Goya – πόθος και ίλιγγος

  • Post category:Ζωγραφική
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 3 λεπ.

Εν πάση περιπτώσει, είναι φανερό ότι, σ’ εκείνη τη στιγμή, ο Γκόγια θεάται και λατρεύει ένα αντικείμενο από τη θέση του θεατή – από τις κερκίδες, εκτός παιδιάς. Είναι πασίγνωστο όμως ότι ο έρωτας δεν διστάζει σε τέτοια πράγματα, ειδικά εάν επικουρείται όχι μόνο από τη φαντασία, αλλά και από την τέχνη. Η οποία κάνει τη φαντασία να αποκτά μια λίγο ως πολύ αισθητή υπόσταση, όπως είναι το έργο του ζωγράφου – ο εν λόγω πίνακας, για παράδειγμα. Δεν περνάει λοιπόν καιρός και ο Γκόγια φτιάχνει, κάπου την ίδια εποχή με τον πίνακα «Η δούκισσα de Alba χτενίζει τα μαλλιά της» (G3), μια δεύτερη ζωγραφιά με τίτλο “H δούκισσα de Alba» (G4) που την εικονίζει όπως περίπου στον πίνακα του 1795. Μόνο που το 1795 (G2) κοιτάζει αλλά δεν βλέπει εκείνους που την κοιτάζουν, ενώ το 1797 τους κοιτάζει, τους βλέπει (G4). Eμφανίζεται πάλι με στάση και περιβολή μεγαλοπρεπή, και ταυτόχρονα δείχνει αυτοκρατορικά με το δάχτυλο στο χώμα. Φορά δαχτυλίδια και εμφανίζει, όπως και το 1795, όλα τα διάσημα της εξουσίας και της δύναμης. Αυτό που έχει σημασία όμως είναι μια καίρια λεπτομέρεια στον πίνακα… Στέκει λοιπόν η δούκισσα εδώ, με τη μεγάλη της στολή, μεγαλοπρεπέστατη, δεν αφήνει τίποτε δίπλα της, τα ‘χει σαρώσει όλα – και δείχνει με το δάχτυλο κάτι κάτω στη γη. Πρόκειται για χειρονομία που μπορεί να δηλώνει και να σημαίνει πολλά, όπως η κυριαρχία ή η επιτακτικότητα… Εκεί που δείχνει όμως, πάνω στην άμμο, είναι γραμμένες δυο λέξεις – που λένε «Solo Goya», «Μόνο Γκόγια».

Αυτός ο πίνακας, διευκρινίζω, δεν ήταν δημόσιος. Ουδέποτε αναφέρθηκε ότι υπήρξε δημόσια εκτεθειμένος. Στα 1815, που έγινε μια απογραφή, γιατί πέθανε η γυναίκα του κι υπήρχαν κληρονομικά κλπ., ο πίνακας βρισκόταν μέσα στο εργαστήρι του ζωγράφου: Ήταν μια εικόνα μυστική, αυστηρά προσωπική, λοιπόν, η δούκισσα de Alba σ’ αυτή την εκδοχή της, που δείχνει και δηλώνει «Solo Goya».

Στην προκειμένη περίπτωση, είναι λοιπόν φανερή μια ορισμένη ανάγνωση του μηνύματος. Ο ζωγράφος αντιστρέφει την πραγματικότητα – ή, τουλάχιστον, την πρώτη εκδοχή πραγματικότητας (G2, G3), που συνίσταται στο «Εγώ σε κοιτάζω κι εσύ δεν με βλέπεις», «Εσύ είσαι το αντικείμενο της λατρείας μου κι εγώ για σένα δεν υπάρχω, μόνο ο εαυτός σου υπάρχει, βρίσκομαι έξω από τον κόσμο σου». Δηλαδή, την εκδοχή που εικονίζεται στον πίνακα του 1795 (G2) –και στον οποίο, χαρακτηριστικά, η δούκισσα de Alba και πάλι δείχνει με το δάχτυλο κάτω, αλλά στο πλάι: Και εκεί βλέπουμε «Αφιέρωση, υπογραφή και χρονολογία (δήθεν χαραγμένα στην άμμο)» (Maffeis, στο ίδιο, σελ. 112) – δηλαδή, ότι ο Γκόγια δηλώνει κάτι που ο ίδιος προσφέρει στη δούκισσα…Ενώ εδώ (G4), o λόγος και ο πόθος δηλώνονται και εκπορεύονται από την πλευρά της πρώην παραλήπτριας: Αυτό σημαίνει το ότι ο Γκόγια αντιστρέφει την «προηγούμενη πραγματικότητα». Και βάζει, με τα μέσα της τέχνης του πια στην υπηρεσία της φαντασίας, της φαντασίωσης και, στην ουσία, του ερωτικού πόθου… βάζει λοιπόν τη δούκισσα de Alba, με μια αντιστροφή των θέσεων και των λειτουργιών, να είναι εκείνη που ερωτεύεται τον Γκόγια – να δείχνει ποιο είναι το δικό της αντικείμενο λατρείας. Γιατί εκείνη δεν είναι πια το αντικείμενο, ο παραλήπτης, αλλά το υποκείμενο του βλέμματος και του πόθου – και δηλώνει ρητώς και γραπτώς «Μόνο ο Γκόγια» ή «Μόνο τον Γκόγια», πάντως «Μόνο Γκόγια». Αυτομάτως προκύπτει δηλαδή μια σημαδιακή ανάπλαση της πραγματικότητας, που φέρνει τα πράγματα στα ίσα τους: Εκείνη η γυναίκα, που τόσο εγώ την ποθώ, δηλώνει ότι εκείνη με ποθεί – και το δηλώνει μάλιστα μ’ έναν τόσο κατηγορηματικό τρόπο. Προφανώς, σαν μεγάλος ζωγράφος, είχε σίγουρα τη φιλοδοξία και την ευχή όλων των καλλιτεχνών που πίστευαν ότι είναι μεγάλοι – να ζήσει για πάντα. Άρα ήξερε (ήταν βέβαιος) ότι, κι αν δεν δείχνεται τώρα αυτό το έργο, θα το δει ωστόσο η αιωνιότητα και θα αποκαλυφθεί ότι εκείνη τον αγαπούσε – μόνο αυτόν. Και όντως, είναι τόσο ισχυρή (συναισθηματικά) μια τέτοια εικαστική ένδειξη, ώστε ακόμα πολεμάνε οι ιστορικοί να εντοπίσουν κάποια ένδειξη, μήπως ποτέ {tooltip}έγινε κάτι μεταξύ τους{end-link}Βλέπε προηγούμενες αναφορές. Χαρακτηριστικά, στην Εισαγωγή στο Γκόγια («Καθημερινή», όπως παραπ.), η Manuela B. Mena Marqués, αναφερόμενη στον «θρύλο των ερωτικών σχέσεων του Γκόγια με τη δούκισσα de Alba» (σελ.11), γράφει: «Μας αρέσει να σκεφτόμαστε κατά τρόπο ρομαντικό (ή μάλλον, Ρομαντικό) ότι ο Γκόγια υπήρξε εραστής της δούκισσας de Alba» (σελ.12).{end-tooltip}. Πάντως, ξεκινώντας από την πρώτη κατάσταση, όπου η δούκισσα de Alba είναι ένα αντικείμενο του περιπαθούς βλέμματος του ζωγράφου, εδώ μετατρέπεται σε υποκείμενο του πόθου και του λόγου και του βλέμματος και δηλώνει γραπτώς για την αιωνιότητα ότι ο Γκόγια είναι το μόνο που αξίζει ερωτικά στη ζωή της. Αξίζουν κι άλλα πιθανόν, όπως φαίνεται από την ενδυματολογία, την κινησιολογία, την έκφραση – κι αυτό έχει μια σημασία, τονίζει την κοινωνική της θέση απ’ όλες τις μεριές. Αλλά το κύριο και το αιώνιο («solo») είναι ο Γκόγια. Και μάλιστα, ο Γκόγια μέσα από ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει – το όνομά του, για το οποίο μάλλον ήταν σίγουρος ότι ήταν ο φορέας και της δόξας και της αθανασίας.