Ι. Ο Βασίλης Χατζηιακόβου μου ανέθεσε να ανακρίνω τον γνωστό και μη εξαιρετέο Γιώργο Ίκαρο Μπαμπασάκη, ποιητή, για τη συλλογή του “Hotel Hegel 1976-2006”. Από τα δεκαέξι του, λοιπόν, απασχολεί τις αρχές ο ως άνω. Προκειμένου να αντιληφθείτε και υμείς το μέγεθος του θέματος, συνέταξα διεξοδικά και θα σας αναγνώσω μεγαλοφώνως τον φάκελο της διαβόητης Υπόθεσης “Hotel Hegel”.

 

ΙΙ. Η ποίηση του Ίκαρου αντιπροσωπεύει μια λυρική εποποιία -πάντοτε λυρική, ακόμη κι όταν δαγκώνει ή φτύνει κάποιες άκρες από την πίτα του κυνισμού. Τη λυρική εποποιία μιας άχρονης εφηβείας (από τα 16 του μέχρι τώρα, ως ανωτέρω αναφέρθη), που ακούραστα μεταπλάθει την ιστορία της σε μυθολογία. Μυθολογία ταυτόχρονα προσωπική, αλλά και, μέσω της προσφυγής στον κοινό, συμμεριστό κώδικα της ποίησης, συλλογική, οριακά καθολική.

Το διάβημα εμπεριέχει πολλαπλά παράδοξα. Αυτό είναι ο ποιητής Ίκαρος Μπαμπασάκης. Για του λόγου το αληθές, δύο πειστήρια:

          ΙΙ. 1. Η ουβερτούρα της συλλογής αντιστοιχεί σε δύο ποιήματα, εμφανώς Εμπειρίκεια στον τόνο (να εικάσουμε εύλογα ότι είναι του δεκαεξάχρονου;). Πρόκειται για τη θριαμβική σπαργή εφήβου(-)πέους, η οποία «γονιμοποιεί τον ήλιο» και ταυτόχρονα «ζωηρεύει δεκάδες δεσποινίδων»: η έκδηλα φαντασιωτική διάσταση του αισθησιακού εμβατηρίου ευθέως παραπέμπει στις κατασκευές της εφηβείας.

Το φινάλε της συλλογής αντιστοιχεί σε 3 ποιήματα. Το πρώτο απ’ αυτά επιγράφεται “Angels of Purity”, με υπότιτλο «Η Βιογραφία ενός Αιώνα». Το δένει και το κινεί η λαχτάρα της αδιαπραγμάτευτης Αγνότητας (με Α κεφαλαίο) [σελ. 128] , με όρους που ρητά ορίζει το τελευταίο ποίημα της συλλογής (η apothéose της παράστασης, με τίτλο “Hôtel du Chat Noir /- Love will tear us apart…” ) : «Είμαι ένα αγόρι [σελ. 135] / μεθυσμένο».

       ΙΙ. 2. Όμως, πέρα από το πεδίο των σημαινόμενων -ακριβέστερα: ένθεν παντός σημαινομένου- το παιχνίδι του σημαίνοντος τεκμηριώνει την άχρονη υπόσταση της κατ’ Ίκαρον «εφηβείας ενός αιώνα» (ελπίζω να μου συγχωρεί τη συμπύκνωση των δικών του σημαινόντων). Αναφέρομαι σε μία αξιοσημείωτη, πλήρη νοήματος και ανοιχτή στο μη-νόημα, μεταχείριση που υφίσταται ο χρόνος του ρήματος, ιδίως στα αναδρομικά-πανοραμικά τρία ποιήματα του φινάλε.

Ακούστε:

[σελ. 126]     «Τέτοιο ήταν, κι έμεινε τέτοιο,

                   Το Άδοξο Παιχνίδι μας»

                   «Ωραίοι (ξανά: πάντα!) και Χλομοί

                   (…)

                   Ήμασταν και παραμείναμε

                   Όταν γαλουχούσαμε (…)

                   (10 «όταν» σε παρατατικό)

                   Ναι, φίλε μου,

                   Της Αγνότητας

                   Και τότε

                   Της αγνότητας

                   Και τώρα

                   Της Αγνότητας

                   Και πάντα

                   Άγγελοι ήμασταν.

 

Το σύμπλοκο «Άδολο – Παιχνίδι – Ωραίοι και Χλομοί – Φίλε – Αγνότητα – Άγγελοι», ως προς τη διάσταση των σημαινομένων, εμφανώς εγγράφεται στο σύμπαν της εφηβικής ευαισθησίας , με την πιο ισχυρή και βαθιά σημασία του όρου «ευαισθησία». Ωστόσο, εδώ καταγράφονται και μετακινήσεις ψυχικών τεκτονικών πλακών, που προκαλούν ορογενέσεις, αναδύσεις ηπείρων, μορφογενέσεις ―άσμα καινόν: Αναφέρομαι στη συμπύκνωση των χρόνων του ρήματος. Όπου 10 προσφυγές στον παρατατικό ενός μυθικού «όταν» κορυφώνονται σε ένα παράδοξο στερέωμα: Στη συγχώνευση των τριών πτυχών του ιστορικού χρόνου και, βαθύτερα, των 4 πτυχών του εμπειριωμένου χρόνου (τότε – τώρα – πάντα) σ’ ένα και μόνο χρόνο του ρήματος ―«ήμασταν»: πελοποννησιακός παρατατικός με λεκτικές συνδηλώσεις αορίστου― ο οποίος παρατατικός συντάσσεται [σχήμα σύλληψης!] και με τα παρελθόντα (τότε) και με τα παρόντα (τώρα) και με τα μελλούμενα (πάντα) και με τα άχρονα (το απόλυτο πάντα καταλύει τη βαρύτητα της χρονικής ροής). Ο χρόνος του παρελθόντος ―η ιστορία μιας εφηβείας αιώνων― αγκαλιάζει και χωνεύει τα πάντα του χρόνου υπό την αιγίδα του κατ’ Ίκαρον Απόλυτου Μύθου: Άγγελοι της Αγνότητας έξω απ’ τον χρόνο.

 

ΙΙΙ. Ιδού λοιπόν η θέση από την οποία ο Ίκαρος ατενίζει το αρχιπέλαγος της ιστορίας του και μάχεται να εκφέρει λόγο ―Ηρακλείτειο λόγο (τόσο προσφιλή στον Hegel, εικάζω): τοῦ λόγου δ’ ἐόντος ξυνοῦ ζώουσιν οἱ πολλοὶ ὡς ἰδίαν ἔχοντες φρόνησιν… Είναι η θέση που ορίζεται από τις ηδονικές περιπέτειες μιας άχρονης εφηβείας, με τις σαρκικότητες της έκδηλης απόλαυσης και τις πνευματικότητες του εν των βάθει ασκητισμού της. (Πρόκειται για περιγραφική και αναλυτική αποτύπωση, όχι για αξιολογική κρίση.)

Ακόμη ένα παράδοξο: Εφηβική ευαισθησία άχρονη που κατατίθεται στους ανθρώπους ―όλους όσους πέρασαν, περνούν και θα περάσουν από το Ξενοδοχείο της Ύπαρξης και θα μιλήσουν ή θα σιγήσουν γι’ αυτό― ως ροή: Ροή Λόγου και Μουσικής των Γεγονότων [σελ.138]. Άχρονη μετάβαση (παράδοξη) από την αφηγηματική στιγμή της θριαμβικής σπαργής του πέους, χυμένη μέσα σε μια γλώσσα διάσπαρτη με δάνεια, στο μαλακό, υγρό ξεδίπλωμα μιας περιπλάνησης στην Ιστορία (στη Βιογραφία ενός Αιώνα). Και από το απόλυτο παρόν της οργασμικής στιγμής στην (άλλο παράδοξο) απόλυτη μνήμη της ιστορίας, όπου το μνημονικό ίχνος του παρελθόντος οδηγεί τα πάντα ως άχρονη πλέον παρουσία. Και, τέλος, μετάβαση από την ακόρεστη δίψα της περιπλάνησης στην πλησμονή της αγάπης: Δηλαδή, στην επάρκεια του μερικού που τόσο παραδειγματικά μπορεί να τη βιώσει ο καθένας όταν ζει την αγάπη ως στάση της ψυχής.

 

ΙV. Υγρός, ρευστός λυρισμός που εγκαταβιώνει σε πολλαπλά παράδοξα, αυτός είναι ο κατ’ Ίκαρον κόσμος της ποίησης. Ένας κόσμος όπου συγχωνεύονται χώρα-χάρτης-πίνακας: Μια μουσική αφήγηση ζωγραφισμένη από έναν ποιητή. Μία συμπύκνωση πραγμάτων, μορφών και ονομάτων, που κάνει τα Συμβάντα, Μύθο και Λόγο. Μια Μεθυσμένη Οδύσσεια ―ενός Rimbaud που λέγεται Ίκαρος. Ένα ξενοδοχείο, όπου διασταυρώνονται τροχιές περαστικών προσώπων και συμβάντων, με όνομα Hegel: εκείνος που βαθύτατα διαλογίστηκε πάνω στο πότε προβαίνει στον κόσμο η γλαύκα της σοφίας.

 

V. Η ποίηση του Ίκαρου είναι παράξενη: ένα συλλαλητήριο των λέξεων που πανηγυρίζουν για τα μυθικά δρώμενα ενός Βίου εν Διονύσω, ηλικίας ήδη πάντων των αιώνων.

Κανείς βεβαίως δε γίνεται λογοτέχνης επειδή είναι εφησυχασμένος ως προς την κατάσταση των πραγμάτων ή ως προς τον τρόπο πρόσληψής τους από το ανθρώπινο μέλος του κόσμου. Έτσι, και στον κατ’ Ίκαρον κόσμο, τόσο Διονυσιακό και Απολλώνιο, κάπου κάτι χάνει ή χάνεται, λαθεύει ή λανθάνει ή υπολανθάνει: Τα πράγματα, οι άνθρωποι, ο κόσμος, κυρίως δε οι μεταξύ τους συναντήσεις. Και ο καλλιτέχνης (κάθε καλλιτέχνης, εδώ ο ποιητής) αναλαμβάνει να επανορθώσει τα ημαρτημένα της δημιουργίας ―με ρίσκο και απόλαυση.

Έτσι κι ο Ίκαρος: Ένθεν των εκστάσεων και των εντάσεών του, αφανής οργανωτής του κόσμου του, διαφαίνεται κάτι το πρωτοταγές: ένα επώδυνο παραξένισμα, μία πνιχτή αγωνία, μια αφόρητη απορία: «Μα, καλά, μόνο Αυτό είναι ο κόσμος;». Ερώτημα κατ’ εξοχήν συστατικό κάθε συνάντησης ανάμεσα στην εφηβεία της ευαισθησίας και στην τέχνη του λόγου ―εδώ, την ποίηση, που καλείται να επανισορροπήσει τον κόσμο με τον δικό της τρόπο.

Έχω καταγράψει αρκετά σημεία όπου το επώδυνο λανθάνον, η τραγική υπόμνηση αναφύεται:

Κορυφαία εκδήλωση, το φάσμα του Χρόνου:

[σελ. 60] «Απόψε οι Αναμνήσεις μου θρηνούν / το τέλος / της Μεγάλης Μέθης»

[σελ. 72] «Ουρλιάζει το τσακάλι ο πληγωμένος / ο λωποδύτης Χρόνος»

[σελ. 59] Αντιστοίχως, το μέγιστο ζητούμενο «να ‘ρθουν οι Γέροντες Σοφοί / να μας διδάξουν την αντίσταση στο Χρόνο και στο Κρύο».

 

VΙ. Λέω κάτι μάλλον προφανές: Η ποίηση του Ίκαρου είναι λόγος ―αγορευτικότητα, discours. Ως discours, λοιπόν, συγκροτείται με όρους απάντησης σε μια (ρητή ή υπόρρητη) ερώτηση. Το ερώτημά μας λοιπόν είναι: Ποιο είναι το ερώτημα που κινητοποιεί και διέπει την ποίηση (και ίσως όχι μόνο…) του Ίκαρου;

Όπως πιθανότατα ορισμένοι εξ υμών γνωρίζετε, έχω διατυπώσει μία γενική θεωρία σχετικά με τη δημιουργία, ως πράξη, διάβημα, και ως έργο, έκβαση: το έργο είναι η φαντασίωση του δημιουργού αναδιατυπωμένη στη γλώσσα της συγκεκριμένης τέχνης. Ιδού η φόρμουλα:

 

Ε = (φδ) γτ

 

Εδώ, Ε = το έργο του δημιουργού (διαδικασία και προϊόν), (φδ) = η φαντασίωση του δημιουργού (καλλιτέχνη ή, ευρύτερα, στοχαστή) και γτ = το σύστημα των ψυχοδιανοητικών, πολιτισμικών και πρακτικών πόρων, υλών και εργαλείων που καθιστούν εφικτή την παραγωγή του έργου. Ως φαντασίωση του δημιουργού, δε, νοείται η λεγόμενη θεμελιακή φαντασίωσή του = η πιο προσωπική του αίσθηση του κόσμου, όπως πηγάζει από μία, κατ’ αρχήν ασυνείδητη, απολύτως προσωπική φαντασιώσική περιγραφή του κόσμου και της θέσης του υποκειμένου μέσα σε αυτόν [βλ. «Αρχιτεκτονική & Ψυχανάλυση», «Ο ερωτισμός στην τέχνη»].

Η περίπτωση «Ίκαρος» μιλάει ανάγλυφα για τη διεργασία: Μία ευαίσθητη και προικισμένη ψυχή συναντά τα πράγματα ―είτε μορφοποιημένα, είτε άμορφα (το κατά Lacan Πραγματικό = το μη αναπαραστάσιμο που ωστόσο με αφορά ως υποκείμενο). Αισθάνεται απορία, ανησυχία, αγωνία, που της γεννά το ερώτημα «Μα, καλά, Αυτό είναι ο κόσμος και ο βίος;». Προφανώς διερευνά διάφορες απαντήσεις, μέχρι που η εφηβική της ευαισθησία χύνεται στη γλώσσα της ποίησης (και, ευρύτερα, της τέχνης του λόγου). Σ’ αυτό το περιβάλλον συγκροτείται, με καιρό και με κόπο, η απάντηση του Ίκαρου στο ερώτημά του (παραφράζω λεκτικά ένα μόρφωμα ένθεν του λεκτικού):

«Η ζωή (μου) αξίζει αν γίνεται μυθολογία» 

Θεωρώ ότι τεκμηρίωσα αυτή τη θέση του υποκειμένου στο περιβάλλον της ποίησής του. Για την απόλαυση τόσο του έργου όσο και για την ευστάθεια του επιχειρήματος, ωστόσο, θα επικαλεστώ και άλλα τρία πειστήρια:

  • Το μόλις δημοσιευμένο μυθιστόρημά του «Διασυρμός» είναι η χειμαρρώδης διεργασία εξύψωσης της ζωής (του) στην αξιοπρέπεια της Μυθολογίας.
  • Στο αφτί του “Hotel Hegel” βρίσκουμε κάποια περιεκτικά στοιχεία βιογραφίας. Διαβάζουμε λοιπόν: «Ο τρόπος ζωής του τον οδήγησε στη μελέτη των [καλλιτεχνικών] ιστορικών πρωτοποριών…». Ήτοι, η φαντασίωσή του, που ήδη μεταπλάθεται σε «τρόπο ζωής», απολήγει και στις πνευματικές του επιλογές, ευαισθησίες και πράξεις.
  • Το εξώφυλλο του βιβλίου αναδεικνύει έναν [πελώριο] κρίκο μ’ ένα κλειδί χαρακτηριστικού σχήματος, κρεμασμένον από ένα σκουριασμένο καρφί. Εικάζοντας ότι ο Ίκαρος αναγνώρισε το πνεύμα της ποίησής του και σ’ αυτή την εικόνα, σχολιάζω:

Μία κλειδοειδής φαλλική μορφή βρίσκεται άρρηκτα δεμένη στον κρίκο του τέλειου θηλυκού στοιχείου και αιωρείται βασταζόμενη από κάτι, που ήδη ο χρόνος το έχει σημαδέψει, σημειώσει, στο εξώφυλλο ενός βιβλίου με ποίηση. Θεωρώ ότι η πεμπτουσία του κατ’ Ίκαρον κόσμου και της ποιητικής μεταγραφής του εμπεριέχονται σ’ αυτή την εικονογράφηση.

 

hotel hegel

 

VII. «Κι ο ποιητής όσα δεν ξέρει προφητεύει. / Αν δεν του φτάνει αυτός ο κόσμος, τον πλαταίνει», λέει κάποιος άλλος σ’ ένα ποίημα. Ο Ίκαρος είναι αναγκασμένος να λειτουργεί ως ποιητής, κρίνοντας όχι μόνο με όρους λογοτεχνικού αποτελέσματος, αλλά και με όρους ψυχικών μηχανισμών που τον εξαναγκάζουν ν’ αναζητεί και, τελικά, να επινοεί κατ’ αναγκαιότητα ποίηση. Για ν’ απαντήσει λοιπόν στο θεμελιώδες, καίριο, αναπόφευκτο και γόνιμο ταυτόχρονα, στο πιο μυστικό ερώτημά του: «Μα, καλά, αυτό είναι η ζωή;», ο Ίκαρος πλάθει ως πιο προσωπική του απάντηση το διάβημα «Η ζωή (μου) αξίζει αν γίνεται μυθολογία».

Υπ’ αυτό το πρίσμα, του προτείνω ένα έμβλημα ως πνευματικό οικόσημό του:

 

Ο De Chirico γράφει:

 hh_site1

Ο Ίκαρος, αν θέλει, ας γράψει:

 hh_site2

 

Ιδού ο φάκελος της υπόθεσης “Hotel Hegel”. Τι έχεις να δηλώσεις περί τούτων, Μπαμπασάκη;

 

Παρέμβαση στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη “Hotel Hegel 1976-2006”. Eκδόσεις Αρμός – 22 Νοεμβρίου 2012.