1.    Η πόλη αντιπροσωπεύει ένα ιδιαίτερο σύστημα συμβίωσης ανθρώπων και πραγμάτων (υλικών και άυλων).

2.    Η ιδιαιτερότητά της προσδιορίζεται από δυο παράγοντες. Τάξη μεγέθους και λειτουργίες.

«Πόλη» είναι ένα σύστημα που έχει ένα κάποιο μέγεθος και πάνω. Η κλίμακα είναι συστατικό στοιχείο στον ορισμό της πόλης.

Κατά κανόνα, η κλίμακα συμπορεύεται και συσχετίζεται αμφίδρομα με τη συγκέντρωση, στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, ορισμένων καίριων κοινωνικών λειτουργιών: Κυριαρχία, ρύθμιση, επικοινωνία, καινοτομία έχουν σαν εστία τους την πόλη. (Η σπουδαιότητα αυτής της συγκέντρωσης λειτουργιών αντανακλάται και στο ότι στάθηκε δυνατό ιστορικά να υπάρξουν «πόλεις-κράτη», δηλ. συστήματα ανοιχτά μεν, αλλά αυτοτελή κι αυτόνομα).

3.    Συνεπώς, από τη σκοπιά της ψυχικής ζωής του υποκειμένου, η πόλη, ως σύστημα συμβίωσης, αντιπροσωπεύει ένα ιδιότυπο σύστημα κωδίκων που προσδιορίζουν την μορφοποίηση της εμπειρίας και τη συγκρότηση του λόγου του υποκειμένου.
4.    Εννοείται ότι οι ιδιαιτερότητες αυτού του συστήματος κωδίκων είναι συνάρτηση των εκάστοτε παρόντων φαινομένων κλίμακας και λειτουργικής συγκέντρωσης.

Όμως, το θεμελιώδες κοινό χαρακτηριστικό, ως προς την ψυχική επίπτωση της αστικής συμβίωσης, είναι το εξής:

Ζώντας στην πόλη, αναπόφευκτα συναντά κανείς το άγνωστο, το απρόσωπο και το ανοίκειο.

Το μέγεθος κάνει αναπόφευκτη την ύπαρξη άγνωστων χώρων, πραγμάτων κι ανθρώπων.

Η συγκέντρωση λειτουργιών κάνει αναπόφευκτη την κοντινή συνύπαρξη με φαινόμενα που «δεν τα φαντάζεται κανείς» (σύμφωνα με τη δική του ιδέα για τον κόσμο), που «δεν τα χωράει ο νους». Δηλ. με το ανοίκειο.

Μέγεθος και συγκέντρωση λειτουργιών, αναπόφευκτη ύπαρξη του αγνώστου και αναγκαιότητα ελέγχου του ανοίκειου οδηγούν υποχρεωτικά στην καίρια θέση του απρόσωπου μέσα στην πόλη.

Έτσι λοιπόν, η συνάντηση με το άγνωστο, με το απρόσωπο και με το ανοίκειο είναι ο χώρος όπου συγκροτείται η «ψυχή της πόλης».

3. Η συνάντηση με το άγνωστο ισοδυναμεί, σαν βίωμα και σαν συνάφεια διατύπωσης προσωπικού λόγου, με διαρκή, ενίοτε βίαιη, υπενθύμιση των περιορισμών και των ελλείψεων του υποκειμένου. Ελλείψεις και περιορισμοί, σε πρώτο επίπεδο, της γνώσης, του «ψυχικού ρεπερτορίου», των διαθέσιμων παραστάσεων και κωδίκων του υποκειμένου.

Βέβαια, η έλλειψη είναι συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης κατάστασης, της ύπαρξης του υποκειμένου. Όμως η έκταση και η ένταση της διαρκούς αυτής υπενθύμισης στην αστική ζωή τείνουν να υφίστανται ανεξέλεγκτη φαντασιακή επεξεργασία. Να παραφράζονται δηλ. με όρους «προσωπικής ζημίας και κύρωσης», τροφοδοτώντας μια αίσθηση ύπαρξης βάναυσα ακρωτηριασμένης, φαντασιώσεις «ευνουχισμού».

Από την άλλη πλευρά, η «ανωνυμία» του πλήθους (που εκ περιτροπής συμπεριλαμβάνει τον καθένα) υπογραμμίζει, κάποτε με όρους αδιέξοδου, απόγνωσης και ματαιοπονίας, την δυσκολία σήμανσης του υποκειμένου μπροστά σ’ έναν Απόλυτο Άλλο, που δεν σε ρωτά, όσο κι αν υποθέτεις  ότι σ’ ακούει.

Η διαρκής καταπόνηση, που προκύπτει από τη συνάντηση αυτή με το άγνωστο, εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε δυο «παθολογικές» ψυχικές «απαντήσεις»:

— Ναρκισσική αναδίπλωση, με τη μορφή της μεγαλομανίας, του εαυτουλισμού, του ανταγωνισμού και της εχθρότητας απέναντι στον (κάθε) άλλον, ή της κατάθλιψης, του αισθήματος εγκατάλειψης, ανημπόριας και μηδαμινότητας.

— Φαντασιακή αναγωγή του αγνώστου στο γνωστό, δηλ. βίωση κι επεξεργασία του παρόντος με όρους του προσωπικού παρελθόντος – ενός παρελθόντος γεμάτου φαντασιώσεις, εγγραφές κι εκφραστικούς τρόπους, που ξεκινούν από τα πρώτα παιδικά μας χρόνια και συνεχίζουν να ζουν (συνειδητά ή ασυνείδητα) μέσα μας, γεμάτοι τέρατα και σημεία, δράκους, νεράιδες και πρίγκηπες, πάντα διαθέσιμους «σε πρώτη ζήτηση».

Στην πρόκληση του αγνώστου, βέβαια, υπάρχει κι άλλη δυνατή απάντηση, δημιουργική και όχι παθολογική (βλ. παρακάτω).