Κατερίνα Σχινά

Τι να πω, ευχαριστώ πολύ για όλα αυτά τα καλά λόγια, αφού άκουσα πολλά σήμερα. Απλώς έχω κι εγώ τη μοίρα του τελευταίου: Ό,τι είχα σκεφτεί έχει ειπωθεί από τους άλλους και πολύ καλύτερα απ’ ότι θα το έλεγα εγώ. Γι’ αυτό, επειδή είναι και αργά, έχετε ακούσει υπέροχα πράγματα, θα πω μόνο μερικές σκέψεις που μου γέννησε το βιβλίο αυτό, το οποίο το διάβασα σε μορφή χειρογράφου και ήταν και η αιτία να γνωρίσω τον Νίκο Σιδέρη και να εκτιμήσω πάρα πολύ αυτό το πολυσχιδές που είναι η προσωπικότητα του και η οποία αποτυπώνεται και στο βιβλίο.

Πρώτα απ’ όλα αυτό που είναι το βιβλίο, είναι ένα μυθιστόρημα για τις σχέσεις των ανθρώπων. Και οι σχέσεις των ανθρώπων αποτυπώνονται στο μυθιστόρημα με ένα συγκεκριμένο και ιδιαίτερο τρόπο. Είναι σαν να μας λέει ο συγγραφέας συνέχεια ότι η σχέση δεν κατέχεται ποτέ. Την κερδίζει κανείς συνεχώς. Δεν είναι ποτέ τετελεσμένη. Γιατί στη σχέση παραδινόμαστε κι αυτή η αυτοπαράδοση, η αυθυπέρβαση είναι το κορυφαίο και δυσκατόρθωτο άθλημα ελευθερίας. Όσο συνεπέστερα παραδινόμαστε στη σχέση τόσο πληρέστερα τη ζούμε. Κι όσο πιο αμέριστα δεχόμαστε να την αναδεχτούμε τόσο πιο ανταποδοτική γίνεται αυτή. Ένα όπλο ενάντια στον ζόφο και τον φόβο. Το “Τραγούδι για τον Ορφέα” λοιπόν είναι μια κατάδυση στην ουσία της σχέσης με τον άλλον, αυτήν που αποκαλύπτεται προοδευτικά, δυναμικά και αποκαλύπτει την προσωπική ετερότητα ως πραγματική παρουσία. Ό,τι αποτυπώνεται εδώ είναι η δυναμική της σχέσης ―ό,τι αποτυπώνεται εδώ, στο βιβλίο δηλαδή― με τους γεννήτορες, με το ερωτικό μας άλλο και βέβαια και κυρίως με τον εαυτό μας. Ο ήρωας του βιβλίου, ο Θάνος Μαυρής, έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο που εμφανίζεται με τη μορφή ενός αναπάντεχου καρκίνου. Και εκεί, υπό το φάσμα αυτής της κρίσιμης χειρουργικής επέμβασης που περιέγραψαν οι συνάδελφοι και φίλοι, τα πάντα αλλάζουν, αναμορφώνονται και αναδιατάσσονται. Για ένα διάστημα οι ψυχές μετεωρίζονται αβέβαιες στο εναέριο επίφοβο σχοινί της δοκιμασίας και ύστερα, σαν να κάνουν βουτιά στο κενό, βυθίζονται ως τα έγκατα στην αλήθεια τους για να ανακαλύψουν ότι εκεί στα βάθη δεν τους περιμένει παρά η λύτρωση. Γιατί κι ο θάνατος, για να μην πω ο τετελεσμένος θάνατος, το φάσμα του θανάτου, η πανταχού παρουσία του, το «έτσι είναι», που διαπιστώνουν από τις πρώτες κιόλας σελίδες οι ήρωες του Νίκου Σιδέρη, το ότι κανείς δηλαδή δεν μπορεί να αποδράσει από αυτόν, ενδέχεται να είναι η ολοκληρωμένη αυτοπαράδοση. Η είσοδος στην πληρότητα της σχέσης. Το φάσμα του θανάτου να λειτουργήσει έτσι. Το «Τραγούδι» λοιπόν είναι ένα μυθιστόρημα δοκιμασίας και λύτρωσης και συνάμα είναι μια χαρτογράφηση όλων όσα συνιστούν το ψυχικό μας σύμπαν, όλων των τραυμάτων, των φασμάτων, των σκολιών διαδρομών που μας κάνουν αυτό που είμαστε.

Θα έλεγα ακόμη πως το βιβλίο του, πέρα απ’ όλα τα άλλα, είναι και μια επιτυχημένη σύζευξη ψυχανάλυσης και λογοτεχνίας. Ή μάλλον η αποτύπωση ενός διαλόγου ανάμεσα στις δυό, που δηλώνει κάτι που υπάρχει κοινό και στις δυό και δεν είναι άλλο παρά η ανθρώπινη περιπέτεια βέβαια. Είναι ακόμη η ζεύξη λογοτεχνίας και φιλοσοφίας και δη ανατολικής, όπως επισήμανε και ο κύριος Μπούρας, αλλά κυρίως ψυχανάλυσης θα έλεγα. Ο Νίκος Σιδέρης μας μιλάει για την εργασία πένθους με τη φροϋδική της σημασία, για το έργο της μνήμης, για τη σημασία των ονομάτων, για τις σχέσεις γονέων και παιδιών και το φορτίο που αποθέτουν οι πρώτοι άθελά τους στις πλάτες των δεύτερων. Μας μιλάει για τον έρωτα και την αγάπη, για τη φιλία και το αίσθημα του συνανήκειν. Ανατέμνοντας τον ψυχικό πόνο μέσα από μια πραγματικά προωθητική κίνηση λόγου φέρνει τον αναγνώστη μπροστά στο απωθημένο των ηρώων, που ως τότε ήταν ένα σημείο αδιεξόδου γι’ αυτούς, αλλά μέσα από αυτή την κίνηση λόγου για την οποία μίλησα γίνεται σημείο εξόδου, ανοίγματος προς κάτι άλλο.

Οι ήρωες του Σιδέρη, ως άλλοι αναλυόμενοι, μέσα από την αντιμετώπιση του πόνου τους συναντιούνται όχι μόνο με τον εαυτό τους αλλά και με την ιστορία τους. Με κομμάτια της ιστορίας τους που τα είχαν απωθήσει και που ενδεχομένως απωθώντας τα είχαν καταφέρει να μπορέσουν να ζήσουν. Όμως τώρα, ξεπερνώντας αυτή τη φάση, αρχίζουν να τα βλέπουν με ένα άλλο μάτι, να μην τα βλέπουν πια σαν εμπόδια που τους κρατούν σε απόσταση από τον εαυτό τους και να ανατρέπουν ισορροπίες που πια είναι παρωχημένες και η διατήρηση των οποίων φαντάζει πια μάταιη, ανούσιος εξανεμισμός της ψυχικής τους ενέργειας.

Μπροστά στο ενδεχόμενο του θανάτου λοιπόν, στον νοσοκομειακό θάλαμο εν αναμονή της κρίσιμης επέμβασης, ο Θάνος Μαυρής επιτελεί μαζί με τους φίλους του ένα είδος ομαδικής ψυχανάλυσης, μια πολυήμερη τελετουργία αμοιβαίων εξομολογήσεων, για να μπορέσει επιτέλους να ζήσει (εφόσον βέβαια επιβιώσει, αλλά το φανταζόμαστε αυτό) όπως είναι ο ίδιος και όχι όπως τον θέλησαν οι άλλοι, να ζήσει αυτό που είναι, να ζήσει την αλήθεια του. Κι αυτό ακριβώς είναι και ο λυτρωτικός άνεμος που διαπερνά το μυθιστόρημα του Νίκου Σιδέρη.

Και θα ήθελα να κλείσω με μια λογοτεχνική παρατήρηση, βέβαια έχει επισημανθεί κι αυτή όπως πολλά άλλα που παραλείφθηκαν καθώς σας διαβάζω, αλλά αυτή η παρατήρηση νομίζω ότι πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα κι έχει να κάνει με τη μουσικότητα του λόγου του συγγραφέα. Μια έρρυθμη και εμμελής χρήση της γλώσσας που κάνει την αφήγηση να προχωράει αβίαστα και μαλακά σαν τραγούδι. Είναι ένα σπάνιο χάρισμα αυτό για τους συγγραφείς και το διαθέτει εντελές ο Νίκος Σιδέρης. Κι έτσι το βιβλίο του δεν λειτουργεί μόνο σαν ένα εγκόλπιο αυτοεξέτασης, όπως θα μπορούσαμε να το πούμε, και σαν οδηγός ζωής ακόμα-ακόμα, αλλά σαν κάτι πολύ πέρα και πάνω από αυτά. Ένα πολύ ωραίο μυθιστόρημα. Ένα αξιομνημόνευτο έργο τέχνης.

Δημοσιεύτηκε ελαφρά τροποποιημένο στην Καθημερινή τις 05-02-12