Απόψε διάλεξα να σας μιλήσω για ένα από τα πιο ξακουστά έργα που υπάρχουν. Έστω κι αν δεν το θυμάται κάποιος (μάλλον σπάνιο), ακόμη κι αν δεν τό ‘χει δει ποτέ (ίσως το ίδιο σπάνιο), όλοι έχουμε μάλλον ακούσει για τη «Μάγια» του Γκόγια.

Εννοείται ότι κάθε τι που γίνεται κτήμα των πoλλών αυτομάτως υφίσταται αβαρίες. Δεν υπάρχει καμία Μάγια στην ιστορία. «Μάχα» είναι αυτό που έχει ζωγραφίσει ο Γκόγια, αλλά προέκυψε παραφθορά σε «Μάγια», ένας θεός ξέρει πώς, διαβάζοντας λατινοειδώς την ισπανική λέξη «Maja» – η οποία είναι μόνο ισπανική, απ’ ό,τι μπόρεσα να ψάξω και να βρω. Εν πάση περιπτώσει, επειδή έχει καθιερωθεί να τη λέμε Μάγια, Μάγια θα τη λέω κι εγώ σήμερα, αν και δεν είναι Μάγια. Μάγια είναι εκείνη η οντότητα της ινδικής φιλοσοφίας – η ψευδαίσθηση, η φρεναπάτη, η πλάνη των φαινομένων του κόσμου. Του Γκόγια είναι Μάχα. Και θα δούμε σε λίγο τι μπορεί να σημαίνει η λέξη.

Ό,τι θα προσπαθήσω να σας πω απόψε, με αφορμή τον πίνακα «Μάγια γυμνή» και άλλους τρεις, συναφείς, βασίζεται στην ιδέα ότι η ψυχική ζωή ενός ανθρώπου συγκροτείται (κατά μία θεωρία, την οποία έχει διατυπώσει ο υποφαινόμενος) σύμφωνα με ένα πεντάπτυχο, που περιγράφεται σχηματικά ως ακολούθως: