Το ερώτημα

Πώς μπορούμε να κάνουμε τη γνώση για την κρίση κτήμα της παιδικής ψυχής, χωρίς να την παραβιάζουμε και χωρίς να μιλάμε στο κενό;
Αυτό είναι το θέμα μας. Ας το διερευνήσουμε βήμα-βήμα.

 

I. Κρίση

Η Ελληνική κρίση έχει χαρακτήρα ολικού κοινωνικού γεγονότος, όπως το ορίζει ο Marcel Mauss: Αφορά όλα τα μέλη της κοινωνίας και όλες τις θεσμικές  διευθετήσεις της. Θίγει θεμελιώδεις όψεις του κοινού βίου και των αναπαραστάσεων που διαμεσολαβούν την εμπειρία, σε προσωπικό, διαπροσωπικό και υπερπροσωπικό επίπεδο.

Ευνόητα, οι διεργασίες της δεν κατανέμονται ισόμετρα. Στις «προνομιακές» περιοχές εκδήλωσης της κρίσης, λοιπόν, συγκαταλέγονται και οι διαγενεακές σχέσεις.

Πυρηνική εδώ είναι η θέση της ανατροφής των παιδιών. Που οι συνθήκες την καθιστούν δυσχερέστατη σήμερα: Ασαφή δεδομένα και ζητούμενα ορίζουν το πεδίο. Ασταθές, συχνά απατηλό, ενίοτε επικίνδυνο, το πραγματικό τοπίο μεταγράφεται σε νοερό χάρτη με όρους ψυχικά επισφαλείς: Ανεπάρκεια των συμβολικών αναφορών, έκπτωση του έγκυρου λόγου, υπονόμευση του νοήματος των λέξεων. Πληθωρισμός φαντασιακών ροών, όπου δεσπόζουν εκδοχές της απώλειας, του πένθους, της ταπείνωσης, της ανημπόριας, της καταστροφής, της αγωνιώδους ακινησίας, του άγχους που γεννούν όσα μας πλήττουν και δεν τα χωράει ο νους. Σ’ αυτό το περιβάλλον, λοιπόν,  καλούνται οι Έλληνες μεγάλοι (γονείς και παιδαγωγοί, κατά κύριο λόγο) να υποστηρίξουν τα παιδιά μας.

Η σχέση των μεγάλων με τα παιδιά περνάει μέσα από το τι κάνουν, τι σκέφτονται, τι λένε, τι εκφράζουν, τι φαντάζονται και τι εύχονται ή απεύχονται οι μεγάλοι για τα παιδιά – και, κατ’ επέκταση, από το πώς ακούν τα παιδιά. Ήτοι, από το πώς βιώνουν την εμπειρία τους οι μεγάλοι και πώς τη φιλτράρουν προκειμένου να μεταδοθούν ή να μη μεταδοθούν κάποια στοιχεία της στα παιδιά.

Πλήθος διεργασίες κι εμπειρίες συγκλίνουν σ’ έναν κοινό παρονομαστή: η κρίση συνεπάγεται απώλειες μιας σειράς από ναρκισσιστικές απολαβές και φαντασιώσεις.

Το ήδη διάχυτο και ανεξόρκιστο πλέον φάσμα μιας τέτοιας αντιξοότητας γεννά κυρίως άγχος. Η δε εμπειρία της απώλειας, αν δεν υποστεί επαρκή επεξεργασία μέσω πένθους, προκαλεί κατάθλιψη.

Η κύρια πτυχή αυτών των επιπτώσεων συναρτάται με μία μετάβαση ως προς την αναπαράσταση του παιδιού στο νεοελληνικό  φαντασιακό. Πρόκειται για τη μετάβαση από την παράσταση «παιδί υπερ-νάρκισσος» στην παράσταση «παιδί-αντικείμενο πένθους».

Το «παιδί υπερ-νάρκισσος» συγκροτείται ως αντικείμενο ψυχικών υπερ-επενδύσεων και προβολών, που συνοψίζονται στη φαντασίωση «Ό,τι ήμουν εγώ και ό,τι δεν ήμουν εγώ, θα είσαι εσύ στον κύβο». Φαντασίωση στην αφετηρία της γονεϊκή, αλλά μετακινούμενη στο παιδί ως Ιδεώδες Εγώ, με προφανή αποτελέσματα, σε μια ανεξάντλητη φούγκα ναρκισσιστικών αντικατοπτρισμών και υπερτρεφόμενης αυταπάτης παιδιών και μεγάλων.

Τώρα, αυτές οι φαντασιώσεις κλονίζονται συθέμελα. Από τα ερείπιά τους αναφύεται, ενοχοποιημένη αρνητικότητα,  το «παιδί-χωρίς-ναρκισσιστικές-υπερεπενδύσεις». Με την επιβαρυντική συνθήκη, μάλιστα, ότι η πατρίδα του δεν είναι πια σε θέση να του εξασφαλίσει καν μια θέση στον ήλιο.

Η επώδυνη αίσθηση μιας τέτοιας βίαιης μετάβασης ισοδυναμεί με δυσχερές ψυχοσυναισθηματικό εγχείρημα,  που επανεπεξεργάζεται την παράσταση του παιδιού και, στην καρδιά της, επαναπροσδιορίζει το παιδί ως αντικείμενο πένθους.

Το εν λόγω πένθος εμπεριέχει δύο πτυχές:

1) Πένθος ως προς την εικόνα του παιδιού, το οποίο, από πρώην υπερ-νάρκισσος, προσλαμβάνεται τώρα ως θύμα των περιστάσεων –και της ανημπόριας ή της ακρισίας των ως προς τούτο ένοχων γονέων του και, γενικότερα, των μεγάλων.

2) Πένθος ως προς τη σχέση με το παιδί. Μέσα στην οποία η φαντασίωση «φως εκ φωτός» (ο υπερ-ναρκισσισμός ως σύστημα αμοιβαίας, αμφίδρομης τροφοδοσίας με φορτία φαντασιακής αίγλης) αντικαθίσταται από το φάσμα «χάνουμε τα παιδιά μας».

Γιατί αυτή η ανάλυση των βιωμάτων που αφορούν τους μεγάλους; Επειδή ακριβώς οι μεγάλοι καλούνται τώρα να υποστηρίξουν το παιδί στη διαδικασία επαναπροσδιορισμού του νέου φαντασιακού που απαιτεί η νέα πραγματικότητα: Φαντασιακό με έντονα στοιχεία απωλείας, απορίας, αγωνίας και, ενδεχομένως, βίαιου αποχωρισμού. Όπου, εκτός από το άγχος και το πένθιμο συναίσθημα, διακινούνται και αισθήματα όπως ντροπή, ταπείνωση, ενοχή, απόγνωση, ανημπόρια, άγονη επιθετικότητα, μνησικακία, φθόνος κ.τ.ό.

Αυτή η αναγκαστική επαναρρύθμιση και της μύχιας υποκειμενικότητας και της διαπροσωπικής λειτουργίας, που καλείται να επιτελέσει καθεμιά και καθένας, παιδί ή ενήλικος, είναι έργο επίμοχθο – αλλά με σαφή τη λογική του: Υπεράσπιση της ικανότητας για σκέψη από τα μηνύματα και τις εμπειρίες, που καλλιεργούν το πένθιμο μούδιασμα, το οποίο δεσπόζει στη στάση των ανθρώπων εν κρίσει. Πένθος της ναρκισσιστικής αυταπάτης που επενδύθηκε και στο παιδί. Αποχαιρετισμός σε ένα Ιδεώδες Εγώ με πυρήνα του τον ανθρωποφάγο και πολιτισμοφάγο καταναλωτικό ναρκισσισμό. Επεξεργασία ενός Ιδεώδους του Εγώ, μέσα από την εμπειρία της δοκιμασίας, το οποίο ιδεωδώς θα μπορούσε να συνδυάζει αξίες και στάσεις όπως η ανθρώπινη σχέση, ο ρεαλισμός, η προσπάθεια, η επάρκεια του μερικού, η τιμή και η αξιοπρέπεια ανεξάρτητα από την κτήση πραγμάτων. Με μια κουβέντα: «Ανατρέφουμε παιδιά που παίζουν με κανόνες και χωρίς μεγάλες αυταπάτες».