Και όμως μιλάνε – Έφηβος λόγοςΚαι όμως μιλάνε – Έφηβος λόγος.
Πρώτη έκδοση 1999. Δεύτερη έκδοση 2010.

Κάποια στιγμή, πρόσφατα, συνειδητοποίησα πόσο συχνά, πόσο επίμονα, πόσο εύκολα και, τελικά, πόσο στερεότυπα επαναλαμβάνεται παντού –εκπομπές, περιοδικά, εφημερίδες, συζητήσεις στο σπίτι ή αλλού, ακόμη και σε μερικές από τις δικές μου τις παρέες– μια κουβέντα. Ότι, δηλαδή, οι έφηβοι δε μιλάνε, γιατί δεν έχουν τίποτε να πουν.

 

Και όμως μιλάνε – Έφηβος λόγοςΗ κουβέντα αυτή εμφανίζεται στη συζήτηση, όπως πρόσεξα, σαν να είναι, τάχα, αυταπόδεικτη, αν όχι και αυτονόητη. Λέγεται σαν ν’ αποτελεί μέρος των δεδομένων της κατάστασης, χωρίς καμία απόχρωση διερώτησης – ένα κάποιο «μήπως…» Ή χωρίς, έστω, μια ποσοτική επιφύλαξη: κάτι του είδους «γενικά…» «συχνά…» «τις πιο πολλές φορές…» «πολλές φορές…» Όχι. Η λογική που χαρακτηρίζει την κουβέντα αυτή στο λόγο και στο διάλογο είναι πολύ πιο πρωτογενής: «Έτσι είναι τα πράγματα – άρα…» και τα λοιπά.

Καθώς συνειδητοποιούσα αυτή τη διάσταση του λόγου, της κουβέντας και –γιατί όχι– των φαντασιώσεων και των ιδεολογιών της παρούσας στιγμής, κάτι κλότσησε μέσα μου. Κάτι μου πήγαινε στραβά, δεν ταίριαζε με κάτι που ήδη το ήξερα – αλλά και δε μου ήταν πολύ ξεκάθαρο τι είναι. Η εύκολη αναφορά, βεβαίως, λόγω της φύσης της δουλειάς μου – ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία, οικογενειακή θεραπεία… τέτοιες εμπειρίες– θα ήταν η παραπομπή σε στιγμές από αυτές τις θεραπείες. Στιγμές, όπου οι έφηβοι λειτουργούν ως υποκείμενα εν ποιήσει. Ο όρος «υποκείμενο εν ποιήσει», όπως εδώ τον χρησιμοποιώ, έχει τουλάχιστον διπλή σημασία. Πρώτο, δηλώνει ότι η εφηβεία είναι μια διαδικασία εξελικτική, κατασκευαστική – η ποίηση ενός υποκειμένου. Δεύτερο, ότι ο έφηβος, όταν μιλάει αληθινά, ανοίγεται πάντοτε στην ποιητική πλευρά του κόσμου και του λόγου – των λέξεων, των σημείων, των ανθρώπων, των πραγμάτων. Όταν λοιπόν ο έφηβος, στο πλαίσιο της θεραπείας, λειτουργεί ως υποκείμενο εν ποιήσει –«υποκείμενο υπό κατασκευήν» και, ταυτόχρονα, «ανοιχτό στην ποίηση»–, τότε μιλά, και μάλιστα πολύ ουσιαστικά.

Σε αυτή την αναφορά, λοιπόν, στην εμπειρία της θεραπευτικής συνάντησης με εφήβους, βρήκα ένα τουλάχιστον έρεισμα για την αντίδραση μου απέναντι στη θέση ότι «δε μιλάνε…». Ωστόσο, δε μου ήταν αρκετό αυτό – και ο λόγος είναι προφανής. Η θεραπευτική συνάντηση είναι κάτι το πολύ ιδιότυπο. Το θεραπευτικό πλαίσιο με κανέναν τρόπο δεν αντιστοιχεί στην καθημερινότητα του βίου και του λόγου. Και ο θεραπευτικός διάλογος απέχει παρασάγγας από τα συνήθη υποδείγματα και δείγματα κουβέντας.

Έτσι, λοιπόν, έμεινα με μιαν ακόμη αισθητή δυσφορία και με σχετικοποιημένη επιφύλαξη. Ήξερα ότι κάτι δεν είναι όπως λέγεται – όμως, δεν είχα έτοιμη μια προσωπική αναφορά για να τεκμηριώσω την αντίρρηση μου.

Η τύχη, όπως πάντοτε όταν είμαστε έτοιμοι να τη συναντήσουμε, έδωσε τη λύση που ζητούσα. Πώς έγινε: Ξεκαθαρίζοντας, καθώς συνηθίζω δυο τρεις φορές το χρόνο, χαρτιά που ήταν λειτουργικά πέρυσι ή και πριν από δυο τρία χρόνια, έπεσα πάνω σε κάτι γραπτά που είχαν φυλαχθεί, μαζί με άλλα κείμενα, χωρίς σκοπό κανένα – τότε. Ήταν γραπτά εφήβων, μαθητών λυκείου. Βρέθηκαν στα χέρια μου γιατί, εδώ και χρόνια, δίδασκα στο Κολλέγιο Αθηνών, στο Ψυχικό, σαν μάθημα επιλογής» «Ψυχο–λογική». Έτσι ονόμασα μια γενική εισαγωγή στις επιστήμες του ψυχισμού –ψυχολογία, ψυχανάλυση, ψυχιατρική– που απευθυνόταν, κατά κανόνα, σε μαθητές και μαθήτριες της Α’ και Β’ τάξης του λυκείου. Και τα παραπάνω γραπτά ήταν τα κείμενα –κι άλλες μορφές γραφής, όπως θα δούμε– που είχαν πλάσει οι έφηβοι αυτοί στο πλαίσιο του μαθήματος μου. Απαντήσεις, σχόλια ή και απλή καταγραφή για σκέψεις και αισθήματα που τους γεννούσε ένα ποίημα, μια ταινία, ένα λογοτεχνικό απόσπασμα ή κάτι από την ειδησεογραφία…

Έριξα μια ματιά στα χαρτιά αυτά. Ήταν η αναφορά που αναζητούσα. Η αυθόρμητη, διόλου εσκεμμένη ή κατευθυνόμενη ή προετοιμασμένη, γραφή εφήβων – η οποία, όπως θα δούμε, δεν αφήνει καμιάν αμφιβολία για τη θέση που νιώθω ότι ταιριάζει στην περίπτωση. Που δείχνει, δηλαδή, ότι ίσως οι περιστάσεις δεν τους ευνοούν – και όμως μιλάνε…

σελίδες 13-15

Στους μαθητές μου είπα, χίλιες φορές, δυο πράγματα: «Μην είσθε αφελείς κι ανυποψίαστοι», το πρώτο. «Μη φοβάσθε να μιλάτε», το δεύτερο. Έχω μάλιστα την εντύπωση ότι αυτά που έλεγα σε μεγάλο βαθμό ακούστηκαν, κι έπιασαν τόπο. Τα ίδια λέγω σε κάθε έφηβο.

Κάτι ανάλογο θα ήθελα να πω και στους ενήλικους αναγνώστες μου: «Μην είσθε αφελείς κι ανυποψίαστοι», το πρώτο. «Μη φοβάσθε να διαβάζετε», το δεύτερο – έστω και αν αυτό ταράζει κάποιες από τις βεβαιότητες σας, σας αναγκάζει να ακούτε τα παιδιά σας και, τελικά (αν δεν είσθε αφελείς και ανυποψίαστοι), να διερωτηθείτε και ως προς τον εαυτό σας, τα δικά σας πράγματα, το δικό σας λόγο και το δικό σας κόσμο.

σελίδα 24

II. 1. Το όνειρο του Τσουάνγκ Τσου

Ο Τσουάνγκ Τσου ονειρεύτηκε πως ήταν πεταλούδα, κι όταν ξύπνησε δεν ήξερε αν ήταν άνθρωπος που ονειρεύτηκε πως ήταν πεταλούδα ή πεταλούδα που τώρα ονειρευόταν ότι ήταν άνθρωπος.

Herbert Allen Giles. Chuang Tzu (1889)

Σημειώστε τις σκέψεις που σας γεννά αυτό το κείμενο.

Αυτός ο πασίγνωστος απόλογος από την Ανατολή, που βρίσκεται και στο βιβλίο Ταοϊσμός (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1989, σελ. 26–27), αποτέλεσε την πύλη εισόδου των μαθητών μου στον κόσμο… Ποιον κόσμο; Ας δούμε…

Διευκρινιστικά: Από πενήντα έξι κείμενα, που βρίσκονται στα χέρια μου, επέλεξα για παρουσίαση εδώ σαράντα ένα. Τα υπόλοιπα υπερκαλύπτονται. Οι υπογραμμίσεις με πλάγια είναι δικές μου. Επίσης, κάτω από ορισμένα κείμενα, γραμμένο με μικρότερο μέγεθος γραμμάτων και πλάγια στοιχεία, βρίσκεται ένα σχόλιο δικό μου.

Ο Τσουάνγκ Τσου κατά την άποψη μου ήταν ένας άνθρωπος που ήταν καθημερινά υπό τρομακτική σωματική και ψυχική πίεση, δηλαδή όλοι οι άνθρωποι γύρω του τον καταπίεζαν. Γι’ αυτό όταν έπεσε για ύπνο ξέχασε ότι ήταν άνθρωπος και έτσι φαντάστηκε ότι ήταν πεταλούδα, που μπορούσε να πετάξει και να πάει όπου θέλει, δηλαδή π.χ. αν στην πραγματική του ζωή ήθελε να δει μια συναυλία των METALLICA και δεν μπορούσε επειδή ήταν καταπιεσμένος, στο όνειρο του άνετα μπορούσε να πετάξει και να πάει να τη δει.

Όταν ξύπνησε, δεν ήξερε αν ήταν άνθρωπος που ονειρεύτηκε πως ήταν πεταλούδα ή πεταλούδα που ονειρεύτηκε ότι ήταν άνθρωπος. Αυτό πιστεύω ότι έγινε γιατί είχε πολύ μεγάλο πόθο για κάτι, π.χ. να δει σε συναυλία τους METALLICA, και γι’ αυτό προτιμούσε να πιστεύει πως είναι πεταλούδα που ονειρεύεται κάτι άσχημο (δηλαδή πως είναι άνθρωπος ) παρά ότι είναι άνθρωπος που ονειρεύεται κάτι καλό (δηλαδή ότι είναι πεταλούδα).

Η πεταλούδα για αυτόν θα ήταν ένα σύμβολο ελευθερίας και μέσω αυτού θα μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει και ό,τι ποθούσε. Ενώ αν ήταν άνθρωπος, αυτό θα σήμαινε ότι ήταν παγιδευμένος σε μια κοινωνία, που δεν μπορούσε να κάνει ό,τι αυτός θέλει.

Συμπέρασμα από όλα αυτά βγαίνει ότι αυτός ο καταπιεσμένος «άνθρωπος» δεν ξέρει αν είναι άνθρωπος που ονειρεύεται ότι είναι πεταλούδα ή πεταλούδα που ονειρεύεται ότι είναι άνθρωπος, γιατί μέσα του θέλει να πιστεύει ότι είναι πεταλούδα και ότι είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει και απλώς βλέπει έναν εφιάλτη (δηλαδή ότι είναι άνθρωπος) και όταν ξυπνήσει θα επανέλθει στην κανονική του ελεύθερη ζωή, δηλαδή στο ότι είναι πεταλούδα.

Πώς όλα φαίνονται αλλιώτικα, όταν αλλάξει το σημείο όρασης, το βλέμμα. Όταν το βλέμμα της πεταλούδας είναι αυτό που συντάσσει τον κόσμο. Έναν κόσμο όπου ο εφιάλτης της πεταλούδας είναι το να ονειρεύεται ότι είναι άνθρωπος…

2    Γιουλίνα Δ.

Ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το τι είμαστε, αυτό που έχει πάντα σημασία είναι το τι θέλουμε να είμαστε (σχετικότητα της ύπαρξης ενός όντος). Ένα όνειρο μπορεί να μην είναι όνειρο, αλλά μπορεί και να είναι. Εάν είναι ένα όνειρο, δείχνει πως ο άνθρωπος αυτός ήθελε ελευθερία στη ζωή του, γι’ αυτό και χρησιμοποίησε σαν «πράγμα ονείρου» μια πεταλούδα. Ίσως εκφράζει την επιθυμία του ανθρώπου για μια αλλαγή της ρουτίνας που ζει, και την αντίστοιχη επιθυμία της πεταλούδας. Δεν ξέρουμε τι είμαστε, τι ψυχολογία κρύβει η ψυχή του καθενός, είναι εύκολο να λες: «Γεια, με λένε… και είμαι άνθρωπος», το θέμα είναι ότι όταν βλέπεις ανθρώπους άλλους λες: «Είμαι και εγώ έτσι, τι ωραία που ζω και μ’ αρέσει έτσι που είμαι». Ή όταν βλέπεις μια πεταλούδα ή ένα σμήνος πουλιών λες: «Να ‘μουν έτσι».

Δεν μπορούμε να ξέρουμε πότε είναι πραγματικότητα αυτό που ζούμε και πότε όχι, γιατί υπάρχει η περίπτωση να ζούμε κάτι και να μη μας αρέσει, ενώ να βλέπουμε κάτι στο όνειρο μας και να μας αρέσει. Έτσι, δεχόμαστε σαν πραγματικότητα το όνειρο και σαν όνειρο την πραγματικότητα. ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΤΙΚΑ.

Εδώ, μια έκφραση οριακή, ουσιαστική και γοητευτική – «πράγμα ονείρου». Και, στις τελευταίες φράσεις, η υπόδειξη ενός «κριτηρίου ψυχικής πραγματικότητας» –που είναι η ψυχική αξία αυτών που ζούμε. Σίγουρα, η ψυχανάλυση της φαντασίωσης έχει φθάσει και πιο πέρα – όμως, σίγουρα επίσης, πέρασε και από δω…

3 Αλέξανδρος Σ.

Νομίζω ότι το όνειρο που είδε ο Τσουάνγκ Τσου ήταν πολύ παραστατικό. Θα έζησε όπως ζουν οι πεταλούδες και θα είδε ακόμα πώς βλέπουν και οι πεταλούδες τον άνθρωπο. Ίσως ακόμα στο όνειρο να ήταν πεταλούδα με σκέψη και ψυχή ανθρώπου. Σαν πεταλούδα θα έβλεπε τον άνθρωπο αντικειμενικά και όπως τον βλέπουν τα άλλα όντα.

Ακόμη μια ασύλληπτη αλλαγή προοπτικής, και φύσης των πραγμάτων: Βλέπεις τον άνθρωπο αντικειμενικά όταν τον βλέπεις όπως τον βλέπουν οι πεταλούδες (!) και όπως τον βλέπουν τα άλλα όντα (!!!)…

4 Μαρία Κ.

Ίσως ο Τσουάνγκ Τσου ονειρεύτηκε την απόλυτη ελευθερία και ενθουσιάστηκε. Ο ενθουσιασμός αυτός τον μετέφερε σε έναν άλλο κόσμο, έζησε πραγματικά την ελευθερία μέσ’ απ’ τη σκέψη του, μέσ’ απ’ την ψυχή του, που είναι ίσως το μόνο πέρασμα στην ελευθερία. Πιο αντικειμενικά, εδώ έχουμε τη συνύπαρξη ονείρου και πραγματικότητας, που τελικά ίσως να αλληλεξαρτώνται. Η στιγμή αυτή που ξύπνησε ήταν χωρίς τα όρια του χρόνου, μια αιωνιότητα ελευθερίας που του ήταν αρκετή για μια ζωή. Ίσως πάλι να είχε φτάσει στο σημείο να εξαντλήσει όλα τα όρια του τόπου και του χρόνου και να ζούσε την πραγματικότητα ενός ονείρου. Μπορεί να είχε ξεπεράσει ακόμα και αυτό…

Όπου η σκέψη της Μαρίας Κ. πετά πιο πέρα και από τον Τσουάνγκ. Τσου… Που τον βρίσκει δέσμιο της διάκρισης του κόσμου σε δύο μέρη, ή δύο καταστάσεις – εγρήγορση και όνειρο… Ή, αλλιώς, που βρίσκει ότι ο Τσουάνγκ Τσου ίσως αγνοεί μια τρίτη (ή, γιατί όχι, νιοστή…) κατάσταση ψυχής, ή κατάσταση πραγμάτων, ή κατάσταση ψυχής-και-πραγμάτων – που κείται πέρα από όλα τα όρια του τόπου και του χρόνου, πέρα ακόμη και από αυτή την πραγματικότητα του ονείρου… Στις λιγοστές αυτές αράδες, βρίσκω, γίνεται γραφή το αδιανόητο… Η ποίηση είναι η μήτρα της σοφίας, σκέφτομαι…

σελίδες 63-67