Κριτική του Μανώλη Λουκάκη για το «Ερωτικό τραγούδι» του Ν. Σιδέρη

  • Post category:Κριτικές
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπ.
Ο Νίκος Σιδέρης, έχοντας ήδη πλούσιο ερευνητικό και θεραπευτικό έργο στην ψυχανάλυση και γόνιμη θητεία στην ποίηση, με το πρώτο του μυθιστόρημα προσφεύγει στο μυθιστορηματικά γονιμότατο «πρόσωπο» του δημοσιογράφου. Και είναι προφανές ότι αξιοποιεί στο έπακρο όλες τις δυνατότητες αφηγηματικών τεχνασμάτων και διεξόδων που του παρέχει ο «δημοσιογραφικός ρόλος» του κεντρικού του ήρωα.
Το κύριο όμως βρίσκεται αλλού. Στο ότι ο συγγραφέας προχωράει πολύ πέρα απ’ ό,τι θα απαιτούσε η απλή εκμετάλλευση των προσφερόμενων από τη «δημοσιογραφική θέση» αφηγηματικών τακτικών. Συγκροτεί τον μύθο του με δεσπόζοντα άξονα τον δημοσιογράφο Αγγέλου. Αυτός είναι  αν προσεκτικά διαβάζουμε  το μείζον και το οξύτερο, μέσα στην κρυπτότητά του, αίνιγμα. Αλλά είναι και το πεδίο που πάνω του θα τεθούν τα «άλλα» αινίγματα. Διότι όλα τα πρόσωπα του έργου συνιστούν αινίγματα και σημεία προσφερόμενα με δυσκολία στην αποκρυπτογράφησή τους. Όλοι τους κουβαλούν το άγνωστο και το κρυφό μέσα τους, μέσα στην ιστορία τους και μέσα στον λόγο τους. Αλλά και το ιδιότροπο  την «αχίλλεια πτέρνα» τους. Σύγχρονη Αθήνα και  με κάποιαν ελάχιστη ημερολογιακή μετακίνηση  2001.
Ο Χαρίτων Χαριτόπουλος, δικηγόρος, παντρεμένος την ετοιμοθάνατη Περσεφόνη  ας προσέχουμε παντού τα σημαδεμένα ονόματα των προσώπων. Ο συνταγματάρχης Νικηφόρος Αρχοντίδης. Η μαγικά ερωτική Νάντια Δαπόντε και οι Μίνως Δαπόντες και Ηλίας Δαπόντες, οι αδερφοί της και συγκληρονόμοι μαζί μ αυτήν της πατρικής περιουσίας. Ο Ιάν Στήβενς, ο παράξενος της κριτικής και συνεργάτης της Υπηρεσίας Πληροφοριών. Ο Αρίστος-«Κόμπρας», η κρυφή και ιερή οδός του υπόκοσμου και της πραγματικότητας ανάμεσά τους, που η κηδεία του παραπέμπει στις διονυσιακότερες στιγμές του πένθους. Και ο Μιχαήλ Αγγέλου, ο δημοσιογράφος που λέγαμε, στον οποίο από την ομάδα Χαριτόπουλου, Αρχοντίδη και Νάντιας Δαπόντε ανατίθεται η δημόσια αποκάλυψη μιας αρχαιοκαπηλίας διαπραγμένης από τον Μίνωα Δαπόντε και καταγγελμένης από τον Ηλία Δαπόντε.
Η ίντριγκα θα στηθεί πάνω σ αυτά τα δεδομένα προσώπων, θέσεων και επιδιώξεων. Και είναι μια ίντριγκα απόλυτα συναρπαστική, εφόσον καταφέρνει να συντηρεί επί 656 σελίδες αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Συνωμοτικές κινήσεις, απροσδόκητα περιστατικά, δολοφονίες, οικογενειακά δράματα, αυτοκτονίες και ιδιότροποι έρωτες. «Παν το μυθιστορηματικόν», απλά απλά.
Η ίντριγκα όμως είναι μονάχα η μια πλευρά της συγγραφικής πρόθεσης. Εκείνη της «επιφανείας» του έργου. Η άλλη, εξίσου δραστήρια μέσα στο κείμενο και πολύ πιο ενεργή μέσα στο «βάθος» του, είναι η αποσαφήνιση της μνήμης και των ψυχικών ιστών που εμπλέκουν τα πρόσωπα στις επιλογές τους, στις συγκεκριμένες τους συμπεριφορές, στον συγκεκριμένο τρόπο λόγου και αποσιώπησης ή συνεννόησης και ασυνεννοησίας τους. Στον κόσμο τους. Πρόκειται για μια σταθερή και προσεκτικά βαδίζουσα ως την τελική αποκάλυψη διαδικασία εξήγησης, που χωρίς αυτήν η ανάπτυξη της πλοκής θα απέμενε αιτιώδης μεν συναρμογή μυθιστορηματικών συμβάντων οικογενειακής, επιχειρηματικής και πολιτικοστρατιωτικής σκοπιμότητας, θα βρισκόταν όμως αποκομμένη απ ό,τι κατ ουσίαν κινεί και δίνει ρόλους στα πρόσωπα του Σιδέρη: από την εντός τους κρυπτόμενη και προς τα έξω τους σκοτεινά σημαινόμενη πραγματικότητα της ψυχικής τους συγκρότησης. Από τη μύχια ιστορία της νεότητάς τους.
Ενδιαφέρει να υπογραμμίσουμε ότι ο ψυχαναλυτικός οπλισμός του συγγραφέα, ίσως επειδή δεν κατάγεται από τα συνήθη «διαβάσματά μας», αλλά από την ίδια την επαγγελματική ιδιότητα του ψυχιάτρου-ψυχαναλυτή, επιτυγχάνει αφενός να επενδύει τις μυθιστορηματικές σκηνές σαν αναγκαία υπόκρουση, χωρίς να εκπίπτει σε περιττό ή αλογοτέχνητο ιδεολογικό φορτίο, και αφετέρου να κρατάει συνεχώς την ψυχική πραγματικότητα των προσώπων στη θέση της ίδιας της εσωτερικής δυναμικής του μύθου. Του δραστήριου άξονα της πλοκής.
Πιστεύω πως αυτός ο εκπληκτικής ευστροφίας συνδυασμός μυθιστορηματικής γραφής και ψυχαναλυτικού λόγου θα ήταν ανέφικτος και δίχως συνοχή, σ ένα μυθιστόρημα τόσης έκτασης, χωρίς τη μεθοδευμένα υπαινικτική ή και ρητά δηλούμενη προσφυγή του συγγραφέα στο υλικό που η ψυχανάλυση ανέδειξε σε στέρεο υπόστρωμα της σημασίας πραγμάτων και προσώπων: στους Μύθους.
Σε συγκεκριμένους Μύθους, τους πάντα αποκαλυπτικούς των διαχρονικών όψεων της «βέβηλης» κατ ουσίαν ανθρώπινης κατάστασης μέσα στον τόπο όπου αυτή η κατάσταση παίρνει τη σάρκα της και τη γλώσσα της  μέσα στην οικογένεια. Από εκείνον της Αντιγόνης και των δύο αλληλοσκοτωμένων αδερφών της ως εκείνον, τον θεσπέσια τερατώδη, του Μινώταυρου ή την αναγκαία συνέχειά του με την εγκατάλειψη της Αριάδνης στη Νάξο, οι Μύθοι μέσα στο «Ερωτικό τραγούδι» του Νίκου Σιδέρη μετέχουν στην αφήγηση ως «συμβολική ανάλυση του ψυχικού προγράμματος». Ως μορφώματα της περιπέτειας που η Μοίρα του άνδρα και της γυναίκας  των δύο αδερφών και της Νάντιας  επιφυλάσσει στην Επιθυμία τους. Επίσης όμως στην εκτέλεση αυτού του καθόλου απλού συγγραφικού εγχειρήματος πρέπει να συνυπολογίσουμε και την επεξεργασία της γλώσσας και του ύφους του κειμένου μέσα σε όρους που να βοηθούν τον λόγο να υποδεχθεί τη συγγραφική πρόθεση. Αξίζει να προσέξουμε την άνετη μετακίνηση της φράσης από τις δραστικά ποιητικές και πυκνότατες στη μεταφορικότητα και τις σημάνσεις τους φόρμες ως τις διανοούμενα περίπλοκες και αναλυτικές, στα όρια του δοκιμιακού λόγου, φραστικές κατασκευές. Ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα εκτείνονται οι απλούστατες φράσεις της καθημερινής ομιλίας και μια προφορικότητα τεχνικότατα δουλεμένη. Τόσο στους εσωτερικούς μονολόγους όσο και στον διάλογο ή την περιγραφή.
Το μυθιστόρημα του Νίκου Σιδέρη σίγουρα αποτελεί μια τολμηρή πρόταση μυθιστορήματος, αλλά και μια ανανέωση ενός «προγονικού δεσμού» για τη λογοτεχνία μας. Εννοώ ότι τα πρώτα αριστουργήματα της πεζογραφίας μας προέρχονται από έναν σπουδασμένο στη Γερμανία ψυχολόγο: τον Γεώργιο Βιζυηνό.
ΜΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ,
ΤΟ ΒΗΜΑ, 04-10-1998