Ποτέ το λουλούδι δεν είναι πιο λουλούδι
Απ’ όταν πέσει απ’ το κλαδί στο χώμα.
Η εκτοπία κάνει να κραυγάζει
Η λουλουδένια φύση και μορφή του
Αταίριαστες με το πού είναι πια
Και με τη φθορά που προελαύνει
Έτσι που αδύνατο να τις αγνοήσει
Να μην τις σεβαστεί κι ο πιο ανίδεος
Κι ο πιο βιαστικός κι ο πιο λυπημένος.

Ποτέ τα βήματα δεν είναι πιο βαριά
Απ’ όταν πηγαίνεις στο κοιμητήριο, όπου.
Ίσως μόνο σ’ όνειρο που θες να φύγεις
Γιατί σ’ απειλεί βαθύς φόβος του νου σου
Όμως αδύνατο να κινήσεις τα μέλη σου
Σημάδι ότι κάτι, πάλι μες στο νου σου,
Θέλει να σε κρατά, σαγήνη, εκεί δεμένο.

Ποτέ η ζωή δεν είναι πιο ζωντανή
Παρά στο κοιμητήριο ―ιδίως
Αν είναι αυτό το μισοφροντισμένο
Άνισα κι άτακτα περιποιημένο
Ανάλογα με καθενός τον πόνο χρόνο
Σε κάποιες γωνιές ελληνικής επαρχίας
Καμιά φορά σύνορο με τη θάλασσα
Να περνούν συνέχεια οι ψαρόβαρκες
Και κάποτε οι ψαράδες κάνουν τον σταυρό τους.
Σ’ αυτούς τους οικοτεχνικούς τόπους ταφής
Που διαφεύγουν ακόμη από τα στάνταρ
Της βιομηχανίας κηδειών και ζωής εν τάφω
Βλέπεις ανθρώπους να δουλεύουν να κλαίνε
Να κουβεντιάζουν να καλαμπουρίζουν
Να κανονίζουν πράγματα να κοιτούν με πόθο
Τη γυναίκα, ιδίως απ’ την πόλη ή τα ξένα,
Που σκύβει πάνω από το μνήμα των δικών της
Και το σώμα της υπόσχεται άλλον ύπνο.

Ποτέ οι νεκροί δεν είναι πιο νεκροί
Απ’ όταν βγαίνουν απ’ το κοιμητήριο
Και φαίνονται παρόντες σε φωτογραφίες
Σε αναμνήσεις σε συζητήσεις γι’ αυτούς
Καμιά φορά και στις εφημερίδες
Τα ΜΜΕ, το σινεμά, βιβλία…
Εκεί που η μορφή και το γέλιο
Κάποιες ιδιαίτερες κινήσεις καθενός
Είναι παρούσες για το βλέμμα και τη σκέψη
Μόνο που λείπει η μυρωδιά τους
Η πίεση σάρκα με σάρκα στην αγκαλιά
Ή ακόμη και στην απλή χειραψία
Και τα βήματα όλο πάνε προς εσένα
Χωρίς ποτέ να φτάνουν στη συνάντηση.
Κι ο διχασμός εικόνας και σαρκός τονίζει
Πόσο παντοτινά νεκροί θα μείνουν.

Ποτέ οι λέξεις μας δεν είναι πιο λέξεις
Μήτε το ποίημα δεν είναι πιο ποίημα
Απ’ όταν πιάνουν στα στόματά τους
Τις συναντήσεις της ζωής και του θανάτου
―Όπως εδώ, σ’ ένα χωριό που ξέρω τ’ όνομά του
Στο κοιμητήριο πάνω απ’ τη θάλασσα.