Εισήγηση Εύης Καρκίτη για το Νίκο Σιδέρη

  • Post category:Κριτικές
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπ.

Στο βιβλίο του «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!» ο κος Σιδέρης χαρακτηρίζει εύστοχα νομίζω τη παιδική ηλικία ως μια μέγιστη υπαρξιακή εμπειρία. Ταυτόχρονα είναι και μια κατάκτηση του δυτικού πολιτισμού που συνδέεται ιστορικά με τα μεγάλα αιτήματα του Διαφωτισμού. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ακόμη και στον 20ο αιώνα τα παιδιά είχαν πάντοτε την ευκαιρία να ζήσουν ως τέτοια. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Εν συντομία θα μπορούσα να αναφέρω τη περίπτωση της μητέρας μου, όχι της γιαγιάς ή της προγιαγιάς αλλά της ίδιας της μητέρας μου. Ήταν έξι μόλις έξι ετών όταν έχασε τον πατέρα της και χρειάστηκε να αναλάβει τον λίγων μόλις μηνών αδελφό της καθώς η δική της μαμά ήταν αναγκασμένη να εργάζεται αμέτρητες ώρες και πολύ σκληρά ώστε μην λιμοκτονήσει η οικογένεια. Αποτέλεσμα ήταν να στερηθεί τη παιδική της ηλικία και όλα εκείνα που σχετίζονται μαζί της. Παρόλα αυτά η μητέρα μου δεν εξελίχθηκε σ’ ένα δυσλειτουργικό, φοβικό άνθρωπο. Μεγαλώνοντας βρήκε ένα επάγγελμα από το οποίο έζησε αξιοπρεπώς, μεγάλωσε άλλα δυο παιδιά, τα φυσικά της παιδιά αυτή τη φορά και μέχρι σήμερα είναι ένας άνθρωπος που όσο μπορεί χαίρεται τη ζωή. Πολλές φορές αναρωτήθηκα πως τα κατάφερε. Η μια εξήγηση είναι η κοινωνική. Ενδεχομένως τότε να μην ήταν το μοναδικό παιδί που χρειάστηκε να αναλάβει τέτοιες ευθύνες, να μην ένοιωθε πως ξεχωρίζει. Το βιβλίο που Νίκου Σιδέρη που έδωσε και μια ακόμη ερμηνεία. Η οικογένεια της παρά τα όσα πέρασε ήταν μια οικογένεια της οποίας τα μέλη μέσα από τις συμβολικές τους θέσεις, σύμφωνα με την ορολογία του συγγραφέα, παρά τις ελλείψεις και τις απώλειες μπορούσε να επιβάλει λειτουργίες και κανόνες .Ο πατέρας ήταν νεκρός αλλά ήταν πατέρας. Η μητέρα απούσα γιατί εργαζόταν διαρκώς αλλά ήταν μητέρα μέσα σ’ ένα θεμελιωμένο σύστημα. Η ιστορία της με συγκινεί πάντα και μου θυμίζει πάντα πως η παιδική ηλικία είναι μια κατάκτηση που κακώς θεωρούμε δεδομένη. Αντίθετα σε κάθε εποχή και μέσα σε κάθε οικογένεια αξίζει τη κατάκτηση αυτή, δηλαδή να ζήσει το παιδί ως παιδί, να την υπερασπιστούμε. Και αυτό κατά τη γνώμη μου δεν είναι μόνο γονεϊκό καθήκον αλλά και κοινωνικό και πολιτικό και ανθρώπινο.

Το βιβλίο του κυρίου Σιδέρη δίνει έμφαση σε συνθήκες που διαμορφώθηκαν στις οικογένειες τα τελευταία 40 χρόνια. Πως μπορούμε μέσα σε αυτές να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στη παιδική ηλικία που έχουν τα παιδιά μας; Με το να γίνουμε εμείς γονείς, με το να μάθουμε να κινούμαστε μέσα στια ασύμμετρες σύγχρονες οικογένειες όπου ο καθένας έχει τη θέση του, δεν την αναμιγνύει με του άλλου, δεν την ταυτίζει με του άλλου ώστε να αποτρέψει την αυθαιρεσία και την υπέρβαση. Εάν ο γονιός δεν λειτουργήσει ως τέτοιος τότε μέσα στην οικογένεια θα συμβεί αυτό που απευχόμαστε για και τη κοινωνία, να κυριαρχήσει δηλαδή αυθαίρετα το δίκαιο το ισχυρότερου. Μάλιστα ως δείγμα αυτής της κατάστασης ο κος Σιδέρης αναφέρει χαρακτηριστικά τη καρικατούρα του πατέρα αφέντη από τη οποία ίσως και πολλοί από μας να ταλαιπωρηθήκαμε
Με προβλημάτισε πολύ ο τρόπος με τον οποίο ο κος Σιδέρης στο βιβλίο του θέτει το ζήτημα του σεβασμού. Προσωπικά έλκομαι πολύ από την ασέβεια. Δεν κρύβω πως λατρεύω να βλέπω ιερατεία να αποδομούνται, αυθεντίες να καταρρίπτονται, με δεδομένο βέβαια ότι έχει προηγουμένως κάποιος εντρυφήσει σε αυτές και έχει επιχειρήματα, μου αρέσει η ασέβεια στη τέχνη, στο σινεμά και καμιά φορά και ανάμεσα στις προσωπικές σχέσεις ενήλικων. Κι όμως, ούτε και εγώ δεν μπορώ να ανεχτώ την ασέβεια στο πλαίσιο μιας οικογένειας. Τη στιγμή που ένα παιδί αποκαλεί τη μαμά του «ηλίθια» ή τη χτυπάει επειδή δεν του δίνει σοκολάτα 10 λεπτά πριν στρωθεί το τραπέζι για φαγητό νομίζω ότι συμβαίνει κάτι σοβαρό. Κατά μια έννοια κάποιος θα μπορούσε να πει «σιγά την ασέβεια». Είναι μόνο λόγια, κινήσεις χωρίς περιεχόμενο. Κι όμως εκείνη την ώρα αισθάνομαι πως κάποιος, το ίδιο μου το παιδί για την ακρίβεια και γιατί εγώ δεν του έδωσα τα σωστά μηνύματα, να καταπατά έναν βασικό κανόνα της συνύπαρξης. Το αποτέλεσμα αυτής ανεπάρκειας, σε συνδυασμό βέβαια και με τη γενικότερη παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας είναι πλάι μας. Τα βλέπουμε κάθε φορά που κάποιος παρκάρει σε ράμπες αναπήρων, στο μοτοσυκλετιστή που μας λέει «άντε χάσου» ενώ προχωράμε στο πεζοδρόμιο, σε κάθε εκδήλωση της αδιαφορίας για τις ανάγκες και την αξιοπρέπεια των άλλων. Ο κος Σιδέρης θέτει μια ενδιαφέρουσα παράμετρο. Το παιδί δε πρέπει να αυθαδιάζει ή να φέρεται απρεπώς απέναντι στους γονείς του γιατί είναι οι γονείς του και αυτό αρκεί. Έτσι έχουμε ελπίδες όταν θα βγει το παιδί αργότερα έξω στο κόσμο να του είναι πιο εύκολο να καταλάβει πως δεν μπορεί να κάνει ότι του κατεβαίνει στο κεφάλι γιατί υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι και αυτό αρκεί!
Είμαι μητέρα τριών παιδιών. Το να γίνω μητέρα δεν ήταν το βασικό όνειρο της ζωής μου όταν ήμουν κοριτσάκι ή έφηβη. Παρόλα αυτά και -ας είναι κλισέ- δεν πειράζει θεωρώ πως αυτά τα παιδιά είναι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί. Από τη στιγμή που τα απέκτησα όνειρο μου ήταν να γίνω καλή μητέρα. Το βιβλίο του κου Σιδέρη με έκανε να σκεφτώ πως αυτό το «καλή» περισσότερο συσκότιζε τα πράγματα παρά βοηθούσε. Πάνω στο «καλή» κάθε άνθρωπος και κάθε εποχή προβάλει τα δικά της στοιχεία. Διάβαζα πρόσφατα μια κριτική για το βιβλίο της Βιρζινί Λινάρ, κόρη ακτιβιστών του Μάη του 68 και το οποίο αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο μεγάλωσε. Πολύ πιθανό οι γονείς της να πίστευαν πως είναι «καλοί» καθώς με την ανατροφή που έδιναν στο παιδί του το απομάκρυναν από τη μούχλα του κομφορμισμού και του μικροαστισμού. Σύμφωνα με αυτά που διάβασα προφανώς το παιδί έμεινε όμως στο έλεος κάποιων άλλων ζητημάτων που του ήταν πολύ δύσκολο να αντέξει. Το ίδιο έργο «του καλού γονέα» το έχουμε δει να παίζεται σε πολλές εκδοχές. Πολύ διαδεδομένο και εδώ στην Ελλάδα είναι το «γονείς φιλαράκια» στάση την οποία ο κύριος Σιδέρης «περιποιείται» στο βιβλίο καθώς είναι μια στάση που εύκολα μπορεί να παγιδεύσει και το παιδί και εμάς. Φίλος σύμφωνα με όσα διβάσα δεν είναι δυνατό να είσαι με το παιδί για διάφορους λόγους. Γιατί πρέπει να του δώσεις χώρο ώστε να επιλέξει φιλίες από τον έξω στο κόσμο αλλά και γιατί είναι αδύνατο να το φορτώσεις με το βάρος κάποιων δικών σου συναισθηματικών διακυμάνσεων ή ακόμη και με το βάρος κάποιων δικών σου εμπειριών. Έτσι τη πάτησε ένας φίλος μου που έλεγε πως με τη μοναχοκόρή του ήταν τα πρώτα φιλαράκια. Μάλιστα σύστηνε τον εαυτό του ως τον άνθρωπο που νίκησε το χάσμα των γενεών. Κάποια στιγμή το παιδί του έθεσε μια ερώτηση, από αυτές που θα μας ήταν αδύνατο να κάνουμε εμείς στους δικούς μας γονείς και στην οποία ήταν απολύτως αδύνατο να απαντήσει με ελικρείνεια. Προφανώς ο άνθρωπος που γκρέμισε το χάσμα των γενεών δεν πέτυχε πολλά πράγματα. Ούτε και μπορούσε να πετύχει. Και ίσως να μην ήταν χρήσιμο να πετύχει. Οι γονείς δεν είναι φίλοι εξηγεί ο κος Σιδερης τοποθετώντας το ρόλο τους κοντά στο παιδί αλλά και λίγο πιο ψηλά από αυτό, βρίσκονταν χρήσιμη τη συνάντηση μαζί του αλλά πολύ επικίνδυνη τη ταύτιση.
Θα ήθελα να κάνω μια σύντομη αναφορά στις τέσσερις αρετές που πρέπει να έχει ένας γονέας. Αυτές είναι η αυθεντικότητα, η ευρύτητα, η ενσυναίσθηση, η επίγνωση. Η ευρύτητα σε πολύ μεγάλο βαθμό αφορά πολύ εμάς τις εργαζόμενες μητέρες με τις περίφημες ενοχές. Μέχρι τώρα θυμάμαι πόσο πολύ είχε ηρωποιήσει κάποιες γυναίκες ένα ρεπορτάζ περιοδικού (αν και δεν είναι αυτή η γενική τάση) κάποιες κυρίες που τα εγκατέλειψαν όλα για να αφοσιωθούν στα παιδιά τους. Μάλιστα μία έλεγε κάνοντας με να θέλω να χαθώ από τη γη «από τότε που έγινα μητέρα κάθε ανάσα που παίρνω είναι για το παιδί μου». Δουλεύω 11 ώρες τη μέρα αγαπώ τη δουλειά μου, προσδιορίζω σε μεγάλο βαθμό τον εαυτό μου μέσα από αυτήν. Πολλές φορές ήρθαν αντιμέτωπη με τη γνωστή μομφή, είτε ήταν απροκάλυπτη ή κομψά διατυπωμένη Πως τα καταφέρνεις; Δεν λείπεις από τα παιδιά; μήπως δουλεύεις υπερβολικά; Πολλές φορές αναρωτήθηκα όταν είχα προβλήματα με τα παιδιά μήπως έφταιγε αυτό. Μήπως έπρεπε να τα παρατήσω και να είμαι πάνω από το κεφάλι τους, πάνω από το φαΐ τους, την ορθογραφία τους, τη ομηρική προιοικονομία, να λέω σήμερα «γράφουμε» τεστ στη βιολογία και τέτοια. Το βιβλίο με απελευθέρωσε. Ευρύτητα σημαίνει ότι όλη η ύπαρξη ενός γονέα δεν συρρικνώνεται μόνο στο ότι στο γεγονός ότι είναι γονιός. Είναι μόνο μια όψη της ύπαρξης. Και αυτό ο κος Σιδέρης το συμπεριλαμβάνει στις αρετές! )
Κλείνοντας θα ήθελα να πως τα «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!» θεωρώ πως είναι ένα βιβλίο που δημιουργεί ένα προηγούμενο στο είδος του, δηλαδή βιβλίων με πρακτικό χαρακτήρα που προορίζονται να διαβαστούν από ανθρώπους οι οποίοι θα βοηθηθούν από αυτό. Οι σημαντικότεροι λόγοι κατά την άποψή μου είναι τρεις.
1. Η επιστημονική του εγκυρότητα. Ο κος Σιδέρης νομίζω πως είναι ένας μετρ της τεκμηρίωσης. Κανένας από τους ισχυρισμούς του δεν μένει χωρίς να κουμπώσει με κάποιο παράδειγμα χωρίς να το θέσει πάνω σε αποδεικτική διαδικασία. Για αυτό και είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο εναλλάσσονται τις σελίδες το επιστημονικό και το πρακτικό κομμάτι.
2. Παρά την επιτυχία του και κόντρα σε μια εκδοτική τάση, που τη βρίσκω αποκρουστική, το «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!». δεν κολακεύει τον αναγνώστη, δεν κολακεύει τον γονέα, δεν κολακεύει τα παιδιά. Μιλά ανοιχτά για ανεπάρκειες, και προτείνει τεκμηριωμένες λύσεις για μια αντίστροφη διαδρομή από το πρόβλημα- στον ειδικό και μετά -στο γονέα, αλλά πρώτα στο γονέα και μετά- αν χρειαστεί- στον ειδικό. Ο ίδιος πιστεύει εξάλλου πως έτσι το πρόβλημα θα λυθεί 9 φορές στις 10.
3. Αναφέρεται σε πραγματικούς ανθρώπους. Όχι σε τέλειους, αλλά σε συνηθισμένους, αναφέρεται σε μας, στα δικά μας αληθινά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε διαρκώς σε αυτή τη μάχη. Μερικές φορές είναι μάχη το να μεγαλώνεις παιδιά. Ωραία μεν κοπιαστική δε και σε τέτοια βιβλία μπορεί να βρει συμμάχους και συντρόφους.
Κείμενο της εισήγησης της δημοσιογράφου Εύης Καρκίτη στην παρουσίαση στον ΙΑΝΟ Θεσσαλονίκης, στις 27/11/2009