Γιάννης Κιουρτσάκης

«Άνθρωπος σημαίνει πλάσμα που πεθαίνει. Και το ξέρει. Και καλείται να κάνει ό,τι μπορεί καλύτερο γι΄αυτό το “έτσι είναι″»(6.16).

Διαβάζοντας τούτες τις φράσεις στην αρχή του μυθιστορήματος του Νίκου Σιδέρη, Ένα τραγούδι για τον Ορφέα, τις άκουσα να συνηχούν ακαριαία με δικές μου αναζητήσεις. Αυτός είναι ο λόγος που βρίσκομαι εδώ απόψε: η επιθυμία να μοιραστώ μαζί σας την πνευματική συνάντηση δύο ανθρώπων. Σίγουρα το βιβλίο είναι πολυεπίπεδο. Όμως δεν θα αναφερθώ εδώ ούτε στη μυθιστορηματική γραφή του, ούτε στην λογοτεχνική του ποιότητα, ούτε βέβαια στο ψυχαναλυτικό του βάθος που ξεπερνά τη γνώση μου. Δεν μιλώ ούτε ως κριτικός, που δεν είμαι, ούτε ως λογοτέχνης, που φιλοδοξώ να είμαι, αλλά ως αναγνώστης που ζητάει να μεταδώσει στους άλλους το σκίρτημα της ελπίδας που ξύπνησε μέσα του αυτό το δοξαστικό τραγούδι ―δοξαστικό, ακριβώς επειδή πηγάζει από τη συνείδηση της τραγικής μοίρας του ανθρώπου.

Ναι, τούτο το βιβλίο είναι από άκρη σε άκρη μια μελέτη θανάτου.

― ένα μυθιστόρημα μαθητείας στο θάνατο. Όμως, τι άλλο σημαίνει στο βάθος βάθος των πραγμάτων μελέτη θανάτου, αν όχι μελέτη ζωής.

― ο Ν.Σ. το επιβεβαιώνει, τιτλοφορώντας έτσι το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Τούτη η αντίληψη το διατρέχει ολόκληρο. Λ.χ., όταν ο κεντρικός ήρωας, ο Θάνος-Ορφέας (εδώ όλα τα ονόματα έχουν βαρύνουσα σημασία) αναθυμάται ένα εφηβικό ερωτικό του σκίρτημα, στο τέλος μιας κηδείας, συλλογίζεται αναδρομικά: “η αίσθηση εκείνη, ο πόθος ακράτητος μέσα στον ίσκιο του θανάτου […] ήταν η απόλυτη πιστοποίηση ό,τι ήμουνα ζωντανός, υπάρχω. Υπάρχει ο θάνατος, άρα υπάρχω″ (σ.203-204). Και αλλού: “… δίχως τον θάνατο, η ύπαρξη είναι αδιανόητη. Γι’ αυτό και οι θεοί, που είναι αθάνατοι, απλά δεν υπάρχουν″. Οπότε, συμπεραίνει ο Θάνος: “Δεν είμαι αθάνατος, άρα υπάρχω″ (σ.309). Ή, για να επαναλάβω μια δική μου φράση: “Ζουν μόνο τα θνητά″.

Βέβαια, η μαθητεία του θανάτου είναι ένα διαχρονικό μοτίβο στην παγκόσμια λογοτεχνία και στον ανθρώπινο πολιτισμό. Όλες οι προνεωτερικές κοινωνίες την πραγματώνουν – καθεμιά με τον δικό της τρόπο. Και το ερώτημα είναι πώς θα καταφέρουν να την πραγματώσουν τα τρία βασικά πρόσωπα του Σιδέρη, μέσα στη δική τους –τη δική μας– νεοελληνική και σήμερα παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, με την οποία, θέλουν δεν θέλουν, έχει ζυμωθεί ο ψυχισμός τους. Αυτό είναι το πιο καυτό, ίσως, πρόβλημα της εποχής μας στο οποίο θα επικεντρωθώ: πώς η πορεία προς την αυτογνωσία και την ολοκλήρωση μιας ανθρώπινης σχέσης, ενός ανθρώπινου εαυτού και μιας ανθρώπινης ζωής ―όρος εκ των ουκ άνευ αυτής της κρίσιμης μαθητείας― σκοντάφτει πάνω στην ανθρωπολογική συνθήκη της ύστερης νεωτερικότητας που δεν παύει να τη ματαιώνει: τη συνθήκη ενός κόσμου ο οποίος μας σπρώχνει όλους προς τον ακόρεστο, καταναλωτικό, νοσηρό ναρκισσισμό, πάει να πει στη λήθη του θανάτου – που είναι λήθη της ζωής.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ύστερα από λαμπρές φιλολογικές σπουδές, ο Θάνος-Ορφέας αναζητεί μια θέση στο Πανεπιστήμιο και σπάει τα μούτρα του πάνω στη γνώριμη νεοελληνική μιζέρια που, όσο βαθιά κι αν ριζώνει στην κοινωνία μας, κορυφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Διαβάζω: “Τα κύματα της αλλαγής επέβαλλαν νέους κανόνες, ή μάλλον νέες μηχανές, σε όλα τα παιχνίδια″ (σ.36). Ο Θάνος αναρωτιέται αν μπορεί να γλείψει τους ισχυρούς, να εισχωρήσει σε κομματικά κυκλώματα και καταλαβαίνει ό,τι γι’ αυτό “έπρεπε να θάψει όσα ήξερε και όσα πίστευε″ (σ.37). Σκέφτεται τη μετανάστευση, ακόμα και την αυτοκτονία ως πράξη ―φαντάζεται χιμαιρικά― που θα μπορούσε “να λειτουργήσει σαν μοχλός αναγέννησης της χώρας” (σ.38). Αλίμονο, το νιώθει, το έλος θα καταπιεί και αυτή τη χειρονομία.

Συνειδητοποιεί πώς “δεν μπορείς να στερήσεις από κάποιον κάτι που δεν του λείπει. Και σ’ αυτή την χώρα αυτό που έλειπε δεν ήταν τα μηνύματα […]. Το αντίθετο μάλιστα. Υπήρχε ένας τέτοιος πληθωρισμός μηνυμάτων, που άλεθε τα πάντα σε μία σούπα εντυπώσεων χωρίς νόημα. Αυτιά της έλειπαν για ν’ ακούσει, μάτια για να δει, μυαλό για να σκεφτεί″ (σ.40).

Κι εδώ η σημερινή Ελλάδα αναπαράγει, μέσα στα δικά της συμφραζόμενα, την παρούσα κατάσταση του κόσμου μας. Ενός κόσμου που, μετρώντας τα πάντα με το χρήμα, απαρχαιώνει την τιμιότητα, την προσωπική ακεραιότητα, την επαγγελματική ευσυνειδησία: αξίες που ενσαρκώνει, κατεξοχήν, ο πατέρας του Θάνου, ο οποίος καταντά, από τη μια μέρα στην άλλη, άνθρωπος μιας άλλης εποχής. Κι όμως, στοχάζεται ο Θάνος, “η επιβίωση είναι τέτοιου τύπου ανθρώπου –όπως ο έντιμος επιχειρηματίας, ο αδέκαστος δικαστής, ο αδιάφθορος δημόσιος λειτουργός, ο ευσυνείδητος τεχνίτης, ο υπερήφανος για τη δουλειά του εργαζόμενος– ήταν ζωτική για κάθε κοινωνία, επειδή εγγυάται την ύπαρξη ενός μίνιμουμ νοημάτων και κανόνων του παιχνιδιού, χωρίς τους οποίους η ζούγκλα κυριεύει τα μυαλά και τις πόλεις” (σ.49-50). Παρόμοια μας λέει ο Κορνήλιος Καστοριάδης στην Άνοδο της ασημαντότητας.

Πράγματι, τούτος ο κόσμος, μονολογεί ένα άλλο πρόσωπο του μυθιστορήματος, ο Σοφοκλής (ακόμα ένα βαρυσήμαντο όνομα, που αντιπροσωπεύει κατά κάποιον τρόπο τον τραγικό χορό), «εδώ και δύο αιώνες συνεχώς λοξοδρομεί […] ύστερα από τρεις χιλιάδες χρόνια διαδρομών». Ένας κόσμος, συνεχίζει, “ανθρώπων ανήμπορων να συνταιριάξουν την τρίσβαθη λαχτάρα γι’ αναγνώριση κι αγάπη, για την αγκάλη ενός «εμείς», με το να σέβεται το Εγώ τους «άλλους» ‹παίζοντας με κανόνες. Μέχρι που φούνταραν τα πάντα στα έτη 1980: Τότε οι λέξεις έχασαν κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Στήθηκε ένα αξεδιάλυτο σύστημα συνενοχών με βάση την αρχή «Άρπαζε και άφηνε και τους άλλους ν΄αρπάζουν». Δανεικά λεφτά, δανεικά φορέματα, δανεική ψυχή” (σ.358). “Δανεική ψυχή”: εδώ το μυθιστόρημα αγγίζει τον πυρήνα της σημερινής κατάρρευσης, η οποία, πιστεύω βαθύτατα δεν είναι μόνο οικονομική και πολιτική, αλλά ριζικά ανθρωπολογική• γι’ αυτό ακριβώς μας παγιδεύει όλους. Όπως θα παγιδέψει σε λίγο και τον Θάνο, που θα παραδώσει “όλη την ψυχή του στη διαφήμιση” (σ.45), με μεγάλη επιτυχία αλλά και με το βαρύ τίμημα της “μετάλλαξης” του ίδιου του του εαυτού (ibid). Και θα τον οδηγήσει στο σημείο να πουλήσει ένα πρόγραμμα διαχείρισης ιδιωτικών νεκροταφείων με κηδείες αίγλης και “κοιμητήριο τουρισμό″ ― το project Μορφέας (σ.87-90). Που θα πει να πουλήσει τον θάνατο ως καταναλωτικό προϊόν: “δόλωμα εκτυφλωτικό και φάκα αόρατη″ (σ.90). Απλούστατα, γιατί οι νάρκισσοι καταναλωτές στους οποίους απευθύνεται “δεν υπάρχουν ως ολότητες, ως άνθρωποι, αλλά ως γκάμα δυνητικών συμπεριφορών. Ήτοι ως μερικά αντικείμενα χειρισμού εκ μέρους μας…″ (σ.103-104).

Αλλά είναι έτσι; Άραγε, όταν αντικειμενοποιούμε τους άλλους, δεν αντικειμενοποιούμε τον εαυτό μας; Μια μέρα, ο Θάνος συναισθάνεται ξάφνου ό,τι, πουλώντας το προϊόν του, έχει “χάσει το πρόσωπο [τ]ου″ (σ.112). Κι αυτή η “απλή, τραγική και γι’ αυτό λυτρωτική αποκάλυψη″ (ibid) τον ωθεί να γράψει σ’ ένα χαρτί “ΘΕΛΩ ΠΙΣΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ″ (σ.111) – αναθυμάται την ορφική παραγγελία ΓΕΝΟΙ΄ΟΙΟΣ ΕΣΣΙ – “Να γίνεις αυτός που είσαι″ (σ.112-113). Ο δρόμος προς την κάθαρση έχει ανοίξει, αν και θα είναι ακόμα μακρύς κι επώδυνος – στον κόσμο μας κανείς δεν ξεφεύγει εύκολα από τον διχασμό του. Αργότερα, φτάνοντας σ΄ένα χωριό για την κηδεία της θείας του, “μαθαίνει″, διαβάζω, “ό,τι το πανηγύρι της Παναγίας –η πιο μεγάλη μέρα της χρονιάς– ματαιώθηκε σ’ ένδειξη πένθους επειδή πέθανε η συγχωριανή τους […]. Συγκλονίζεται: δηλαδή εδώ, για αυτούς τους ανθρώπους, ο θάνατος είναι επιβεβαίωση της ανθρώπινης σχέσης, τόπος εκδήλωσης της ανθρωπιάς, του σεβασμού, του μεγαλείου. Δεν είναι αντικείμενο αγοραπωλησίας, δεν είναι μια ακόμη αγορά, ένα πεδίο κερδοσκοπίας. Εκτός από το χρήμα υπάρχουν και άνθρωποι – και, κανονικά, οι άνθρωποι είναι πάνω από το κέρδος, όπως σ’ αυτό το χωριό″ (σ.134). Επιτρέψτε μου ένα προσωπικό σχόλιο: Ιδού η ριζική ανθρωπολογική πρόκληση που μια παραδοσιακή, προνεωτερική κοινωνία απευθύνει στη δική μας• δεν ξέρω αν και πόσο είμαστε ικανοί να την ακούσουμε.

Αλλά για τον Θάνο-Ορφέα, ο κύβος έχει ριφθεί. “Βλέπει. Είδε…”. Και φεύγει με τη δεύτερη μεγάλη αγάπη της ζωής του, την Ευρυδίκη – έχει προηγηθεί ο χωρισμός του από την πρώτη, τη Ζωή, η οποία όμως θα επανεμφανιστεί, λυτρωτικά για όλους, λίγο αργότερα. Πάνε σ’ ένα νησί, τη Συρομένη, όπου θα στήσουν έναν “Χώρο Πολιτισμού″. “Νιώθει ό,τι ο Ορφέας […] γύρισε από τον Άδη όπου τον έσπρωχνε ο ΜΟΡΦΕΑΣ, φέρνοντας μαζί του και την Ευρυδίκη του″ (σ. 136).

Όμως, ούτε η σφοδρή επιθυμία του “ν’ αφήσει πίσω […] έναν κόσμο νοσηρού ναρκισσισμού″ (σ.185) δεν θα εκπληρωθεί. Στη Συρομένη συνειδητοποιεί ό,τι “όσο [συρρέουν] οι πολιτισμένοι… οι τουρίστες κύρια, και κάποιοι από εμάς βεβαίως, όσο το χρήμα [ρέει], τόσο οι άνθρωποι εκεί χαλ[ούν]″ • ό,τι αυτοί οι ίδιοι χρησιμοποιούν τους ντόπιους “σαν κουλέρ λοκάλ, σαν τοπική διακόσμηση στα υπεροπτικά ανάκτορα που έπλαθε η φαντασία τους” (βλ. σ. 190) ― πώς να συναντηθούν λοιπόν αληθινά μαζί τους;

Είναι αλήθεια: για το νεωτερικό άτομο που είναι ο Θάνος –όπως και όλοι εμείς– η λύτρωση δεν μπορεί να έρθει από τον κόσμο της αλλοτινής κοινοτικής παράδοσης• θα πηγάσει μόνο από μέσα μας και από την προσωπική μας σχέση με τους άλλους – αυτά τα δύο είναι αχώριστα. Και τούτο πάλι περνάει από μια βαριά δοκιμασία, όπως εκείνη που θα αναγκάσει τον Ορφέα και την Ευρυδίκη να γυρίσουν στην Αθήνα. Διαβάζω: “Και όταν φεύγεις και όταν γυρίζεις ο ίδιος δρόμος είναι. Μόνο που εσύ και είσαι και δεν είσαι ο ίδιος. Ειδικά αν εκείνο που σ’ έκανε να φύγεις ήταν το όραμα μιας νέας ζωής. Κι αυτό που σε κάνει να επιστρέφεις, ένας καρκίνος” (σ.11).

Αυτές είναι οι πρώτες φράσεις του βιβλίου. Ναι, είναι ο καρκίνος του Θάνου ―η κρισιμότερη δοκιμασία του πόνου και της πικρής γνώσης ό,τι ο θάνατος φωλιάζει εδώ και τώρα μέσα μας― που θα οδηγήσουν σιγά σιγά και τον Θάνο-Ορφέα και την Ευρυδίκη και τη Ζωή στο μέγιστον μάθημα του βίου τους: ένα προσωπικό κατόρθωμα και για τους τρεις. Γιατί, σκέφτεται ο Θάνος, “κι ο πόνος θέλει τέχνη: Για να μη σε πάρει για τα καλά από κάτω• να μπορέσεις να τον υπερβείς• κι αν είναι τυχερός να τον αξιοποιήσεις σαν μάθημα ζωής. Να τον κάνεις γνώση, σοφία, αντοχή, τραγούδι” (σ.193). Αυτό θα πετύχουν και οι τρεις τους, και ίσως κάποτε, “αν είμαστε τυχεροί” κι εμείς, οι αναγνώστες του Ένα τραγούδι για τον Ορφέα.

Δεν έχω το χρόνο να περιγράψω τα στάδια αυτής της μυητικής τελετουργίας, όπου θα σύρουν τον χορό οι δύο υπέροχες γυναίκες του μυθιστορήματος -πιο σωστά, θα γίνουν υπέροχες μέσα από την κοινή δοκιμασία τους- (το οποίο αφιερώνεται “στη σοφία γυναίκα”), σπρώχνοντας όλα τα πρόσωπα “σε πεδία οριακά για μια ψυχή” (σ.336). Άλλωστε, δεν θέλω να στερήσω απ’ όσους από εσάς δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο τη χαρά να ανακαλύψουν μόνοι αυτή την εκστατική κυριολεκτικά πορεία. Θα αρκεστώ λοιπόν, κλείνοντας, σε κάποια σημαδιακά της ίχνη, παρακολουθώντας πάντα το μυθιστόρημα.

Λίγο λίγο, Θάνος, Ζωή και Ευρυδίκη θα μάθουν ό,τι πλάι στον “παραισθησιογόνο ναρκισσισμό” όπου μας παρασέρνει τούτη η εποχή, “κάν[οντάς μας] να πλάθ[ουμε] υπέροχες εικόνες-φούσκες του Εγώ”, υπάρχει κι ένας άλλος που υποδεικνύει ο Σοφοκλής: ο “ζωοδότης” ναρκισσισμός, που επιτρέπει στον καθένα να συνυπάρχει αρμονικά με τους άλλους και κάνει “ανθρώπινο τον άνθρωπο” (βλ.σ.226-227). Ένας “αλλοκεντρικός”, αν μπορώ να πω, ναρκισσισμός, όπου η αγάπη του εαυτού γεννιέται από το καθρέφτισμά του στην ψυχή του άλλου, και που προϋποθέτει τεράστια δύναμη ψυχής, γιατί απαιτεί όχι μόνο την ανιδιοτελή δωρεά, αλλά και τη συντριπτική θυσία, όπως θα το δούμε λίγο πριν από το τέλος του βιβλίου.

Ακριβώς όπως η κάθαρση προϋποθέτει την τραγωδία – ατομική ή συλλογική: “Βρε παιδιά, δεν το καταλαβαίνω αυτό το πράγμα”, απορεί η Zωή, ενώ το φάσμα του θανάτου πλανιέται πάνω τους κι εκείνοι κουβεντιάζουν χαρούμενα. “Πού βρίσκουμε το σθένος κι ενώ ο πλανήτης μας πάει κατά διαβόλου από την ανοησία των ανθρώπων, μπορούμε να μιλάμε έτσι;” (σ.284).

Αλλά είναι απορίας άξιο, όταν η “κάθοδος στον Άδη”, που αντιπροσωπεύει τούτο το βιβλίο (σ.283), έχει χαρίσει στους ήρωες την “πικρή ευλογία της γνώσης” (σ.252): της γνώσης προπαντός ό,τι “ο Έρωτας είναι πάνω απ’ τον Θάνατο. Αλλά πιο πάνω κι από τον Έρωτα είναι η Αγάπη” (σ.243). Κι “ο δρόμος της αγάπης”, όπως θα το νιώσει και θα το δείξει η Ευρυδίκη, “είναι αλλιώς. Δεν είναι μόνο να γυρεύεις και να παίρνεις. Είναι κύρια να δίνεις. Χωρίς απαίτηση ανταπόδοσης. Ο έρωτας, ναι, απαιτεί ανταπόδοση, βάζει το εγώ στην πρώτη θέση. Η αγάπη δίνοντας τρέφεται, χορταίνει. Η ψυχή που δίνει αγάπη γίνεται πλατύτερη, πλουσιότερη. Αν η αγάπη είναι αυθεντική, ακόμη κι αν χάνεις, κερδισμένος είσαι” (σ.299).

Δύσκολα, τρομερά δύσκολα πράγματα. Όμως μονάχα επειδή κάποιοι ―έστω ελάχιστοι― στον κόσμο κατορθώνουν, έστω ελάχιστα, αυτά τα δύσκολα, “μετατρέποντας”, διαβάζω, “σε άθλο το πιο στοιχειώδες από τα ζητούμενα: Να ζεις ανθρώπινα με τους άλλους ανθρώπους” (σ.364), μπορούμε να εξηγήσουμε “το περίεργο” ό,τι “με δεδομένη την ανθρώπινη μικρότητα και αδυναμία, […] γίνονται και όμορφα και μεγάλα και σωστά πράγματα – όχι το αντίθετο”, καταπώς λέει η Ζωή (σ. 343). Ίσως μονάχα έτσι μπορούμε να ζήσουμε αληθινά τη δική μας ζωή και να ωριμάσουμε εντός μας τον δικό μας θάνατο, για να θυμηθώ τον Ρίλκε. Και ίσως ακόμα μονάχα από αυτόν τον δύσκολο δρόμο θα καταφέρουμε κάποτε να αντιμετωπίσουμε σωστά τα καρκινώματα που κατατρώγουν τον σημερινό μας κόσμο και τον καθένα από εμάς. Από αυτήν την άποψη, τούτο το βαθιά υπαρξιακό βιβλίο είναι, πιστεύω, και πολιτικό.

Κλείνω με κάποια λόγια του Σοφοκλή-χορού στο “υπερβατικό” 17ο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται, όπως το βιβλίο, Ένα τραγούδι για τον Ορφέα : μια γνήσια ευχαριστιακή σύναξη των νοσηλευομένων του νοσοκομείου, που όλοι μαζί τραγουδούν, παίζουν και χορεύουν για τον Ορφέα: (Βλ.σ. 363-364)

«Ευχαριστώ που υπάρχει η μουσική στον κόσμο! Ευχαριστώ γιατί η μουσική είναι έργο των ανθρώπων! Ευχαριστώ που είμαι άνθρωπος κι εγώ! Και κάνω, όπως μπορώ κι εγώ, υπάρχοντας, να υπάρχει η μουσική στον κόσμο!». «Ευχαριστώ σε, μουσική, που υπάρχεις! Όπως ο αέρας, όπως το νερό. Γιατί μας επιτρέπεις να ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα μπορούσαν οι άνθρωποι να μοιράζονται άκοπα και δίκαια τ’ αγαθά του κόσμου, όπως μοιράζονται εσένα εδώ, τώρα, και δίκαιοι και άδικοι. Όπως μοιράζονται τον αέρα που ανασαίνουμε. Το δέος του έναστρου ουρανού πάνω απ’ το πέλαγο».

Και ο Θάνος-Ορφέας αντιλαλεί: (σ. 366)

«Ευχαριστώ την τύχη που γεννήθηκα. Ευχαριστώ τις λέξεις που με τρέφουν. Ευχαριστώ όσους πορεύτηκαν μαζί μου. Ευχαριστώ το τότε, το τώρα, το μετά. Ευχαριστώ το κάτι, ευχαριστώ το τίποτα. Ευχαριστώ για όλα! Δεν θέλω τίποτε άλλο!».

Νίκο Σιδέρη, σ’ ευχαριστούμε για την ελπίδα που μας χαρίζει το τραγούδι σου, σ’ αυτούς τους ανάποδους καιρούς!