Goya – πόθος και ίλιγγος

  • Post category:Ζωγραφική
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 3 λεπ.

Οι μετασχηματισμοί της φαντασίωσης του Γκόγια είναι λοιπόν το τι αποτυπώνεται σ’ αυτά τα τέσσερα εικαστικά δημιουργήματα (G3, 4, 1, 5), που σχετίζονται με το ίδιο πρόσωπο και τις περιπέτειες της επιθυμητικής αναπαράστασής του: Αρχικά είναι ολόκληρη και κλειστή˙ στη συνέχεια τη βάζει σ’ ένα παιχνίδι με τον ίδιο˙ μετά της προσθέτει κι άλλα κομμάτια και της αφαιρεί τα φορέματα˙ και τελικά της προσθέτει φορέματα, ώστε να είναι και να μην είναι το ίδιο σώμα, η ίδια μορφή, η ίδια αναφορά, ο ίδιος τόπος του ερωτικού παιχνιδιού: Αυτή η τελευταία εκδοχή ισοδυναμεί με αμυντική και συμπτωματική, τελικά, επεξεργασία της φαντασίωσής του. Προφανώς, η προσφυγή σ’ αυτόν τον έσχατο «διακανονισμό» σώζει κάτι απ’ ότι μπορεί να σωθεί, ωστόσο έχει κι ένα ανθρώπινο τίμημα: Που συνίσταται στο ότι ο άνθρωπος Γκόγια παραμένει δέσμιος μιας ανικανοποίητης προσήλωσης, χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει την πραγματικότητα και την πλάνη ως προς την οπτασία που τον μαγεύει και ως προς την αλήθεια της επιθυμίας του. Με συνέπεια, τελικά, να ανημπορεί τόσο να υποστηρίξει την επιθυμία του διεκδικώντας, όσο και, εναλλακτικά, να αποχαιρετήσει το άπιαστο ίνδαλμα. (Η χρόνια κατάθλιψή του πιθανότατα τροφοδοτείται και από αυτή την αναποφάσιστη υπόσταση του ποθητού αντικειμένου, που δεν του επιτρέπει ούτε να παλέψει, ούτε να πενθήσει γι’ αυτό. Γιατί, ακριβώς μια τέτοια αναποφάσιστη υπόσταση μπλοκάρει την ψυχή στα γρανάζια του ακατόρθωτου πένθους και, από κει, στην κατάθλιψη – που είναι ακριβώς η ανημπόρια του αποχαιρετισμού.).

Ιδού λοιπόν το μυστικό που φανερώνει η ψυχανάλυση για τον Γκόγια – ζωγράφο- και-άνθρωπο. Μια υπόθεση είναι, μπορεί να έγιναν και κάπως αλλιώς τα πράγματα. Αλλά μοιάζει να συνδέει ταιριαστά και με οικονομία λογική κάποια στοιχεία. Και, εν πάση περιπτώσει, έχει κι ένα διδακτικό χαρακτήρα: Δείχνει πώς η φαντασία παίρνει τον πόθο και, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις αντοχές του ποθούντος, μπορεί να τον αναπλάθει, να τον μετασχηματίζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ώστε να φέρνει τα πράγματα στα ίσα. Έτσι που, τελικά, όσα δε φτάνει ο ποθών να είναι όμφακες, να είναι αγουρίδες, όσα δεν φτάνει ο ποθών να γίνονται κρεμαστάρια – με το αντίστοιχο ανθρώπινο τίμημα.

Πιθανότατα, και στου Γκόγια την ψυχή, πέρα από τις όποιες έμπρακτες πλευρές της σχέσης του με τη δούκισσα de Alba, έτσι ξετυλίγεται η ιστορία. Το τι παραπάνω αποχρώσεις είχε, τι πόνους ή τι απολαύσεις, δεν προκύπτει ακριβώς από όσα είδαμε. Ωστόσο προκύπτει ότι, όταν το αντικείμενο του πόθου μοιάζει απρόσιτο ή ο πόθος γι’ αυτό μοιάζει δυσβάσταχτος, τότε η φαντασία επιστρατεύει τεχνάσματα. Το πρώτο τέχνασμα που επιστρατεύει εδώ η φαντασία του Γκόγια είναι να κάνει την άλλη να τον επιθυμεί – είναι η στιγμή του «Solo Goya». Δηλαδή, από εκεί που είναι κλειστή (την ώρα που χαϊδεύει τα μαλλιά της είναι κλειστή, έξω απ’ τον κόσμο του), τη φέρνει στον κόσμο του, στο «Solo Goya». Φέρνει το αντικείμενο του πόθου μέσα στον κόσμο του και τη βάζει εκείνη να τον επιθυμεί, εκείνη να τον θέλει και να το λέει με τόσο επιτακτικό και κατηγορηματικό τρόπο. Στη συνέχεια, όμως, όπως είπαμε, για να προχωρήσει η υπόθεση, πιθανότατα χρειαζόταν η προσφυγή στο μύθο του διχασμού ανάμεσα στην αισθησιακή και στη σεβάσμια γυναίκα: Γιατί πιο σεβάσμια από μία τόσο εξουσιαστική και μεγαλόπρεπη γυναίκα, όπως εκείνη με τη μεγάλη της στολή, δε γίνεται. Οπότε της αφαιρεί όλα τα σημεία υπεροχής και ισχύος και την κάνει μια γυναίκα ταπεινή και αισθησιακή, άρα ερωτικά προσιτή. Εκεί είναι που μπορεί να τρομάζει η ψυχή – γιατί ακριβώς ο πόθος θέλει κότσια. Η ουσία είναι ότι, σ’ αυτή τη στιγμή του τρόμου, που δεν ήταν μόνο κοινωνικός τρόμος, αλλά και τρόμος υποκειμενικός, τουτέστιν άγχος, πρέπει να πραγματοποιήθηκε ασυναίσθητα μια συμπτωματική επιλογή – δηλαδή μια νέα διατύπωση της φαντασίωσης, που λέει «Να την ντύσουμε, παιδιά».