Ο θάνατος του δημιουργού

  • Post category:Δοκίμια
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπ.

Από τη μέχρι τώρα πολυδιάστατη περιδιάβαση του πεδίου προκύπτει και ένα αξιοσημείωτο πόρισμα, που αφορά και κάποιες επίκαιρες συζητήσεις. Oδηγηθήκαμε στη θεώρηση ότι το έργο είναι η φαντασίωση του συγκεκριμένου καλλιτέχνη διατυπωμένη στη γλώσσα της συγκεκριμένης τέχνης, δηλαδή καρπός της αλληλεπίδρασης μιας συγκεκριμένης ψυχικής συγκρότησης ενταγμένης στο πεντάπτυχο της δημιουργίας.


Υπ’ αυτό το πρίσμα, λοιπόν, φαίνεται αβίαστα πόσο μετέωρη είναι η ρητορική περί «θανάτου του συγγραφέα» και τα παρόμοια, έστω και με τη «σοφτ» εκδοχή τής απορρόφησής του από τη γλώσσα κλπ: Το έργο –κάθε έργο– φέρεται ακριβώς από το δίπολο «φαντασίωση τού καλλιτέχνη / γλώσσα της τέχνης του». Κανένας πόλος του δεν είναι από μόνος του επαρκής για τη δημιουργία έργου. Ενώ κάθε πόλος είναι και αναγκαίος για μια τέτοια δημιουργία και αναπομείωτος στον άλλον. Ποτέ το έργο δεν είναι μόνο «έκφραση της ψυχής του δημιουργού» κ.λπ. Αλλά, εξίσου, ποτέ το έργο δεν είναι μόνο «παιχνίδι της ίδιας της γλώσσας που απορροφά την υποκειμενικότητα του συγγραφέα» κ.λπ. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται ολοκάθαρα σε δύο παραδειγματικές περιπτώσεις, οι οποίες, υποτίθεται, τεκμηριώνουν αυτή την έκλειψη της υποκειμενικότητας μέσα στα παίγνια της γλώσσας καθεαυτής:

Ο Raymond Roussel, που τόσο γοήτευσε τον Φουκώ, διόλου δεν αφέθηκε να απορροφηθεί από τη γλώσσα (έστω με τον τρόπο της σουρεαλιστικής αυτόματης γραφής). Αντίθετα, έξωθεν, επέβαλε ο ίδιος στη γλώσσα μια παράδοξη τυπολογία κανόνων κατασκευής που καμιά ομιλούμενη γλώσσα (όπως η γαλλική στην περίπτωση αυτή) δεν υιοθετεί στη χρήση της αυθόρμητα: κανόνες και καταναγκασμούς, που υιοθετεί μοναδικά μια συγκεκριμένη χρήση εμφανώς «αφύσικη», και τους οποίους ο κώδικας της (φυσικής) γλώσσας απλώς ανέχεται – απλώς τους εμπεριέχει ως οριακή δυνατότητα. Δηλαδή, επέβαλε στη γλώσσα τη «φωτισμένη δεσποτεία» μιας ανεπανάληπτης (δεν είχε συνεχιστές ούτε μιμητές…) όσο και απροσδόκητης υποκειμενικότητας. «Θα μπορούσε να απαιτήσει, λόγου χάριν, από τον εαυτό του να ξεκινήσει και να τελειώσει μια ιστορία με προτάσεις που να διαφέρουν η μία από την άλλη κατά ένα μόνο γράμμα, των οποίων όμως το νόημα να αλλάζει τελείως. Επί παραδείγματι, κάποια ιστορία ξεκινά με την πρόταση ‘Les lettres du blanc sur les bandes du vieux billard’ (“Τα λευκά γράμματα στα προστατευτικά πλαϊνά του παλιού τραπεζιού του μπιλιάρδου”) και τελειώνει με την πρόταση ‘Les lettres du blanc sur les bandes du vieux pillard’ (“Τα γράμματα του λευκού άνδρα για τις ορδές του γερο-ληστή”).

Ο Ρουσσέλ χρησιμοποιούσε επίσης μια πλειάδα άλλων περιορισμών βασισμένων στην αμφισημία των ομώνυμων εκφράσεων.»  Και ο Georges Perec, στο μυθιστόρημά του «Η εξαφάνιση», υιοθετεί τον καταναγκασμό να χρησιμοποιεί μόνο λέξεις, από τις οποίες απουσιάζει ο φθόγγος “e”. Και στις δύο περιπτώσεις, είναι σαφές ότι ο συγγραφέας επιβάλλει στη γλώσσα καταναγκασμούς, οι οποίοι μόνο εξωγλωσσικά είναι δυνατόν να επινοηθούν και μόνο εξωγενώς μπορούν να επιβληθούν, εφόσον κατ’ ουδένα τρόπο δεν είναι αυτοφυείς, δεν προκύπτουν αυθόρμητα από την ίδια την εσωτερική συγκρότηση και λειτουργία της γλώσσας, από κανένα ενδογενές «ανυποκειμενικό παίγνιο» του κώδικα . Κάτι, που υφίσταται μόνο σαν ακραία, πιθανολογικά οριακή δυνατότητα μέσα στη γλώσσα, προωθείται στο προσκήνιο της χρήσης της με όρους μοναδικότητας (singularity), ασυνέχειας και τομής, και τελικά βίας στη χρήση της.

Δηλαδή, κατά τρόπο διόλου αναγκαίο με όρους κώδικα – όπως δείχνει άλλωστε το ότι και τα δύο ως άνω εγχειρήματα παραμένουν μοναδικά και ανεπανάληπτα. Ίσα ίσα: Οι επιβληθέντες καταναγκασμοί είναι τόσο τεχνητοί, επινοημένοι και ξένοι ως προς την εσωτερική δυναμική της γλώσσας (και στο επίπεδο του κώδικα και στο επίπεδο της χρήσης), που μόνο μια εξωγλωσσική δύναμη θα μπορούσε να τους συλλάβει και να τους επιβάλει στο υλικό και στη χρήση της γλώσσας σύμφωνα με μια εξωγλωσσική λογική. Η δύναμη αυτή είναι ακριβώς ο συγγραφέας, και η λογική αυτή είναι ακριβώς η φαντασίωση του συγγραφέα, ο οποίος είναι πολύ καλά, το αυτό επιθυμεί και δι’ υμάς. Οπότε, τα αγγελτήρια της κηδείας του αποτελούν είτε ρητορικά γυμνάσματα (ενδεχομένως επικερδή, σε ορισμένες ιστορικές, ιδεολογικές και αγορευτικές συνθήκες), είτε τραγική παρεξήγηση ως προς τη λογική της δημιουργίας (ενδεχομένως και τα δύο)…