Ο Ηράκλειτος και η γηραιά κυρία

Παρατηρώντας ανθρώπους και έντομα, ο Ηράκλειτος έφτιαξε μια παρομοίωση: «Όπως μια αράχνη στο κέντρο του ιστού της, μόλις μια μύγα κόβει ένα νήμα του, το αισθάνεται και τρέχει γρήγορα σαν να υπέφερε για το κομμένο νήμα, έτσι και η ψυχή του ανθρώπου, όταν ένα μέρος του σώματος τραυματίζεται, ορμάει προς τα ‘κει σαν να μη μπορεί να υποφέρει τη λαβωματιά του σώματος με το οποίο είναι δεμένη γερά και αρμονικά.»

Πρόσφατα, μια γηραιά κυρία διέδραμε τη μακρά δοκιμασία ενός μεταστατικού καρκίνου. Κάποια στιγμή είπε: «Ευτυχώς που δεν έχει θιγεί το κεφάλι, η γνώση». Λίγους μήνες αργότερα, προετοιμαζόταν για μια επώδυνη, ως προς τις ανατομικές συνέπειές της, επέμβαση. Λίγο νωρίτερα την είχε αποκλείσει λέγοντας «Παρά κάτι τέτοιο, καλύτερα να πεθάνω». Όμως τώρα είπε: «Ας γίνει ό,τι γίνει. Τουλάχιστον να μην πονάω».

Θα δούμε σε λίγο πού παραπέμπουν τέτοιες αποφάνσεις, που παράγει η εμπειρία του πάσχειν και του πόνου.

 Νόσος και ψυχή

Η πληροφορία από το πάσχον σώμα (και όχι μόνο στον καρκίνο) φτάνει στην ψυχή από δύο διαύλους:

Πρώτο, τις αισθητικο-κινητικές οδούς. Διεπαφή εδώ μεταξύ σωματικού και ψυχικού είναι το σωματικό σχήμα (homunculus).

Δεύτερο, μέσα από την εμπειρία του σώματος και, γενικότερα, της ύπαρξης που φέρεται από το πάσχον σώμα. Η διαμεσολάβηση εδώ είναι η εικόνα του σώματος, κάνναβος (πατρόν) του φαντασιακού. Ενώ η σύνταξη της εν λόγω εμπειρίας συντελείται κυρίως μέσα στις φαντασιώσεις.

Εικόνα του σώματος είναι η ασυνείδητη φαντασιακή αναπαράσταση του σώματος, στην οποία αποτυπώνεται η ιστορία των συγκινησιακών εμπειριών του υποκειμένου. Είναι επισεσημασμένη από τις ενορμήσεις (π.χ. στοματική απόλαυση και καταστροφικότητα), τα τραύματα, τις ταυτίσεις, τις επιθυμίες, τις ηδονές και τις οδύνες της προσωπικής ιστορίας. Μία γυναίκα που μαθαίνει ότι έχει καρκίνο του μαστού και πρέπει να χειρουργηθεί, κατακλύζεται από άγχος επειδή, όπως λέει «Αν χειρουργηθώ, μετά στον θώρακα θα έχω μία τρύπα» (διαμπερή, όπως διευκρινίζει: ανοιχτή, από το πρόσθιο μέχρι το οπίσθιο τοίχωμα).

Η εικόνα του σώματος επικαθορίζεται από τον λόγο, ο οποίος εξανθρωπίζει την ιστορική σύνθεση των βιωμάτων κατά τρόπο που τις εντάσσει στην ομιλία και την ιστορία του υποκειμένου. Και διαμεσολαβεί τις συγκινησιακές αλληλεπιδράσεις του υποκειμένου με τον άλλον και με τον κόσμο (π.χ. ερωτογόνες ζώνες, το βλέμμα του εικαστικού, η κίνηση του χορευτή).

Παράδειγμα: Ένας όγκος, ο οποίος έχει συνδεθεί με πρόσφορες λέξεις, εντάσσεται στην εικόνα του σώματος και, συνεπώς, στο βίωμα του πάσχοντος κατά τρόπο περισσότερο ή λιγότερο ελεγχόμενο και εξημερωμένο. Αντίθετα, αν για την ίδια παθολογία ο πάσχων συναντά αοριστολογίες, υπεκφυγές και ανείπωτους τρόμους των συνομιλητών του, τότε κινδυνεύει οι εύλογοι και έλλογοι φόβοι του να μετατραπούν σε κατακλυσμική αγωνία.

Στον καρκίνο το πάσχον σώμα λοιπόν μετατρέπεται σε ψυχικό βίωμα με τις ακόλουθες εκφάνσεις:

1• Απώλεια κατάστασης, λειτουργικής δυνατότητας ή ανατομικού στοιχείου. Συνέπεια, ένα μεταβλητού μεγέθους πένθος.

2• Απειλή επακόλουθης απώλειας, που πλαισιώνεται από εικασίες, φαντασιώσεις και κατασκευές, του πάσχοντος ή των άλλων: «Θα περάσει», «Το παλεύουμε», «Μη φοβάσαι»… Συνέπεια, το τρίπτυχο φόβοςαγωνία- άγχος φορτίζει ημέρες και νύχτες.

3• Δυσλειτουργία σωματική, ψυχική, κοινωνική, που γεννά πραγματικές ή φανταστικές διαφορές του πάσχοντος από «τους άλλους» (όπως λέγεται). Η φαντασιακή σύγκριση με τον άλλον γεννά αίσθηση υστέρησης, ανημπόριας, παραίτησης, ταπείνωσης. Έτσι γεννιέται το παράπονο (πόνος και θυμός) –και το συνακόλουθο ενδεχόμενο «να σε πνίξει το παράπονο», να βυθιστείς στην κατάθλιψη.

4• Οδύνη σε δύο εκδοχές της: Σωματικός πόνος, όπως μεταγράφεται στην ψυχή. Και ψυχικός πόνος, ήτοι η εμπειρία που πλήττει την ψυχή και ως προς τις τέσσαρες διαστάσεις που αναφέραμε: Απώλεια, απειλή, δυσλειτουργία, πόνος του σώματος.

Βλέπουμε λοιπόν πώς συμπλέκονται, στη σωματική πάθηση, οι τρεις πτυχές της ψυχικής συγκρότησης:

• Το Πραγματικό, ήτοι το άφατο και ανείκαστο που με αφορά, κυρίως ως πάθη του σώματος και άγχος.

• Το Φαντασιακό, ως αναμόρφωση του χάρτη της εμπειρίας και του τοπίου της ύπαρξης, ιδιαίτερα μέσα από την εικόνα του σώματος και τη φαντασίωση, καθώς και από τα πλήγματα που υφίσταται ο ναρκισσισμός.

• Και το Συμβολικό, ιδίως ως ανάδυση νέων συμβολικών αναφορών και αναγκών –ως αναζήτηση για νέα σημεία, σημάνσεις, σημαίνοντα, κώδικες, χειρονομίες, λόγια…

 Ψυχή αλγούσα

Τι σημαίνει, λοιπόν, για μια ψυχή να εγκαταβιώνει σε ένα πάσχον σώμα;

Τυπικά, από το πάσχον σώμα αναδύεται μια ψυχική εμπειρία, της οποίας δεσπόζον στοιχείο, που ορίζει την υποκειμενικότητα του πάσχοντος, είναι ο πόνος.

Ο πόνος, ως συνδετικός ιστός μεταξύ Πραγματικού, Φαντασιακού και Συμβολικού, συμπυκνώνει κάτι από την αλήθεια της ύπαρξης. Και μαζί, προσωπικές μυθοπλασίες και κοινωνικές σκηνοθεσίες.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο το ότι τυπικά, ιδίως σε συνθήκες νοσηλείας, η υποκειμενικότητα του πάσχοντος τείνει να συρρικνώνεται, να ανάγεται και να απομειούται στην εμπειρία του πόνου: Του αποδιδόμενου στο πάσχον σώμα πόνου –με όλες τις συνακόλουθες αρνήσεις, μερικές ή ολικές, που συνοδεύουν αυτή την αναγωγή. (Θυμίζω εδώ τον Ηράκλειτο και τη γηραιά κυρία).

Συνοπτικά, η ψυχική μεταγραφή του πάσχοντος σώματος έχει τέσσαρες πτυχές:

• Πρώτο, την εμπειρία μιας υποκειμενικής αλήθειας, που αφορά την ίδια την αίσθηση της ύπαρξης: «Υποφέρω, άρα υπάρχω». Το ότι υποφέρω με βεβαιώνει ότι υπάρχω. Ταυτόχρονα με κάνει να υπάρχω επίσης στο βλέμμα και στην έγνοια (και στο πλέγμα ανάμικτων αισθημάτων) των άλλων –προσώπων και θεσμών, οικείων και επαγγελματιών, αγαπώντων με και υπηρεσιακών παραγόντων… Με βάζει στο επίκεντρο μιας διάταξης, που έχει για κινητήρα της το ότι ακριβώς υποφέρω –και επιδίωξή της να με κάνει να μην υποφέρω: Να πάψω να βρίσκομαι στο προσκήνιο της οδύνης και της φροντίδας.

• Δεύτερο, μια παλινδρόμηση: Η σωματική κακουχία προκαλεί παλινδρόμηση, ιδίως με όρους «λειτουργικής σύντηξης» (“χάνομαι χωρίς τον άλλον”) ή εξάρτησης ως προς στοιχειώδεις ανάγκες. Η δε παλινδρόμηση προξενεί στρεβλώσεις της αίσθησης, της σκέψης, της εμπειρίας, της επικοινωνίας και της πράξης.

• Τρίτο, μια αμυντική διαχείριση όχι μόνο της νόσου καθαυτής, αλλά και των υπαρξιακών της συμπαραδηλώσεων. Επειδή η νόσος αντιπροσωπεύει μια συμπαιγνία φαντασίας και πραγματικότητας, με την εξής έννοια: Άγχη και φαντασιώσεις ευνουχισμού, αποχωρισμού, εγκατάλειψης και αφανισμού αποτελούν κοινά συστατικά του ψυχικού ρεπερτορίου. Η νόσος, εισάγοντας τη διάσταση της ανημπόριας, της δυσλειτουργίας και της απειλής, διαμορφώνει ακριβώς τους όρους επώδυνης βίωσης μιας τέτοιας βιωματικής συμπαιγνίας.

Τυπικές αμυντικές στάσεις της ψυχής εδώ είναι οι εξής: Άρνηση της πραγματικότητας (“Όλα καλά”). Μετάθεση της δυσφορίας και του άγχους (“Κάτι πάει στραβά κάπου αλλού”, π.χ. στα περιουσιακά ή  με τον τάδε συγγενή…). Πάγωμα του συναισθήματος (“Δεν νιώθω τίποτα το ιδιαίτερο”). Και προβολή (“Οι γιατροί/ οι νοσηλευτές δεν με προσέχουν/ δεν ξέρουν τη δουλειά τους/ μήπως θέλουν κάτι;…”).

• Τέταρτο, πιθανά δευτερογενή οφέλη, προσωπικού, διαπροσωπικού ή κοινωνικού χαρακτήρα, που ενίοτε προκαλούν παράδοξες στάσεις του ασθενούς (ή και του περιβάλλοντος): Φυγή στην ασθένεια, αναπαραγωγή νοσηρών παιγνίων και απολαύσεων, αντίσταση στην ίαση…

Σίγουρα, υπάρχουν και άλλες πτυχές της αναπαράστασης και της επεξεργασίας της οδύνης. Ωστόσο, η καίρια διεργασία τείνει να είναι, τυπικά, η αναγωγή της υποκειμενικότητας του πάσχοντος στη διάσταση του πόνου.

Ας ανακαλέσουμε τυπικούς διαλόγους πάσχοντος και επισκεπτών: «Τι κάνεις;» «Πονάω» ή «Δεν πονάω τόσο σήμερα». «Πώς είσαι;» «Δεν είμαι καλά» ή  «Λίγο καλύτερα…». «Τι γίνεται;» «Ε, τι να γίνεται…». (Ο γιατρός) «Πώς πάμε σήμερα;» «Πονάω εδώ κι εδώ». Και ούτω καθεξής. Δηλαδή, η ζωή, η ύπαρξη του πάσχοντος όχι απλά επικαθορίζονται συγκυριακά, αλλά ορίζονται από τη νόσο και απομειώνονται σ’ αυτήν και μόνο –και, ιδιαίτερα, στον πόνο.

 Ευρυγώνια προσέγγιση

Ας αξιοποιήσουμε μια παρομοίωση: Ας φανταστούμε ότι η εμπειρία της νόσου διαμεσολαβείται από ένα φακό, που έχει μεγάλες δυνατότητες για zoom (24-200mm…).

Η «φυσική» ροπή της κατάστασης τείνει προς την αναγωγή της υποκειμενικότητας στο σύμπτωμα, ιδίως στον πόνο, και προς την αναγωγή της διυποκειμενικής σχέσης σε παραγνωρίσεις και αλλοτρίωση: Δηλαδή, ο φακός μας τείνει να μετατραπεί σε ισχυρότατο τηλεφακό, που υπερτονίζει κάθε λεπτομέρεια του περιορισμένου πεδίου της νόσου, ιδίως δε του πόνου, αγνοώντας την ευρύτερη εικόνα και την αναγλυφή του υπαρξιακού πεδίου.

Υπάρχει άραγε λόγος και τρόπος να λειτουργήσει η σχέση με τον πάσχοντα σαν ευρυγώνιος φακός, που αγκαλιάζει το ευρύτερο πεδίο και εξυψώνει την εμπειρία της νόσου και της περίθαλψης σε εποικοδομητική διεργασία; Κι αυτό, σε αγαστή συνύπαρξη με κάποιες αναπόφευκτες στιγμές «τηλεφακού», δηλαδή περιστάσεις υψηλής τεχνικότητας (ίδιον της νοσοκομειακής λειτουργίας), όπως τα επείγοντα, οι νοσηλείες, οι εξετάσεις, οι επεμβάσεις;

      Λόγος υπάρχει, όπως δείχνουν δύο παραδείγματα:

Σύμφωνα με κλινικές  αναφορές, η ακρόαση μουσικής (ιδίως Mozart) από ασθενείς με καρδιολογικά, χειρουργικά, νευρολογικά και άλλα προβλήματα, ευνοεί την ίαση και την αποκατάστασή τους. Ήτοι, η πλαισίωση της προσωπικής κακουχίας με την αρμονία, με την πιο μύχια και θεία φωνή του κόσμου, επαναπροσδιορίζει τη συνάφεια (context). Και κινητοποιεί μηχανισμούς που είναι σε θέση να συνδράμουν τη νοσηλευτική τεχνικότητα, επανεγγράφοντας τη δοκιμασία της νόσου σε ένα ευρύτερο βιωματικό και ψυχοφυσιολογικό πλαίσιο.

Ωστόσο, την πιο καίρια σύνοψη της ευρυγώνιας προσέγγισης στη νόσο την άκουσα από μια φωνή που έφτασε μέχρις εμένα από την πόλη Missoula, Montana. Εκεί, ο αιδεσιμότατος Tom King εργάζεται με ασθενείς τελικού σταδίου στο νοσοκομείο St. Patrick, στο πλαίσιο ενός προγράμματος εξημέρωσης και εξοικείωσης με το φάσμα του θανάτου. Και συνοψίζει την προσέγγισή του ως εξής: «Ενθαρρύνουμε τους ασθενείς να αφηγούνται τη ζωή τους, έτσι ώστε αυτή η ζωή να μην ορίζεται από την ασθένεια και μόνο.»

Βρίσκω ότι η στάση, που σκιαγραφεί αυτός ο λόγος, είναι θεμελιώδης, απλή και  αισθητική. Αν κάποιος (άνθρωπος ή θεσμός) την ενστερνιστεί, τότε η ευαισθησία και η επινοητικότητα θα βρουν όσους πρακτικούς τρόπους απαιτεί η περίσταση. Τελείως επιγραμματικά επικαλούμαι τις δυνατότητες που μπορούν να έχουν, σε μια τέτοια ευρυγώνια προσέγγιση, η συνομιλία, η αφήγηση ζωής από τον πάσχοντα ή τους οικείους του, ο κοινός σχολιασμός φωτογραφικών άλμπουμ και βίντεο, η από κοινού παρακολούθηση τηλεόρασης, η μουσική, η σωματική εμπειρία (επαφή, χάδι, μασάζ, χαλάρωση…), η σχέση κι ο διάλογος που εστιάζονται στον κόσμο και σε μια ζωή (κι όχι μόνο στον παρόντα πόνο), ο σεβασμός στον λόγο και την έκφραση του πάσχοντος (πέρα από τη διαγνωστική αποτίμησή τους)…

Ας μου επιτραπεί να εικονογραφήσω αυτή τη στάση με το μυθιστόρημά μου “Ένα τραγούδι για τον Ορφέα”: Κεντρικός χαρακτήρας είναι κάποιος που αίφνης μαθαίνει ότι έχει καρκίνο του πνεύμονος. Στη διάρκεια λοιπόν της νοσηλείας του, ο ίδιος και η στενή παρέα του κανονίζουν και κάθε μέρα τούς αφηγείται μια ιστορία από τη ζωή του, που μετά τη συζητάνε όλοι μαζί…

Προφανώς, η υιοθέτηση της ευρυγώνιας προσέγγισης δεν εξαρτάται μόνο από την αποδοχή της ιδέας. Ευρύτερα πλαίσια και προσδιορισμοί (οικονομικοί, πολιτισμικοί και πολιτικοί) γεννούν περιορισμούς και αντιστάσεις ως προς την υλοποίησή της, τουλάχιστον σε μεγάλη κλίμακα. Ιδιαίτερα θέλω εδώ να επισημάνω μια δυσκολία, που χαρακτηρίζει τη στάση του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου απέναντι στην αρρώστια. Η στάση αυτή καθορίζεται από μια κουλτούρα δειλίας μπροστά στην οδύνη και απόσβεσης της αρνητικότητας ως προς την εμπειρία της ύπαρξης: Πόνος, αρρώστια, ασχήμια, φθορά, γηρατειά, θάνατος πρέπει να κρύβονται. Όπως το έθεσε προσφυώς μια κυρία του κόσμου «Σήμερα, για να είσαι in πρέπει να το παίζεις happy». Παράγωγο αυτής της κουλτούρας, μια προϊούσα αγλωσσία και ατεχνία, έτσι που οι άνθρωποι υποφέρουν, αλλά δεν ξέρουν να εκφράσουν πώςούτε πώς να σταθούν σε τέτοιες ώρες.

Ωστόσο, η ευρυγώνια προσέγγιση, στις μικρές τουλάχιστον κλίμακες, αντιπροσωπεύει μια εφικτή εναλλακτική επιλογή. Κι εδώ, ένα παράδειγμα εικονογραφεί τη φιλοσοφία της με τον πιο άμεσο και λιτό τρόπο:

Πριν ένα τρίτο αιώνος, στο Παρίσι όπου ζούσα, η τηλεόραση προβάλλει ένα ντοκιμαντέρ για την Ελλάδα. Και δείχνει, κλείνοντας νομίζω, μια κορυφαία στιγμή ενός πολιτισμού: Ένας γέρος Κρητικός είναι άρρωστος, καθηλωμένος στο κρεβάτι, μέρες ατέλειωτες. Σε μια καρέκλα δίπλα του κάθεται ένας γιος του, ένα παλικαράκι. Και παίζει λύρα, σιωπηλός κι αξιοπρεπής, ώρες πολλές κάθε μέρα. Κάνοντας έτσι συντροφιά στον άρρωστο πατέρα του, φέρνοντάς τον σε επαφή με την πιο μυστική κι αληθινή ψυχή του κόσμου. Και ο πατέρας του ακούει με κατάνυξη, γαλήνιος

Εκείνη η σκηνή και η μουσική ζουν πάντοτε μέσα στο νου μου. Ελπίζω να μπόρεσα να σας μεταδώσω κάποια αίσθηση από κάτι τόσο ουσιαστικό.


Εισήγηση του Νίκου Σιδέρη στο πλαίσιο του 14ου Πανελλήνιου Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Μαστολογίας (Αίγλη Ζαππείου, 29/3/2019 ).