«Φρίκη»: η λέξη που λείπει στην πανδημία

  • Post category:Άρθρα
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπ.

Άρθρο του Νίκου Σιδέρη στην Εφημερίδα των Συντακτών, 20/02/2022


Κάποτε, κάθε εννέα χρόνια, η Αθήνα έστελνε επτά κορίτσια και επτά αγόρια βορά στον μινωικό Μινώταυρο. Κι ακόμη η ανθρωπότητα μιλά γι’ αυτό, με δέος και φρίκη. Τώρα, κάθε μέρα η Ελλάδα δίνει βορά στον Μινώταυρο της πανδημίας εκατόμβη συνανθρώπων μας.

Και το μόνο που λέμε γι’ αυτή τη φρικτή ανθρωποθυσία είναι απλώς ένας αριθμός («τόσοι νεκροί») ανάμεσα σε δυο άλλους αριθμούς («τόσα κρούσματα, τόσοι διασωληνωμένοι»). Ενα νούμερο που περνά ασχολίαστο και δεν διακινεί κανένα άξιο λόγου συναίσθημα. Πολύ παράξενο, αν αναλογιστούμε π.χ. τον χείμαρρο συναισθημάτων και εκφράσεων που συνοδεύει την είδηση για ένα τροχαίο δυστύχημα. Τίποτα.

Τρύπα στον λόγο

Τι σημαίνει άραγε αυτή η καθολική, δημόσια και ιδιωτική, αναισθησία έναντι της εκατόμβης των πλησίον μας; Εχουμε εδώ μία τρύπα στον λόγο, που ισοδυναμεί με αποφατική απόδειξη, με αρνητικό πειστήριο για την ενεργοποίηση ενός καταλυτικού μηχανισμού για να αντιμετωπιστεί κάτι ασύλληπτα τραυματικό. Η εκατόμβη είναι κάτι που δεν χωράει ο νους μας, δεν μπορεί ούτε να σκεφτεί την πληροφορία ούτε να αντέξει τη συγκινησιακή φόρτισή της.

Και έτσι προσφεύγει σε έναν παράδοξο μηχανισμό αυτοπροστασίας μέσω της απάρνησης ενός στοιχείου της πραγματικότητας, το οποίο γνωρίζω μεν, αλλά δεν είμαι σε θέση να το εντάξω στις ψυχικές διεργασίες μου. Η λογική της απάρνησης είναι «Το ξέρω, αλλ’ όμως φέρομαι σαν να μην το ξέρω». Το παράδοξο αναδύεται πιο ανάγλυφα αν περιγράψουμε την απάρνηση ως στάση με τη θέση «Δεν μπορώ να πω πως δεν γνωρίζω, αλλά κάνω σαν να μη γνωρίζω το τραυματικό στοιχείο της πραγματικότητας». Τον αριθμό τον ακούω, αλλά απογυμνωμένο από σκέψεις και συναισθήματα, εκτός ψυχής και εκτός λόγου.

Ο πυρήνας της φρίκης

Το βίωμα της καθημερινής εκατόμβης ανθρώπων, αν η ψυχή αφεθεί να το ζήσει, έχει ως πυρήνα του τη φρίκη. Φρίκη σημαίνει ανατριχίλα της ψυχής και του σώματος μπροστά σε ένα συμβάν αποτρόπαιο, όπως ακριβώς οι εκατόμβες της πανδημίας. Ισως συνοδεύεται και από τρόμο, δέος, απόγνωση, ανημπόρια, θλίψη, απελπισία και άλλα συναφή αισθήματα. Ομως τον τόνο τον δίνει η φρίκη.

Δηλαδή, το αίσθημα για το οποίο ποτέ δεν μιλάμε στην πανδημία, ούτε στον δημόσιο λόγο ούτε στις ιδιωτικές μας συνομιλίες. Η απαλοιφή της πιο καίριας λέξης ως προς το ψυχοσυναισθηματικό αντίκρισμα της καθημερινής πτωματομετρίας είναι σύμπτωμα στο πεδίο του λόγου. Δηλαδή, ένα πέπλο που συγκαλύπτει το τραύμα, που κουκουλώνει το τραυματικό νόημα και φορτίο του, επιτρέποντας στη σκέψη και στον λόγο να τα προσπερνά, αν και δεν μπορεί να τα αποσβέσει.

Το τίμημα της απάρνησης

Ο ψυχικός στρουθοκαμηλισμός της απάρνησης είναι μηχανισμός στον οποίο η ψυχή συχνά προσφεύγει όταν μια πληροφορία για την πραγματικότητα αποσταθεροποιεί και απειλεί το όλο οικοδόμημα του κόσμου μου. Χαρακτηριστικά, είναι η πρώτη αντίδρασή μας όταν μαθαίνουμε ότι κάποιο αγαπημένο πρόσωπο πέθανε: «Το λες αλήθεια;» «Τι είναι αυτό που μου λες;» «Ελα, κόφ’ το, δεν είναι αστείο», «Δεν το πιστεύω» είναι κλασικά λόγια, τυπικά συνοδευόμενα από τη φράση «Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου και τον κόσμο χωρίς αυτόν/ή…»

Αν μάλιστα η πρωταρχική αυτή άρνηση δεν υποχωρήσει κάτω από τη μαρτυρία και την πίεση των πραγμάτων, εγκαθίσταται κατάθλιψη (βλέπε Ν. και Α. Σιδέρης «Απώλεια, πένθος, κατάθλιψη», εκδόσεις Μεταίχμιο 2020). Οπως επίσης, από άλλους δρόμους απόσβεσης της οδύνης, μπορεί να πριμοδοτηθεί η εμφάνιση σοβαρών ψυχοσωματικών παθήσεων.

Οντως, η απώλεια ανθρώπων και βεβαιοτήτων είναι το πιο τραυματικό βίωμα της πανδημίας. Κι εμείς προσπαθούμε να το εξορκίσουμε θάβοντας όχι τους νεκρούς μας, αλλά τη λέξη και τον λόγο που θα μας επέτρεπαν να τους πενθήσουμε και να αναλογιστούμε τι στάση καλούμαστε να τηρήσουμε για να σταματήσει η καθημερινή εκατόμβη.

Οσο πνίγουμε την καίρια λέξη «φρίκη» τόσο βαθύτερα βυθιζόμαστε στο έρεβος του κενού που αφήνει η αποτομή της από τον λόγο, από τη σκέψη και το συναίσθημά μας και τόσο φρικτότερο είναι το ψυχικό και κοινωνικό τίμημα που καλούμαστε να πληρώσουμε. Οποιος/α δεν ήξερε, τώρα ξέρει.