπονται σε υλική δύναμη» — η κατάκτηση της φαντασίας.

Μ’ άλλα λόγια: Η ακραία φυσική και ψυχική προσπάθεια, που εξυπονοεί η πολεμική αναμέτρηση — ιδίως σε συνθήκες πάθους και έντασης, όπως αυτές που χαρακτηρίζουν την αντίσταση και τον εμφύλιο, αλλά και, κατοπινά, τη διαβίωση σε συνθήκες «ψυχρού εμφυλίου πολέμου» ή, ίσως ακριβέστερα, «εμφύλιας ειρήνης» — προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, και ψυχικές διεργασίες ικανές να θέσουν σε κίνηση και να βαστάξουν μια τέτοια δυναμική.

Προνομιακό πεδίο και δεσπόζουσα πτυχή αυτών των διεργασιών αποτελούν οι φαντασιώσεις, που μορφοποιούν με τρόπο ψυχικά αποτελεσματικό τα πραγματολογικά πολιτικά, πολιτισμικά και ιδεολογικά στοιχεία του περιβάλλοντος, με τρόπο που εμπλέκει σε βάθος τη ζώσα υποκειμενικότητα και σημασιοδοτεί, νοηματοδοτεί και επενδύει ψυχικά την πρακτική των ιστορικών προσώπων και δραστών.

Αντίσταση και Εμφύλιος στην ψυχή

— Αν αναλύσουμε τις βαθύτερες και λεπτότερες πτυχές της ψυχικής μορφολογίας, που διατρέχει και την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, και τη μετεμφυλιακή πολιτική ψυχολογία και κουλτούρα, μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής:

— Το πιο δύσκολο — ίσως, μάλιστα, και το πιο μοιραίο — από τα ζητήματα, που αντιμετώπισε, και στο πολιτικό και στο ανθρώπινο επίπεδο, η Αντίσταση, είναι ο πόλεμος ελλήνων κατά ελλήνων.

Το ζήτημα αυτό διατυπώνεται από την πρώτη στιγμή. Ο Άρης, στη Δομνίστα, στις 7-6-42, διακηρύσσει το νόημα της Αντίστασης με μια θεμέλια φράση:

«Κηρύσσω την Επανάσταση κατά των ξένων καταχτητών και των ντόπιων συνεργατών τους.»

Αν, στο πολιτικό επίπεδο, οι «ντόπιοι συνεργάτες» αυτοί μπορούν ενδεχομένως να προσδιορισθούν με όρους ταξικής τοποθέτησης και ηθικού φρονήματος, στο πεδίο της ψυχικής δυναμικής το ζήτημα είναι πολύ πιο λεπτό, πολύ πιο περίπλοκο, ακανθώδες και εκρηκτικό. Γιατί, στο επίπεδο της θεμελιακής φαντασίωσης — μια μεταφορική γενεαλογία του καλού και του κακού, ιδίως ως σύγκρουση καλών και κακών τέκνων — η οποία συγκροτεί υποκειμενικά και βιωματικά τη μορφή και το νόημα της Αντίστασης, αυτοί οι «ντόπιοι συνεργάτες» δεν αντιπροσωπεύουν τον ξένο, τον άγνωστο, τον αδιάφορο, τον ριζικά ανόμοιο. Αλλά, σαν ανάξια, βέβαια, τέκνα των ίδιων, όμως, γονέων, οι «ντόπιοι συνεργάτες» αυτοί αντιστοιχούν σε αδέρφια.

Συνεπώς, από την αρχή και σύμφωνα με τους όρους της θεμελιακής φαντασίωσης, που προσδιορίζει την ψυχική αξία και θέση των δρωμένων, η Αντίσταση έχει και διάσταση αδελφοκτόνου αγώνα.

Δηλαδή ο εμφύλιος ενυπήρχε εν σπέρματι από την πρώτη στιγμή στην Αντίσταση.