Goya – πόθος και ίλιγγος

  • Post category:Ζωγραφική
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 3 λεπ.

Όσα σας είπα φαίνεται να είναι μια συνεπής και συνεκτική θεώρηση της υποκειμενικής διεργασίας, που υλοποιείται στα συγκεκριμένα εικαστικά δημιουργήματα του Γκόγια: Αναδιατύπωση της φαντασίωσης του ζωγράφου στη γλώσσα της ζωγραφικής, με όλες τις ψυχικές περιπέτειες που συνοδεύουν αυτή τη φαντασίωση. Οφείλω δε να διευκρινίσω ότι δεν τα έχω διαβάσει πουθενά – και γι’ αυτό σας τα λέω μόνο με δικιά μου ευθύνη.

Ερώτηση: Με την τελική, τη ντυμένη Μάγια, εξισορροπεί την επιθυμία του έτσι;

Την εξισορροπεί, αλλά όχι γενικά. Τελείως ειδικά, προβαίνει σε μια συμπτωματική εξισορρόπηση: Δηλαδή βρίσκει έναν τρόπο να τα βολέψει και τα βολεύει, με τίμημα όμως μια δυσφορία. Και είναι και δεν είναι διαθέσιμο το αντικείμενο του πόθου. Κι αφού και είναι και δεν είναι, όποιος θέλει είναι κι όποιος θέλει δεν είναι μέσα στο παιχνίδι του πόθου του. Όποιος μπορεί το παλεύει κι όποιος μπορεί δεν το παλεύει. Ενώ η γυμνή Μάγια, σαν μορφή, είναι κάτι το τρομακτικά ελκυστικό ερωτικά. Δεν μπορείς να την προσπεράσεις αδιάφορος. Δεν είναι και ζωγραφισμένη στο στυλ «αλαβάστρινα σώματα», ψυχρά, ούτε με τον τρόπο της Αφροδίτης του Βελάσκεθ – η οποία δεν κοιτά τον θεατή, που τάχα μου κατά λάθος συλλαμβάνει τη γύμνια της. Το ότι το ερωτικό αντικείμενο έχει επίγνωση της εμπλοκής του σ’ ένα ερωτικό παιχνίδι του βλέμματος (που είναι το δικό σου βλέμμα, θεατή), αυτή είναι η μεγάλη επιλογή που κάνει ο Γκόγια σ’ αυτή τη ζωγραφιά. Ήταν τολμηρό και τεχνικά και σαν νόημα, σα μήνυμα, το να αποδέχεται μια γυναίκα τη σεξουαλικότητά της έτσι και να λέει «Άμα μπορείς, έλα!». Γιατί αυτό είναι το νόημα της ιστορίας: «Εδώ είμαι και, άμα μπορείς, έλα να παίξουμε!» – όποιος μπορεί και όποιος δεν μπορεί. Εκεί κάπου, στο «όποιος μπορεί και όποιος δεν μπορεί», φαίνεται ότι σκόνταψαν πολλοί, σκόνταψε κι ο Godoy, σκόνταψε κι ο Γκόγια.

Πρόκειται για μια κατ’ αρχήν ψυχαναλυτική ανάγνωση, η οποία φαίνεται συμβατή με όσα καταγράφει η ιστορία, ενώ ταυτόχρονα έχει την αξία και τη χάρη ότι εικονογραφεί κάλλιστα το πώς μπορεί η φαντασία να αναπλάθει μέσα σε διάφορα έργα, εν μέρει και σε εικαστικά μορφοποιημένα συμπτώματα, όπως εδώ, τα στοιχεία της βιογραφίας, της ιστορίας και της βαθύτερης μυθικής σκευής που κουβαλούν οι άνθρωποι για το κάθε τι. Η οποία σκευή (εδώ, η μυθοπλασία του διχασμένου θηλυκού) επιτρέπει να τα βγάλει κανείς πέρα με το αντικείμενο του πόθου, όταν είναι απρόσιτο – ή και με τον ίδιο τον πόθο του, κάνοντάς τον να διαφεύγει, να μην τον υποχρεώνει, όταν είναι δυσβάσταχτη η υποστήριξη της επιθυμίας του. Μ’ αυτή την έννοια, πέρα από την όποια θέση του στην ιστορία της ζωγραφικής, η «Μάγια γυμνή» σαν έργο είναι πολύ επίκαιρο – όπως και τα μικρά συμφραζόμενά του. Ακόμη κι αν αγνοούσαμε, δηλαδή, τη βιογραφία του Γκόγια, και βρίσκαμε τέσσερα έργα αγνώστου ζωγράφου, του ιδίου ωστόσο (όπως θα μπορούσαμε να εξακριβώσουμε και με τρόπο εξωτερικό) – λοιπόν, αν βρίσκαμε αυτά τα τέσσερα έργα κι έναν τρόπο χρονολόγησής τους (κι αυτό πολλές φορές με εξωτερικούς τρόπους γίνεται, οι ειδικοί μπορούν να το κάνουν), θα μπορούσαμε να αναπλάσουμε μια ιστορία ως προς τις περιπέτειες του πόθου, όταν το αντικείμενο είναι απρόσιτο ή όταν ο πόθος είναι δυσβάσταχτος.