Με αφετηρία το δοκίμιο της Βιβής Κοψιδά

 ΛΕΥΚΑΔΙΟΣ ΧΕΡΝ ΚΑΙ ΠΙΕΡ ΛΟΤΙ

Συνάντηση στη μαγική μελαγχολία της απόδρασης

 

Τρόποι τεμνόμενοι

Μελετώντας τις σχέσεις λογοτεχνίας και ψυχανάλυσης, ο Φρόυντ είπε κάποια στιγμή: Όπου κι αν φτάσαμε με όχημα την Ψυχανάλυση, διαπιστώσαμε ότι πάντοτε κάποιος λογοτέχνης είχε βρεθεί εκεί πριν από μας.

Μετά από χρόνια μελέτης του ίδιου ζητήματος, θεωρώ ότι αυτή η διατύπωση, καρπός υψηλής διανοητικής διαύγειας και εντιμότητας, μπορεί να συμπληρωθεί ως εξής: Και όποτε κατασκευάζουμε τον ψυχαναλυτικό χάρτη της διαδρομής ενός καλλιτέχνη μέχρι τη δημιουργία του έργου, μόλις ο χάρτης αποκτήσει αναγλυφή διαπιστώνουμε ότι καίρια στοιχεία του είχαν ήδη αναδειχθεί από κάποιον ικανό φιλόλογο.

Στο πλαίσιο του φιλολογικού διαβήματος, προφανώς, οι ψυχικές διεργασίες κατά κανόνα αναπαριστώνται με εργαλείο τη  γλώσσα της φιλολογίας. Ήτοι, με ακριβείς περιγραφές του φαινομένου, καίριες ερμηνείες, αλλά και με πολλά σχήματα λόγου – κυρίως παρομοιώσεις, μεταφορές και περιφράσεις. Τουτέστιν, η φαινομενολογία της ψυχικής ζωής αποδίδεται με γόνιμη ενάργεια, ακόμη και αν οι έννοιες της ψυχολογίας γενικά, και ειδικότερα της ψυχολογίας του βάθους που είναι η Ψυχανάλυση, δεν αποτελούν οργανικό στοιχείο της φιλολογικής εργαλειοθήκης. Ακόμη και αν η προσφυγή σε αυτές κατά κανόνα δεν χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα και συστηματικότητα, αλλά επιχειρείται κατ’ αρχήν μέσα από ποικίλα σχήματα λόγου.

Όμως, ότι είναι αληθές εκδηλώνεται παντού. Γι’ αυτό, έχοντας επίγνωση μιας εν τω βάθει σύγκλισης, ο Φρόυντ παρότρυνε επίμονα τους ψυχαναλυτές να μελετούν και λογοτεχνία, φιλολογία και άλλες παρόμοιες περιοχές του κόσμου της γλώσσας και ευρύτερα των σημείων και των έργων του πνεύματος, για να εξοπλιστούν καλύτερα στην καταβύθισή τους στο αίνιγμα κάθε ψυχής.

Το δοκίμιο της Βιβής Κοψιδά αποτελεί άριστη εικονογράφηση των συγκλίσεων και συναντήσεων ανάμεσα στη Φιλολογία και την Ψυχανάλυση. Κι αυτή η αλληλεπικάλυψη αποκτά μεγαλύτερη ενάργεια, αναγλυφή, βάθος και αντήχηση στο μέτρο που η συγγραφέας συγκρίνει το λογοτεχνικό έργο δύο δημιουργών υπερπολιτισμικής ευαισθησίας και λεπτοφυούς γραφής, όπως ο Λευκάδιος Χερν και ο Πιερ Λοτί.

 

Μηχανισμοί γεφύρωσης

Ποια είναι άραγε η βαθύτερη λογική, η συστημική δυναμική που καθιστά την Ψυχανάλυση και τη Φιλολογία πνευματικές αδελφοποιτές; Ποια συνθήκη επιτρέπει στον φιλόλογο να φτάσει εκεί που οδηγούν οι έννοιες της ψυχανάλυσης με τα δικά του ειδοποιά εργαλεία εμπλουτισμένα (ας το πούμε κι αυτό) με το αισθητήριο, την ευαισθησία και τη έμπνευση του αληθινού εραστή του λόγου;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα προϋποθέτει μια συνεκτική θεωρία περί της δημιουργίας (λογοτεχνικής ή άλλης). Η πολύχρονη αναζήτησή μου, εμπειρία μαζί και σπουδή, έχει κατασταλάξει σε δύο θεμελιώδη συμπεράσματα:

  1. Η λειτουργία του δημιουργού προσδιορίζεται από ένα πεντάπτυχο, που συνιστούν ο μύθος, η ιστορία, η βιογραφία, η φαντασία και το έργο. Η συνάρθρωση αυτών των πέντε διαστάσεων πραγματώνεται στο πεδίο της θεμελιακής φαντασίωσης, η οποία αντιστοιχεί στην κατά φαντασίαν περιγραφή του κόσμου και του προσωπικού πεπρωμένου του δημιουργού.
  2. Η δημιουργία (διεργασία και καρπός, καλλιτεχνική πράξη και έργο τέχνης) ισοδυναμεί με αναδιατύπωση της φαντασίωσης του καλλιτέχνη στη γλώσσα της συγκεκριμένης τέχνης. Κάτι που συνοψίζεται στον τύπο:

Ε = (φκ)γτ

όπου

Ε = έργο, καλλιτεχνική δημιουργία

φκ = η φαντασίωση του καλλιτέχνη

γτ = η γλώσσα της τέχνης του. (Ως γλώσσα μιας τέχνης νοείται το σύστημα αναπαραστάσεων και πρακτικών, το σύνολο των τεχνικών, διανοητικών και πολιτισμικών εργαλείων, τα οποία καθιστούν εφικτή την παραγωγή του έργου στο πεδίο της συγκεκριμένης τέχνης.)

Εξειδικεύοντας αυτή τη γενική θεωρία στο πεδίο της λογοτεχνίας, έχουμε τη φόρμουλα

Ε = (φδ)γλ

Τουτέστιν, το λογοτέχνημα, πεζό ή ποιητικό, αντιστοιχεί σε αναδιατύπωση της φαντασίωσης  — της αίσθησης του κόσμου  — του δημιουργού στη γλώσσα της λογοτεχνίας (πρόζα ή ποίηση).

Όπως μπορεί εύκολα να διακρίνει το ενήμερο βλέμμα, το ψυχο-σημειωτικό δίπτυχο «φαντασίωση του δημιουργού – γλώσσα της λογοτεχνίας» εμφανίζει δομικό ισομορφισμό με το δίπτυχο «περιεχόμενο-μορφή», τόσο οικείο στις επιστήμες του κειμένου, όπως η Φιλολογία. Η ίδια η ΒΚ, για παράδειγμα, προσφεύγει αυτονόητα σ’ αυτό αναφέροντας ότι ο Χερν αμφισβητεί την ” “καθαρή τέχνη” …  η οποία θέτει ως αυτοσκοπό της τέχνης τη μορφική τελειότητα …  περιορίζοντας δραματικά το περιεχόμενο …”

Προφανώς, κάθε δίπτυχο συντάσσεται σε διαφορετικό επιστημολογικό περιβάλλον και λειτουργεί στο πλαίσιο μιας ιδιοσυστασιακής εννοιολογικής σκηνής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Προσεγγίζουν σε άλλο επίπεδο, σε συνάρτηση με την ειδοποιό εργαλειοθήκη καθεμιάς, τόσο τη γλώσσα του λογοτεχνήματος — μορφή, ύφος, διακειμενικότητες… όσο και τη φαντασίωση του συγγραφέα — τον πυρήνα της υποκειμενικής του συγκρότησης. Ωστόσο, η εν λόγω εννοιολογική και μεθοδολογική διαφοροποίηση δεν εμποδίζει διόλου τη σύγκλιση και τη συνάντηση των δύο αυτών μεγάλων τρόπων της ευαισθησίας και της γνώσης, κυρίως σε δύο πεδία: συγκρότηση του έργου και διαδικασία μετάβασης από την υποκειμενικότητα στο έργο.

Αν αυτό είναι το μυστικό κλειδί που γεφυρώνει το φιλολογικό και το ψυχαναλυτικό διάβημα, ας δούμε τώρα πώς ο φιλολογικός τρόπος συναντά τον ψυχαναλυτικό στο πλαίσιο του δοκιμίου της Βιβής Κοψιδά.

Λόγω χρονικών περιορισμών, θα εστιάσουμε τη σύγκριση-σύγκλιση σε δύο σημεία:

 

Η γλώσσα της αγάπης  

Το πρώτο που δημιουργεί αίσθηση στον αναγνώστη είναι το ότι η συγγραφέας χρησιμοποιεί γονιμότατα ένα εξαίρετο γλωσσικό όργανο, που αναδεικνύει με ευγλωττία λεπτές αποχρώσεις της ψυχικής ζωής και της πνευματικής άσκησης δύο “αέρινων” δημιουργών. Η υποκειμενική ευαισθησία της φιλολόγου έτσι συνηχεί αβίαστα με λεπτοφυείς ψυχικές ιδιομορφίες που συγκροτούν το ύφος των δύο δημιουργών: Πειστήριο υπέρ του ότι η Βιβή Κοψιδά καλώς ανέλαβε το ρίσκο και συνάντησε φιλολογικά (και όχι μόνο) δύο έργα ειδικής χροιάς, χωρίς η ισχύς του εργαλείου να μετατραπεί σε ισοπεδωτή της ιδιοτροπίας κάθε δημιουργού και έργου. Ίνα πληρωθεί το υπό του Βάγκνερ ρηθέν, που και η ίδια προσυπογράφει: “Ο μόνος τρόπος για να κατανοήσεις είναι να αγαπήσεις”. Επειδή, ακριβώς, η γλώσσα που σέβεται το περί ου ο λόγος της κείμενο είναι μια γλώσσα αγάπης για το αντικείμενο του υποκειμενικού ενδιαφέροντος.

 

Η φαντασίωση του δημιουργού

Από το εξώφυλλο ακόμη του βιβλίου, η ΒΚ ορίζει τον ορίζοντα. Ο υπότιτλος που θέτει είναι  “Συνάντηση στη μαγική μελαγχολία της απόδρασης”. Διατύπωση που συνθέτει, ακριβώς,  τα δύο συστατικά του έργου :

“Μελαγχολία της απόδρασης” είναι η αίσθηση του κόσμου, δηλαδή οι βιωματικές αρμονικές της φαντασίωσης των δύο δημιουργών, που αντιστοιχεί και στις θεματικές επιλογές και στις ιδιοτυπίες της γραφής τους.

“Μαγική”, πάλι, είναι ακριβώς η επίπτωση του σημειωτικού περιβάλλοντος στο οποίο μεταγράφεται η φαντασίωση του δημιουργού: Η γλώσσα της λογοτεχνίας, η οποία έχει ακριβώς αυτή την ειδοποιό ισχύ: Μεταστοιχειώνει δύσκολες, έως και τραυματικές πραγματικότητες της ψυχής και του κόσμου, σε απόλαυση — κάτι που την αντιδιαστέλλει, για παράδειγμα, από την επιστήμη που παράγει “ψυχρό” επιχείρημα ή τη θρησκεία που λειτουργεί την άνωθεν επιβολή.

– (Το τρίτο συστατικό, “συνάντηση”, αντιστοιχεί στον μηχανισμό της ταύτισης.)

Ελάχιστα δείγματα από το περιεχόμενο του δοκιμίου εικονογραφούν αυτό που ήδη έχει ειπωθεί πριν καν το διαβάσει ο ενήμερος νους:

… το ενδιαφέρον των πολλών πατρίδων του για τη στέγαση και την ανάδειξη αυτού του μυθιστορικού «έπους», που συνιστά την περιπέτεια και το άπλωμα της ζωής του σε τόσους και διαφορετικούς τόπους, από τη Λευκάδα μέχρι και την Ιαπωνία, όπου και θα προσπαθήσει να γαληνέψει την ανήσυχη σκέψη και την τρωμένη ψυχή του.

                Η πρόταση αυτή περιέχει πλήθος τόπους καίριας συνάντησης του φιλολογικού και του ψυχαναλυτικού τρόπου:

Α – Αποδίδει, με τη γλώσσα της φιλολογίας (εδώ, με σχήμα λόγου — βλέπε τα εισαγωγικά στον όρο “έπος”), την πεμπτουσία της θεμελιακής φαντασίωσης. Η οποία συνιστά, ακριβώς, ένα μυθιστορικό “έπος”. Δηλαδή, την προσωπική μυθολογία του υποκειμένου, πλασμένη με οδηγό της την υπέρβαση του αρχαίου τραύματος και την ίαση της “τρωμένης ψυχής” μέσα απ’ το έργο της φαντασίας και του λόγου που είναι η φαντασίωση. Και το οποίο απεικονίζεται στη γλώσσα της φιλολογίας με φράσεις της ΒΚ όπως οι ακόλουθες:

…ο Λευκάδιος Χερν συνιστά φύσει μια περίπτωση «δραπέτη του Δυτικού πολιτισμού” … από μιαν εγγενή, ευαίσθητη στον ιδεαλισμό της ανθρώπινη φύση παρακινημένος, την οποία καθιστά περισσότερο εύθραυστη και τραυματική η επώδυνη συγκυρία των   συνθηκών της ζωής του από την παιδική ακόμα ηλικία, και που θα τον κατατρέχει σαν μοίρα σε όλη του την πορεία.

                … ο Χερν θα αναπτύξει τη δική του μυθοπλασία … που η ατμόσφαιρά της είναι  προέκταση του προσωπικού βιωμένου κόσμου του.

                Ακριβώς αυτό το πνεύμα εξέγερσης και φυγής προς την αναζήτηση μιας αρχετυπικής αθωότητας …  — του κόσμου πριν από το τραύμα, θα έλεγε η ψυχανάλυση.

Β – Αναδεικνύει τη θεμέλια αλήθεια, ότι ο βίος του υποκειμένου είναι μια φούγκα. Δηλαδή, παραλλαγές στο ίδιο θέμα (θεμελιακή φαντασίωση) που ξαναπαίζεται αενάως σε ποικίλα σκηνικά που “στεγάζουν” : χώρους, γλώσσες, πράξεις, παραλείψεις, λόγους, σιγές, απολαύσεις, πένθη… Ακόμη μια φορά, το σχήμα λόγου αποδίδει εναργώς τους ψυχικούς μηχανισμούς που η ψυχανάλυση αποτυπώνει με έννοιες.

Γ – Περιγράφει πειστικά τον βασικό νόμο της ψυχικής ζωής, που είναι ο εξής: Η ιστορία εσωτερικεύεται ως δομή και εκδιπλώνεται ως λόγος. Όντως, και για τον πιο συνηθισμένο άνθρωπο, η συστατική “δυσφορία μέσα στον πολιτισμό” (Φρόυντ) καθιστά τη βιοτική πορεία του έπος  με τη διττή σημασία της λέξης: Εποποιία και λόγος. Όλβιος δε όποιος φτάνει ο εν λόγω λόγος του να είναι λογοτεχνία. Κάτι που στη γλώσσα της φιλολογίας η ΒΚ αποδίδει ως εξής:

                … να ανασκάψει την ουσία και την «ποιητική» του έργου τους καθώς επίσης και το βλέμμα με το οποίο θεώνται τον κόσμο. Να δημιουργήσει … μιαν εγγύτητα του αναγνώστη με τον ψυχισμό δύο ξεχωριστών δημιουργών, των οποίων η περιπέτεια της ζωής έγινε το αξιοθαύμαστο περιεχόμενο μιας εξωτικής μυθιστορίας, που απευθύνεται σε όλους μας, ως υλικό ανθρωπογνωσίας και διαπολιτισμικής ανθρωπιάς. 

 

Φιλολογία και ψυχή

Θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω τα παραθέματα, τα σχόλια και τις απέραντες περιδιαβάσεις στην ψυχική πραγματικότητα και στη λογοτεχνική και φιλολογική της ανάπλαση, που εκλύει το βιβλίο της Βιβής  — της αγαπημένης συμμαθήτριάς μου από τα παιδικά μας χρόνια. Θα περιοριστώ εδώ σε μία επισήμανση:

Όπως βλέπουμε, ο φιλόλογος μπορεί να λειτουργήσει ως δυνάμει διαμεσολαβητής· να γίνει ένας τολμηρός, επαΐων περάτης, ο οποίος, με ρίσκο κι απόλαυση, χτίζει στον κόσμο του κειμένου γέφυρες ανάμεσα στη λογοτεχνία και την ψυχανάλυση.  Ιδού λοιπόν μια ακόμη, πιθανόν αναξιοποίητη, γη επαγγελίας για τον άξιο φιλόλογο. Και η ΒΚ, όπως δείχνει και αυτό το έργο της, είναι άξια φιλόλογος. Η οποία, επειδή αγαπά, κατανοεί με τρόπο θαυμαστό τα έπη της ψυχής του δημιουργού, ακόμη και δίχως τις αυστηρές έννοιες της ψυχανάλυσης. Κι αυτό το δώρο το μετατρέπει, γενναιόδωρη ψυχή, σε αντίδωρο λόγου για όλους μας. Αξίζει να την ευχαριστήσουμε γι’ αυτό.