«Και Όμως Μιλάνε»: κριτική από την Μπετίνα Ντάβου

  • Post category:Κριτικές
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπ.

Η ανάγνωση του βιβλίου του Νίκου Σιδέρη ήταν για μένα, ειδικά στην αρχή, μια μικρή ψυχική περιπέτεια. Νόμιζα πως θα είχα στα χέρια μου ένα ακόμη βιβλίο, από τα πολλά που κυκλοφορούν για την εφηβεία, το οποίο θα διάβαζα με μια αποστασιοποιημένη «επιστημονική» ματιά, για να σχολιάσω κάποια σημεία που θα θεωρούσα ότι μπορεί να έχουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αλλά δεν μπόρεσα. Ο ποιητικός λόγος των εφήβων με συνεπήρε και με ξεστράτιζε από τη λεπτομερή, σχολαστική ανάλυση που απαιτεί μια κριτική βιβλιοπαρουσίαση.

Έπειτα είπα να αλλάξω ματιά. Ας το διαβάσω από μια ψυχο-παιδαγωγική οπτική, να δω τα εργαλεία και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε ο συγγραφέας δουλεύοντας με εφήβους, τον τρόπο που ερμηνεύει το υλικό του, τα αποτελέσματά του. Ούτε κι έτσι όμως τα κατάφερα να προχωρήσω την ανάγνωση, γιατί είχα μπροστά μου την αφήγηση μιας μοναδικής εμπειρίας, μιας ιστορίας που εξελίχθηκε δυναμικά, ενσωματώνοντας και μεταβολίζοντας το απροσδόκητο τη στιγμή που συνέβαινε, και για την οποία μόνον οι άμεσα εμπλεκόμενοι, ο Νίκος Σιδέρης και οι μαθητές του, μπορούσαν πραγματικά να μιλήσουν.

Τότε αποφάσισα πως το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να αφεθώ απλώς στις αφηγήσεις τους. Είπα, «ας το διαβάσω ως το τέλος και θα δω». Ας αντέξω να μην ξέρω ως το τέλος πώς θα παρουσιάσω το βιβλίο του Νίκου Σιδέρη, όπως οι μαθητές του άντεξαν να μη γνωρίζουν πού θα τους οδηγούσε το καινοτόμο μάθημα της «Ψυχο-λογικής» που είχαν διαλέξει να παρακολουθήσουν.

Με τη γραφή του, ο Νίκος Σιδέρης υποχρεώνει τον αναγνώστη να νιώσει όπως σχεδόν οι μαθητές του. Να παρακάμψει τις αντιστάσεις του, να αφεθεί στην εμπειρία, να μπορέσει να «ανοίξει» την κάθε στιγμή, να βλέπει σε όσο βάθος μπορεί, να προχωράει όσο αντέχει και να ανακαλύπτει τα δικά του μικρά πολύτιμα κομμάτια γνώσης.

Ο αναγνώστης του βιβλίου δεν διαβάζει ένα κείμενο. Μυείται σε ένα είδος σχέσης και ψυχικής ανταλλαγής.

Όταν έκλεισα το βιβλίο, μια φράση γύριζε επίμονα στο μυαλό μου: “Youth will not sleep”. Είναι ο τίτλος ενός μικρού κειμένου του Winnicott . Απαντούσε σε ένα δημοσίευμα του βρετανικού τύπου της εποχής του ’60, που ευχόταν, όπως ο τσοπάνος στο Χειμωνιάτικο Παραμύθι του Σαίξπηρ:

«…να μην ήταν ηλικία ανάμεσα τα δεκάξι και εικοσιτρία,
ή το ανάμεσα,
να το πέρναγε η νιότη κοιμισμένη…» .

Η κοιμισμένη νιότη δεν απέχει πολύ από τη φιμωμένη νιότη. Και οι δυο σιωπούν. Και οι δυο μας αφήνουν, εμάς του «μη νέους» στην ησυχία μας.

Αλλά η απόφανση ότι η νιότη δεν μιλάει γιατί δεν έχει τίποτα να πει είναι πιο βίαιη και πιο αμετάκλητη από την ευχή να κοιμηθεί η νιότη για να μας αφήσει στην ησυχία μας (που στο κάτω- κάτω, σαν ευχή, υποδηλώνει και μια κάποια αδυναμία). Η απόφανση είναι βολική γιατί είναι τελεσίδικη. Βάζει τελεία και παύλα σε συζητήσεις, αμφιβολίες, ερωτήματα και πάνω απ’ όλα, προβάλει έναν κανόνα στον οποίο οι άλλοι –στην προκειμένη περίπτωση οι έφηβοι- οφείλουν να προσαρμοστούν.

Γι’ αυτό και κάθε προσπάθεια να αμφισβητήσει κανείς μια απόφανση, να την «ανοίξει», να τη βασανίσει και να καταρρίψει ένα προς ένα τα στηρίγματά της, όπως έκανε ο Ν. Σιδέρης, είναι κατά τη γνώμη μου μια γενναία επιλογή.

Ως μητέρα εφήβων, συχνά απορώ με την αντίδραση ορισμένων, όταν αναφέρω την ηλικία των παιδιών μου. «Πω πω! Τώρα είναι τα δύσκολα!» «Καλό κουράγιο!» «Ωχ! Εφηβεία! Δεν θα’ θελα να ‘μαι στη θέση σου…!» κλπ. Και πολύ συχνά συναντώ τρομοκρατημένους γονείς συμμαθητών των παιδιών μου, που με ρωτάνε –μια και είμαι ψυχολόγος- τι να κάνουν για το ένα και το άλλο θέμα, μιλώντας για τα παιδιά τους σαν να είναι ένα διαφορετικό είδος. Σαν να ‘ναι alien. Σαν να τους έχουν γίνει «ξένα».

Συνήθως δεν δίνω συμβουλές. Τους παροτρύνω να θυμηθούν τους εαυτούς τους. Να ξαναβρούν τα δικά τους εφηβικά ημερολόγια, ν’ ακούσουν τις μουσικές που άκουγαν και να διαβάσουν την ποίηση που διάβαζαν –σχεδόν όλοι της γενιάς μου διάβασαν κι έγραψαν ποίηση στην εφηβεία τους. Δεν ξέρω αν το κάνουν. Συνήθως δεν ξαναζητάνε τη συμβουλή μου…

Το βιβλίο του Ν. Σιδέρη υποχρεώνει τον αναγνώστη να ξαναπιάσει επαφή με την δική του εφηβική πτυχή. Γι’ αυτό, δεν είναι ούτε «εύκολο» ούτε «διασκεδαστικό» ανάγνωσμα, εκτός κι αν κανείς το αντιμετωπίσει ως γραφικό λόγο ενός άλλου είδους ανθρώπων, κάποιων alien, και το περιεργαστεί από απόσταση.

Αν όμως αφεθεί να μπει στην ατμόσφαιρά του, αν ταυτιστεί με τους ήρωες του που μιλάνε, τότε ξυπνάει στον ενήλικο αναγνώστη η δικιά του αποκοιμισμένη -ή και επίτηδες ναρκωμένη- νιότη. Και αυτό φέρνει ταραχή! Ο αναγνώστης, αν αφεθεί, ξεκλειδώνουν οι αγκυλώσεις του. Θυμάται τον πλούτο και τον αγώνα της δικής του εφηβείας, δικά του θέματα που μέσα στα χρόνια κουκουλώθηκαν, ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα, συναισθήματα που έμειναν αδιευθέτητα.

Όμως ακριβώς εκείνη τη στιγμή, είναι που μπορεί πραγματικά να πιάσει τις συχνότητες του έφηβου λόγου και να αρχίσει να αφουγκράζεται: πόσο αληθινά, εύστοχα, αισθαντικά και διεισδυτικά είναι τα εφηβικά κείμενα…

Ο Ν. Σιδέρης αποκαλύπτει λίγο-λίγο με τις «ασκήσεις» του και με τρόπο τρυφερό, άγρυπνο, σχεδόν χειρουργικό, τον πλούτο του λόγου –της ψυχής- των εφήβων που είναι ποιητικός, βαθειά συναισθηματικός, στοχαστικός και αναστοχαστικός. Ένα λόγο που δεν χρειάζεται οι έφηβοι να τον διδαχτούν, αλλά να βρουν τη συνθήκη που τους επιτρέπει να τον ελευθερώσουν.

Ως αναγνώστρια που αφέθηκε στο λόγο αυτό να την ταξιδέψει, κράτησα περισσότερο εικόνες παρά λόγια. Έτσι, θα μοιραστώ μαζί σας μερικές μικρές σκέψεις, που μου γεννήθηκαν σαν λεζάντες στις εικόνες που μου δημιούργησε το βιβλίο:

Σκέψη 1η:

Αν οι ενήλικοι (οικείοι και «δημόσιοι») μιλάνε, χωρίς να λένε τίποτα, αν ασημαντολογούν κοινότυπα και βαρετά, γιατί οι έφηβοι να θέλουν οι ίδιοι να μιλήσουν; Ίσα-ίσα που με τη σιωπή τους αντιστέκονται, κάνοντας οικονομία δυνάμεων, σε μια κοινωνία που παροτρύνει στην αλόγιστη σπατάλη.

Αν αντιστέκονται στους ενήλικους κώδικες και παρόλα αυτά προσπαθούν να μιλήσουν αλλιώς, δεν πρέπει εμείς οι μεγάλοι, για να μπορέσουμε να τους ακούσουμε, να ξυπνήσουμε από το λήθαργο στον οποίο υποβλήθηκε η δική μας νιότη;

Αν όταν μιλάνε, τους ζητάμε αποδείξεις και αιτιολογήσεις των επιχειρημάτων τους, με την αθεράπευτη ενήλικη (αλλοτριωμένη) σχολαστικότητά μας, πώς να μας πουν για πράγματα που δεν μπορεί κανείς να τεκμηριώσει παρά μόνον να τα αισθανθεί, να τα εκδραματίσει, να τα «πιει», να τα χορέψει, να τα «παίξει» ή να τα ζωγραφίσει;

Σκέψη 2η:

Ίσως λίγο κοινότυπη. Γιατί όλοι ξέρουμε, αφού το ζήσαμε πως η εφηβεία κατακλύζεται από συναισθήματα και διεγέρσεις που απαιτούν με ορμή την εκτόνωσή τους. Μόνον που μερικές φορές στριμώχνονται στην πόρτα της ψυχής και την μπλοκάρουν. Αμυντικό αποκλεισμό, θα τον έλεγε ο Bowlby. Αλλά το θέμα δεν είναι ο όρος. Το θέμα είναι πως αν έξω από την πόρτα υπάρχει φως, μυρωδιές, ήχοι, ερεθίσματα, αν υπάρχει ένα μικρό τσίγκλισμα, ένα μικρό γαργάλημα, τότε κάποιο συναίσθημα ή κάποια διέγερση θ’ ανοίξει χώρο για να βγει κι έτσι θ’ ανοίξει το δρόμο.

Το γαργάλημα δεν είναι ο γονιός που πιέζει ή ο δάσκαλος που απαιτεί, αλλά η συγκίνηση, η τέχνη κι ένας Άλλος, Σημαντικός που μπορεί να περιέξει και να μεταβολίσει την εκρηκτική έξοδο. Ένα μικρό γαργάλημα χρειάζονται οι έφηβοι κι ένα «δοχείο» να τους περιέξει και να τους αντέξει.

Οι περισσότερες «ασκήσεις» του Ν. Σιδέρη είναι εμπνευσμένες από έργα Τέχνης. Ευτυχώς, που μας θυμίζει στους σημερινούς πεζούς καιρούς πως η Τέχνη είναι το γαργάλημα και το βάλσαμο της ψυχής. Κι ευτυχώς που τα παιδιά μας μπορούν ακόμα να ανταποκρίνονται …

 

Σκέψη 3η:

Όταν οι σκέψεις και τα συναισθήματα είναι δύσκολο να διατυπωθούν, οι έφηβοι μιλάνε απεικονίζοντας. Οι ζωγραφιές τους για «την Αλήθεια και το Ψέμα» και για το «Άγχος» δεν θα μπορούσαν να είναι πιο εύστοχες. Ακόμη και οι φιμωμένοι ή αποσιωπώντες έφηβοι μιλάνε με τα σώματα, τις κινήσεις, το ντύσιμό τους. Έτσι, εκτός από ένα αφτί που να μπορεί να τους αφουγκραστεί, οι έφηβοι χρειάζονται και ένα βλέμμα που τους βλέπει.

Όταν το αφτί και το βλέμμα είναι εκεί γι’ αυτούς, για να αναγνωρίσουν την ύπαρξή τους και να αποδώσουν νόημα σε θραύσματα συναισθημάτων ή σκέψεων, ακόμη και οι πιο αμφισβητίες και οι πιο αμυντικοί, σιγά-σιγά γλυκαίνουν.

Ο Νίκος Κ. που θέλει να αμφισβητήσει ή να υπερβεί (ίσως και να ανατρέψει;) το πλαίσιο που του έχει δοθεί, περνάει σταδιακά από την πυκνή ανατρεπτική, «σουρεαλιστική» του θέση (σελ. 57), στις πολλαπλές οπτικές γωνίες του κόσμου (σελ. 65) για να βαθύνει στις πολλαπλές οπτικές γωνίες του εαυτού (σελ. 145).

Και η Σουζάνα Τ. που στην αρχή δηλώνει πως δε βλέπει τίποτα, αφού δεν «καταλαβαίνει τίποτα» (σελ. 35) για την «Αλήθεια και το Ψέμα» στο ποίημα του Καβάφη που διαβάζει (σελ. 27), αντέχει αργότερα να δει τη διαφορά ανάμεσα στο εξωτερικό βλέμμα (του ξύπνιου) και στο εσωτερικό βλέμμα (της ψυχής) κι ανακαλύπτει πως τα δυο βλέμματα μπορούν να συνδεθούν και τότε «να αυξηθούν τα ερωτηματικά και να ψάξεις το θέμα και να βρεις την αλήθεια». Κι ύστερα ξεστομίζει πως οι φαντασιώσεις που γεννούν στον άνθρωπο τα όνειρά του είναι απάτη…. (σελ. 138.)

Σκέψη 4η:

Ο Νίκος Σιδέρης δεν αρκείται σε αυτό το βιβλίο να ελευθερώσει το λόγο των εφήβων ή να σκιαγραφήσει τις ψυχολογικές αιτίες που επιβάλουν τη σιωπή τους απέναντι στους ενηλίκους και την κώφωση των ενηλίκων μπροστά στους εφήβους. Τοποθετεί το ζήτημα στην σημερινή ιστορική και κοινωνική, οργουελική συγκυρία και μας ταράζει ακόμη περισσότερο! Αν σήμερα δεν υπάρχει θέση για την Αλήθεια, το Λόγο, την Οδύνη και την Ουτοπία κι αν για όλους –μικρούς και μεγάλους- παραμονεύει μια Λευκή Μελαγχολία γιατί ούτε το σύμπτωμα δεν βρίσκει χώρο να εκδηλωθεί, που θα βρεθεί η σωτηρία της ψυχής;

Στη μύηση σε μια Σχολή Φαντασίας, Λόγου και Ονείρων, μας λέει ο συγγραφέας και το εξηγεί στις σελίδες 327-328.

Κι έτσι, το ωραίο αυτό ταξίδι τελειώνει με Ελπίδα. Θυμίζοντάς μας, 50 χρόνια μετά, σε άλλη χώρα, με άλλες συνθήκες και για άλλους λόγους τα διαρκώς επίκαιρα λόγια του Winnicott, ότι: «τα νιάτα δεν θα κοιμηθούν, κι η σταθερή αποστολή της κοινωνίας προς τα νιάτα είναι να τα κρατά και να τα περιέχει, αποφεύγοντας και τις ψεύτικες λύσεις και την ηθική αγανάκτηση που φυτρώνει από τη ζήλεια για τα νιάτα. Απεριόριστη ενέργεια είναι των νιάτων η ακριβή και πρόσκαιρη περιουσία. Αυτό γεννά φθόνο στον ενήλικο, που ανακαλύπτει στη δική του ζωή τα εμπόδια που θέτει η πραγματικότητα».

Ευτυχώς που ο Νίκος Σιδέρης, γράφοντας ένα βιβλίο για τους εφήβους, μας υποχρεώνει, εμάς τους «μεγάλους», να βρεθούμε ξανά μπροστά στα όνειρά μας. Τον ευχαριστούμε!

Μπετίνα Ντάβου
Παρουσίαση της Β΄ έκδοσης του βιβλίου του Ν. Σιδέρη, Και Όμως Μιλάνε: Έφηβος Λόγος, Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.
«104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης», 1η Ιουνίου 2011