(Στη συζήτηση που ακολούθησε, ένα σημείο βρίσκω ότι έχει ιδιαίτερη αξία, γι’ αυτό το παραθέτω: )

 

ΝΣ: Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, στη ζωή των ανθρώπων, η επίπτωση που έχει το όνομά τους. Και το επώνυμο και το βαφτιστικό τους. Αυτό το κουβεντιάσαμε με άλλη αφορμή (το μυθιστόρημά μου «Ένα τραγούδι για τον Ορφέα») στο ραδιόφωνο με τον Ίκαρο. (…)

Ο πυρήνας της μυθολογίας που ξετυλίγεται στο βιβλίο του αντιστοιχεί στην παράσταση του Αγγέλου της Αγνότητας. Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, η τυπική εικονοποιία του αγγέλου, ακόμη και στην αρχαιότητα, ήταν μια ιπτάμενη θεότητα που την έστελνε ο θεός να φέρει τα χαμπέρια στους ανθρώπους. Εν γένει ο άγγελος φέρνει το άγγελμα στον άλλον. Δηλαδή κάτι έχει να σου πει. Δεν είναι κάποιος που απλώς περνάει και δε σε συναντάει. Σε συναντά για κάτι που σε αφορά, πολύ σημαντικό. Το πιο όμορφο όμως ποιο είναι; Ότι ο Άγγελος έχει πάντα φτερά –τυπική εικονοποιία. Και ο Ίκαρος είναι ο πρώτος άνθρωπος –δηλαδή, μη-θεϊκή οντότητα– που προσπάθησε να γίνει μύθος και τα κατάφερε, μέσα από τα φτερά που κόλλησε στους ώμους του ο πατέρας του. Αυτό το επισημαίνω σαν ένα πρόσθετο στοιχείο. Μπορεί και τον Ίκαρο να τον φωτίσει για την περίτεχνη διαλεκτική, χεγκελιανή και πέραν ταύτης, που ενδεχομένως διέπει τη σχέση του με την οικογένειά του, δηλαδή με τις παραδόσεις του σογιού και με τις ονοματοθεσίες, τις ονοματοδοτικές επιλογές.

Χάριν της κουβέντας, λοιπόν, θα ήθελα να θέσω το ερώτημα στον Ίκαρο: Το όνομα «Ίκαρος» πώς σου το έδωσαν;

Γ-ΙΜ: Ο πατέρας μου ήταν αεροπόρος, όπως και ο νονός μου. Οπότε, ήταν μέσα στη νεανική τους διάθεση να γίνω κι εγώ αεροπόρος. Έτσι προέκυψε το «Ίκαρος». Ο παππούς μου όμως ήταν Γεώργιος και ήταν ταγματάρχης του πεζικού. Οπότε έγινε μια συμφωνία και είχαμε και τα δύο ονόματα.

ΝΣ: Κι έγινες αεροπόρος των λέξεων! Γι’ αυτό δε λες και τίποτα για θάλασσες και τέτοια στα ποιήματα! Το δικό σου είναι από τα πιο μη-αιγαιοπελαγίτικα βιβλία που έχω διαβάσει. Και αυτό μου έκανε εντύπωση για άτομο που έχει καλή σχέση με το ρευστό στοιχείο.