Χάρης Βρόντος

Είμαστε στη δεκαετία του 1960, στο νησί της Λευκάδας, στο δημοτικό σχολείο. Φτώχεια και καλή καρδιά. Αλητεία και φρενήρης έρωτας με τη φύση. Αλυκές, διβάρια, λιμνοθάλασσες, απέραντες θάλασσες, ελιές, αμπέλια, κυπαρίσσια, μια τεράστια κλίμακα ευεργεσίας. Εκεί βουτήξαμε και οι δυό μας. Η μάννα του Νίκου Σιδέρη διορισμένη στην εκπαίδευση, ο πατέρας μου δικαστής, είχαμε τους ίδιους δασκάλους και κολυμπήσαμε στα ίδια νερά.

Συναντηθήκαμε μετά από δεκαετίες στις διαδηλώσεις της μεταπολίτευσης. Χαθήκαμε για χρόνια και βρεθήκαμε πρόσφατα σε μια καλή παρέα ώριμων φίλων που δίνουν πλέον πρωτεύουσα σημασία στο «χαμένο» χρόνο.

Η μουσική για τους Λευκαδίτες ήτανε το καθημερινό τους οξυγόνο: Χορωδίες, φιλαρμονική, ωδεία, κανταδόροι, αυτοσχέδιοι καλλιτέχνες, χαλαρά περιβλήματα, ήπια, γλυκιά ζωή που συγκλίνει προς την κοινότητα, το καλαμπούρι, την αποδοχή των περιθωριακών και της απόκλισης, μια κοινότητα ρυθμισμένη σοφά, στα όρια μιας λειτουργικότητας που χωράει τους πάντες.

Θα σας μιλήσω απόψε για τη μουσική που εισπράξαμε παιδιά και έφηβοι, ο Νίκος κι εγώ, εκείνα τα μαγικά χρόνια. Και θα το κάνω γιατί πιστεύω ότι στο μυθιστόρημά του «Ένα τραγούδι για τον Ορφέα», η μουσική διεκδικεί σημαντικό μερίδιο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Πρώτα ως γλώσσα που απηχεί την ιδιόρρυθμη επτανησιακή μουσικότητα, κάτι εντελώς ιταλικό μετά από τετρακόσια χρόνια βενετσιάνικης κατοχής και, ύστερα ως φροντίδα καλλιέργειας μιας ευαισθησίας που δεν φοβάται να τρωθεί, να βγει δηλαδή λαβωμένη, ως παράταιρη, συγκρινόμενη με το στεγνό ύφος που επικρατεί γύρω μας.

Ήδη ο τίτλος μας μιλάει για ένα τραγούδι. Άραγε ο Σιδέρης μας προειδοποιεί ότι μας γυρίζει σε περασμένους καιρούς; Ναι, αλλά η ιστορία του μας μιλάει για σημερινούς ανθρώπους. Ποιο τραγούδι λοιπόν, για ποιους σημερινούς ανθρώπους; Ποιος Ορφέας και ποια Ευρυδίκη σήμερα; Υπάρχουν τέτοιες αγάπες; Λοιπόν ο Σιδέρης θέλει να μας πείσει ότι υπάρχουν. Φτιάχνει ένα μυθιστόρημα όπου η αγάπη ως μουσική νικάει το θάνατο, όπου η φωνή και το τραγούδι επανέρχονται ως βασικά μοτίβα στις τρείς ορφικές μεταμορφώσεις του ήρωα του. Στα νιάτα του και τα φοιτητικά του χρόνια, κατά την επαγγελματική του αναρρίχηση στη διαφήμιση και, τέλος, όταν φεύγει με την Ευρυδίκη στη Συρομένη και μπαίνει στο νοσοκομείο με καρκίνο. Αν μπορούμε να εκλάβουμε την περίοδο της ασθενείας του ως ξεχωριστό κεφάλαιο της αφήγησης, θα μιλούσα για τη σύνθεση μιας μεγάλης σουίτας σε τέσσερα μέρη όπου το καθένα ξεχωρίζει με τη δική του ρυθμική αγωγή. Όπως ακριβώς στις σουίτες που αποτελούνται από διαφορετικούς χορούς. Όλη αυτή η τοιχογραφία είναι κατάσπαρτη από αναφορές σε τραγούδια, ελληνικά και ξένα, σε άριες από όπερες, σε συνθέσεις κλασικής μουσικής, σε πρόσωπα που έχουν ουσιαστική σχέση με τη μουσική, έτσι που ο τίτλος της να υποστηρίζεται επαρκώς από τον συγγραφέα σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης.

Μιλώντας για το ήθος αυτής της μουσικής, θα έλεγα ότι είναι διακριτό και διαπερνά και τα τέσσερα μέρη της σουίτας. Αυτού του είδους το ενιαίο ήθος εμφανίζεται σε έργα κυκλικής μορφής (Αθηναϊκή τραγωδία των κλασικών χρόνων, όπερες του Βάγκνερ, μουσική του Σεζάρ Φρανκ, για παράδειγμα), σε έργα δηλαδή όπου η βούληση του δημιουργού είναι πανίσχυρη και διαποτισμένη από διδακτικές προθέσεις. Στην περίπτωση του Βάγκνερ και των Αθηναίων τραγωδών, τα πρόσωπα, οι ήρωες, ανήκουν στο μύθο και η αισθητική και ηθική ενότητα πηγάζει από μια ισχυρή ιδεοληψία. Στο «Ένα τραγούδι για τον Ορφέα» όμως, όπου είναι φανερή η πρόθεση του συγγραφέα να υποστηρίξει ότι η αγάπη συνιστά τον μέγιστο σκοπό της ζωής, οι ήρωες δεν είναι πρόσωπα του μύθου, αλλά σύγχρονοι, καθημερινοί άνθρωποι. Εδώ λοιπόν εντοπίζω μια ειδολογική αντίφαση. Ενώ θα μπορούσαν οι συγκρούσεις να είναι απολύτως νομιμοποιημένες (όπως συμβαίνει στο κεφάλαιο αριθμός τέσσερα), γενικώς, αμβλύνονται τόσο, ώστε η πλάστιγγα γέρνει προς τη μεριά μιας φιλοσοφικής άποψης που διαρκώς επαναφέρει τα πρόσωπα στην ειλημμένη πρόθεση του συγγραφέα και όχι προς τη μεριά ενός σπαρασσόμενου σύγχρονου εγώ, όπως θα περίμενε κανείς.

Τι θέλω να πω; Ο Σιδέρης συνέθεσε ευσυνείδητα ένα κοπιώδες αφήγημα που υπερέχει πονημάτων επαγγελματιών του είδους, εδώ στην επαρχία μας, του οποίου η μουσική ταιριάζει στα χείλη ενός φιλοσόφου. Η εκφραστικότητά του όμως κερδίζει σε πυκνότητα, βάθος και ύψος, εκεί ακριβώς που η αφήγηση απελευθερώνεται από τις προθέσεις του και μας μιλά για τα πλέον κοινότοπα σχέδια ενός διαφημιστή ή τις αναγκαίες προεγχειρητικές διαδικασίες του βαρέως ασθενούντος Θάνου Μαυρή. Επομένως δεν θα εντόπιζα την ιδιαιτερότητα της γλώσσας του συγγραφέα στα λυρικά αφηγηματικά τμήματα, αλλά ακριβώς στις περιπτώσεις όπου απομακρύνεται από κληρονομημένα και, εν πολλοίς, φθαρμένα στερεότυπα. Αυτό για παράδειγμα, συμβαίνει στο «Πρότζεκτ Μορφέας». Σ’ αυτό το κεφάλαιο απολαμβάνουμε την παρωδία της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Ο ύμνος είναι φανφαρονικά χιουμοριστικός, εύστοχος, καταλυτικός και εφευρετικός. Θα ταίριαζε γάντι στην αρπακτικά νεοπλουτίστικη συμπεριφορά των συμπατριωτών μας, στην καννιβαλική τους παρόρμηση, στην επιθετική τους εγωπάθεια, στην άμετρη ηλιθιότητά τους.

Δικαίως βεβαία το «Πρότζεκτ Μορφέας» δεν αφήνει αλώβητο τον εμπνευστή του. Ο Θάνος Μαυρής, στην κορύφωση της προσωπικής του κρίσης, θα χάσει τη φωνή του για λίγο και, στη συνέχεια, δεν θα μπορεί να είναι ο τραγουδιστής που υπήρξε. Άρα η απώλεια του ήθους πληρώνεται με στειρότητα. Με κενό, με ερήμωση. Όταν θα ξαναβρεί τη φωνή του βρίσκεται προ των θυρών του χειρουργείου, στο νοσοκομείο, στη μέση μιας παράξενης σύναξης, ακριβώς όταν ετοιμάζεται να κατέβει στον Άδη, στον Κάτω Κόσμο. Και θα είναι τέτοια η γοητεία του τραγουδιού του ώστε «ο Κέρβερος θα μαγευτεί για να τον αφήσει να περάσει, ο Τάνταλος θα ξεχάσει τη δίψα του, ο τροχός του Ιξίονος θα πάψει να γυρίζει, ο βράχος του Σισύφου θα σταματήσει να κυλάει, οι Δαναΐδες θα διακόψουν το νεροκουβάλημα τους και οι σκιές του Άδη θα μαζευτούν γύρω του συγκινημένες».

Είμαστε στο 17ο κεφάλαιο του βιβλίου: Εδώ ο συγγραφέας κορυφώνει το δοξαστικό του για τη μουσική. Συνθέτει την αποθέωσή της, στον προθάλαμο της υπέρτατης δοκιμασίας που μπορεί να υποστεί ο άνθρωπος, όταν δηλαδή αντιμετωπίζει το θάνατο. Ο ήρωας παραμερίζει το κρύο χέρι του εωσφόρου, προσπαθεί να ξεφύγει απ’ την ανάσα του που πλησιάζει και την αισθάνεται σχεδόν πάνω στον ώμο του. Θέλει να μην τελειώσει εκεί. Κοιτάζει αυτούς που αγαπάει και παίρνει κουράγιο. Θα τα καταφέρει. Το ξέρουμε πριν τελειώσει το βιβλίο. Είτε πεθάνει, είτε όχι, έχει νικήσει. Η συνοδεία του Ορφέα σχηματίστηκε. Η Ευρυδίκη με το βιολί, ο Σοφοκλής με τη φυσαρμόνικα, όλος ο θίασος με τα κατάλληλα ρούχα και τα όργανα ιατρικής υποστήριξης: πατερίτσες, ορούς, ουροσυλλέκτες, παντόφλες, ρόμπες, συσκευές αναπνοής, μπουκαλάκια αντιβιοτικών, παλαμάκια, σφυρίγματα, ποδοκροτήματα, επιδέσμους, τσιρότα και ποτήρια, όλος λοιπόν ο θίασος συγκροτεί το επινίκειο χορωδιακό άσμα, ένα ποτ-πουρί με ό’τι μπορεί κανείς να φανταστεί, σ’ ένα είδος γκροτέσκου αυτοσχεδιασμού που υποχωρεί σιγά-σιγά για να δώσει τη θέση του στην τελική άρια του πρωταγωνιστή.

Γράφει ο Σιδέρης: « Η Ευρυδίκη τεντώνει το χέρι της με το δοξάρι προς τα κάτω δεξιά• χαιρετισμός του ξιφομάχου• μόλις νικήθηκε ο πιο άγριος δαίμονας – ο έσω. Υψώνει και δοξάρι και βιολί, η αγκαλιά της μουσικής προς το στερέωμα… Ο Σοφοκλής τα βλέπει όλα μαγεμένος: ήχοι, κίνηση, σιωπές, ακινησία, μυρωδιές, χειρονομίες, χρώματα, πρόσωπα, στόματα, τα πάντα όψεις του παντός που μεταλλάσσεται χωρίς στιγμή να παύει να’ ναι ίδιο. Αίσθηση της ύπαρξης στην πρώτη-πρώτη ύλη της, χωρίς ανάγκη για εικόνες και ονόματα.

Όσο ο Σοφοκλής το σκέφτεται, η Ευρυδίκη, με το μάγουλο σφιχτά στο θείο ξύλο του βιολιού της, το αισθάνεται, νιώθει αυτό που νιώθουν, καθένας όπως το μπορεί και με τον τρόπο του, όλοι γύρω της, καθώς η μουσική και το τραγούδι και τούς κάνει όλους ν’ αναδράμουν πίσω, πίσω, πίσω, στην πρώτη απαρχή και στο πιο μύχιο στρώμα της ύπαρξής τους, στη θαλπωρή χωρίς γιατί της πιο αρχέγονης αγκαλιάς – αγέλης… Αργότερα, όταν θα μείνει μόνος, ο Θάνος θα βάλει σε λέξεις τη χθόνια και ουράνια αίσθηση ευγνωμοσύνης, πλησμονής και έτοιμου αντίου που τον πλημμύρισε καθώς στο στερνό γύρισμα οι νότες άφηναν πια τον τόπο στο κενό. Σ’ ένα κενό που δεν τρομάζει πια. Αλλά ανοίγει χώρο να υπάρχεις. Όπως επέστρεψε και υπάρχει πάλι, στη θέση της, η κλεμμένη φωνή του.»