Goya – πόθος και ίλιγγος

  • Post category:Ζωγραφική
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 3 λεπ.

Τώρα, από την {tooltip}ιστορία{end-link}Όλες οι ιστορικές και βιογραφικές πληροφορίες, που χρησιμοποιούνται εδώ, βρίσκονται, με την μια ή την άλλη μορφή, και στο βιβλίο Tomlinson J., Goya, Phaidon Press, Madrid 1994, όπου και μπορεί να ανατρέξει ο φιλομαθής αναγνώστης.{end-tooltip}. Το τέλος του 18ου αιώνα στην Ισπανία (όπου και ζωγραφίστηκε η «Μάγια γυμνή») ήταν μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από ένα χάσμα γενεών, όπως λέμε. Δηλαδή, οι τότε γυναίκες (που θεωρούνταν ώριμες ήδη από 18 χρονών) ήταν πολύ αλλιώτικες από τις μαμάδες και γιαγιάδες τους ¾ για να μην πούμε για τις προγιαγιάδες τους. Οι μαμάδες κι οι γιαγιάδες και κυρίως οι προγιαγιάδες ήταν εκείνο το δύσκαμπτο, καθολικό πλάσμα, με βαριές απαγορεύσεις κι αναστολές, ιδίως σεξουαλικές, που και τώρα το βλέπεις καμιά φορά. Σύμφωνα με το πρότυπο αυτό, πρέπει να κάνει κανείς ακριβώς ό,τι λέει η καθολική εκκλησία σ’ αυτή την περίπτωση – δηλαδή, συνουσία μόνο για αναπαραγωγή. Αν τα καταφέρεις είσαι ήδη ευτυχισμένος, γιατί πρέπει νά είναι αρκετά δύσκολη κατάσταση. Διάβασα μάλιστα πρόσφατα ότι με παπική απόφαση ανακηρύχθηκαν όσιοι (πρώτο βήμα προς την αγιοποίηση) ένας άνδρας και μία γυναίκα, οι οποίοι, αφού τεκνοποίησαν, έζησαν ύστερα 26 χρόνια μαζί μεν, αλλά με χωριστά κρεβάτια (και κορμιά). Εν πάση περιπτώσει, οι γυναίκες εκείνου του καιρού, του τέλους του 18ου αιώνα, όταν ζωγράφισε ο Γκόγια τη «Μάγια γυμνή», έχουν αλλάξει – έχουν κατά κάποιον τρόπο απελευθερωθεί, έχουν χαλαρώσει τα ήθη και έθιμα και ο τρόπος κι η θέση των γυναικών στην ισπανική κοινωνία. Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στο ότι αναπτύσσεται (με κάπως σημερινούς όρους) μία μικρομεσαία αστική τάξη, ιδίως στη ζωή των πόλεων. Και έτσι ένας νέος κόσμος παρεμβάλλεται ανάμεσα στην παραδοσιακή αριστοκρατία και σ’ εκείνον τον σκοτεινό, τον μουντό κόσμο της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας (ας θυμηθούμε «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα», του Λόρκα). Αυτή η ανερχόμενη μικρομεσαία αστική τάξη του καιρού εκείνου διαμορφώνει και προβάλει έναν τύπο ανδρός και γυναικός καινοφανή για την ισπανική κοινωνία, που ονομάζεται «majo» για τον άντρα και «maja» για τη γυναίκα.

Τι θα πει ” majo” και τι θα πει ” maja”; Θα επικαλεστώ κάποιες πληροφορίες από το βιβλίο που προαναφέραμε: Είναι υποδειγματικοί τύποι που ανήκουν στη λαϊκή, μικρομεσαία τάξη των πόλεων. Στη Μαδρίτη, χαρακτηριστικά, ήταν οι παλιοί γηγενείς, εκείνοι που επωφελήθηκαν από το εμπόριο και τον νέο πλούτο της εποχής. Ο χαρακτήρας του majo περιγράφεται από τον εγγλέζο ταξιδιώτη Joseph Barett ως εξής: «Ο μαδριλένιος majo…». Ήδη συναντάμε ένα πρόβλημα μετάφρασης. Είναι πολύ δύσκολο να μεταφράσω τον όρο, όπως θα δείτε. Majo θα μπορούσε νά ‘ταν ο κομψευόμενος. Αυτή είναι η πιο ήπια απόδοση, όπου και συγκλίνουν τα σημερινά λεξικά. Νομίζω, ωστόσο, ότι είναι πιο σωστό (γιατί το «κομψευόμενος» έχει μια διάσταση που αναφέρεται κυρίως στην εμφάνιση), να αποδοθεί με τον όρο, που κυκλοφορεί αρκετά τελευταία, «κυριλέ»: Θα δούμε σε λίγο το γιατί. Αντιστοίχως για τις γυναίκες, ο όρος maja, σημαίνει πάλι κομψευόμενη – αλλά στην ουσία κείται κάπου μεταξύ κυρίας και κυράς και ίσως και κυράτσας λίγο. Δεν είναι εύκολο να αποδοθεί μονολεκτικά. Για τους άντρες το «κυριλές», με μια δόση τσαμπουκά, μου φαίνεται ότι είναι αρκετά ταιριαστό. Για τις γυναίκες είναι κάπου μεταξύ «ομορφονιά» και «κυρία-γκόμενα-ανάφτρα» – ένα τέτοιο μίγμα. Η περιγραφή του βιβλίου δείχνει τι ακριβώς εννοώ. Λέει λοιπόν το κείμενο: “Ο μαδριλένιος majo είναι ένας λαϊκός άνθρωπος που ντύνεται όμως κομψότατα, του αρέσει να βαδίζει και να έχει το παράστημα των ευγενών, εμφανίζεται βαρύς κι απειλητικός (έχει ένα στοιχείο μαγκιάς, κουτσαβακισμού αυτή η εμφάνιση) και του γουστάρουν οι πλάκες, τα αστεία και οι έξυπνες κουβέντες, τα ευφυολογήματα, οποιαδήποτε στιγμή”. Η maja πάλι περιγράφεται από τον τότε γάλλο πρεσβευτή Jean-François Bourgoing, που φαίνεται άνθρωπος διορατικός, ως εξής: “Η γλώσσα, η στάση, το βάδισμα, όλα έχουν σ’ αυτή (τη maja) μια αίγλη, μια αύρα, που δηλώνει έλλειψη σεμνότητας και επιτρεπτικότητα”. Είναι δηλαδή μια ξέθαρη γυναίκα, που δεν είναι ντροπαλή και μαζεμένη όπως στους προηγούμενους καιρούς. «Ωστόσο (λέει ο πρεσβευτής, προσφυέστατα), αν δεν έχεις υπερβολικούς ενδοιασμούς ως προς τα μέσα που θα διήγειραν τον αισθησιασμό και την ηδονικότητα, μπορείς να βρεις σ’ αυτές τις γυναίκες τις πιο γοητευτικές, τις πιο σαγηνευτικές ιέρειες, που υπηρέτησαν ποτέ το βωμό της Αφροδίτης. Οι χάρες της εμφάνισής τους ανάβουν τις αισθήσεις και του φρονιμότερου και υπόσχονται τουλάχιστον ηδονή, έστω κι αν δεν εμπνέουν αγάπη». Από την άλλη, ένα λαϊκό τραγουδάκι της εποχής ξεκαθαρίζει τα πράγματα: