Από την «ουδετερότητα του παρατηρητή» στην «έρευνα – παρέμβαση»

  • Post category:Άρθρα
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 2 λεπ.
Η ερευνητική δραστηριότητα στον χώρο της Κοινωνικής Ψυχιατρικής, στην πιο σύγχρονη έκφανσή της, εμφανίζει κάποιες ιδιαιτερότητες. Αυτές οι ιδιαιτερότητες αντιπροσωπεύουν χαρακτηριστικές απαντήσεις σε κοινά προβλήματα των κοινωνικών επιστημών και είναι συνάρτηση των ιδιομορφιών του τομέα-αντικειμένου αυτής της δραστηριότητας, από τη μια, και των μορφών που παίρνει αυτή η δραστηριότητα, από την άλλη.
Πράγματι, ο τομέας-αντικείμενο (Ψυχική Υγεία) αντιστοιχεί σ’ ένα σύμπλοκο, πολύπλοκο και διαστρωματωμένο μόρφωμα του κοινωνικού βίου, που συγκροτείται στον τόπο διαπλοκής του ιατρικού και του (λοιπού) κοινωνικού. Ενώ η ίδια η ερευνητική δραστηριότητα συγκροτείται, σαν σύνθετη σκέψη-και-πρακτική, στον τόπο διαπλοκής του στοχασμού και της στρατηγικής, δηλ. σαν έρευνα-παρέμβαση.
Αυτή η ιδιαίτερη θέση του ερευνητή, που δρα στον τομέα της Κοινωνικής Ψυχιατρικής, επιτρέπει ορισμένες ευρύτερες σκέψεις γύρω από την λογική της ερευνητικής δραστηριότητας στις κοινωνικές επιστήμες.
1. Ο διαχωρισμός, σταδιακός, συχνά περιπετειώδης, των επιστημών απ’ τη φιλοσοφία οδήγησε και στον αφετηριακό θεμελιώδη τύπο στάσης και σχέσης που χαρακτηρίζει την επιστημονική έρευνα.
Είναι η στάση και σχέση του τύπου «παρατήρηση-πείραμα»: η απόλυτη εξωτερικότητα του παρατηρητή ως προς το παρατηρούμενο αντικείμενο. Ακριβέστερα, ο κόσμος στέκεται εκεί, πλασμένος από τον θεό ή απ’ τον εαυτό του, αυτάρκης, άτρωτος κι ανεπηρέαστος από τις δραστηριότητες του παρατηρητή, ο οποίος αποκρυπτογραφεί την εικόνα του κόσμου χωρίς στιγμή να θέτει εν αμφιβόλω την αθωότητα της σχέσης του με αυτόν. Μέγιστο παράδειγμα τέτοιας σχέσης, η αστρονομική παρατήρηση και το φυσικό πείραμα: Γαλιλαίος.
2. Μέσα από δρόμους περίπλοκους, τόσο η φυσική επιστήμη (Heisenberg) όσο και η κοινωνική επιστήμη (με θεμελιώδες παράδειγμα την ανθρωπολογική επιτόπια έρευνα) αμφισβητούν την εξωτερικότητα-αθωότητα του παρατηρητή. Ο επαναπροσδιορισμός αυτής της λειτουργίας οδηγεί λοιπόν στην έννοια του μετέχοντος παρατηρητή.
Πυρήνας της νέας θέσης είναι η «ουδέτερη εσωτερικότητα». Ο παρατηρητής μετέχει σ’ ό,τι ερευνά. Όμως αυτή η συμμετοχή δεν επηρεάζει την πορεία του παρατηρούμενου φαινομένου, παρά μόνο στη σχέση του με τον παρατηρητή. Δηλαδή τελικά ο παρατηρητής δεν θίγει το φαινόμενο, απλά υφίσταται ο ίδιος τις (γνωστικές και συγκινησιακές) συνέπειες του γεγονότος ότι το παρατηρεί «μετέχοντας». Και συνεπώς, οφείλει να σέβεται ορισμένους κανόνες κατά τη συλλογή, ανάλυση και ερμηνεία των πληροφοριών του, για να αποφύγει τις παγίδες της θέσης του ως «μετέχοντος».
3. Κοινός παρονομαστής αυτών των δύο θέσεων του παρατηρητή είναι ο ρητός, λογικά θεσπισμένος και στην πράξη πάντα επιδιωκόμενος, διαχωρισμός της στιγμής της γνώσης από τη στιγμή της παρέμβασης. Ο ερευνητής «θέλει ένα μόνο πράγμα» ως ερευνητής: να μάθει και να μεταδώσει ό,τι έμαθε. Και όλη η μεθοδολογία κατατείνει στη διασφάλιση αυτού του πράγματος.
Η κοινωνική ψυχιατρική, θεωρώντας σαν τόπο δράσης της την κοινωνία, έχει ωστόσο σαν ορίζουσα διάστασή της και την ουσία της ιατρικής : την παρέμβαση για την πραγμάτωση ενός επιθυμητού (ή την αποφυγή ενός ανεπιθύμητου) αποτελέσματος. Η στιγμή της έρευνας δεν είναι απλά η στιγμή της γνώσης, η οποία θα χρησιμεύσει, ίσως, σε κάποιους άλλους στη στιγμή της παρέμβασης. Η στιγμή της έρευνας παίρνει νόημα και έχει νόημα σε συνάρτηση με την όλη στρατηγική της πράξης, αναπτύσσοντας στα πλαίσιά της μία νέα λειτουργία: την ανάλυση των μορφών και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της παρέμβασης, σε σχέση με την ίδια την παρέμβαση, αλλά από μία θέση «μετα-».
Αυτή είναι η ουσία της  «έρευνας-παρέμβασης».
4. Υπάρχει, και στις τρεις αυτές σχέσεις παρατηρούντος-παρατηρουμένου, ένα κοινό στοιχείο. Το ότι συνιστούν και οι τρεις απόπειρες απάντησης σε ένα κοινό ερώτημα: πώς συλλαμβάνει κανείς τη σημασία μιας πρακτικής από μία θέση «μετα-».
— Η «εξωτερική ουδετερότητα» της θέσης «παρατήρηση-πείραμα» υπεκφεύγει αυτό το ερώτημα, προσφεύγοντας στη ναρκισσιστική αυτάρκεια του παρατηρητή, η οποία αναδιπλασιαζόμενη, προβάλλεται και στον (παρατηρούμενο) κόσμο.
— Η «εσωτερική ουδετερότητα» του «μετέχοντος παρατηρητή» θεμελιώνει αυτή τη θέση «μετα-» στον λογικό και πραγματικό διαχωρισμό έρευνας και παρέμβασης.
— Η «ενεργή απαρτίωση» (intégration active) που χαρακτηρίζει την «έρευνα-παρέμβαση», θεμελιώνει αυτή τη θέση στα πλαίσια μιας ενιαίας στρατηγικής της πράξης. Επιχειρεί δηλαδή να υπερβεί τον πραγματικό διαχωρισμό έρευνας και παρέμβασης, χωρίς όμως να ακυρώσει τη λογική διάκριση ανάμεσα στις δύο λειτουργίες, οι οποίες ενοποιούνται στα πλαίσια της πράξης.
5. Για να μη φανεί ότι η ιστορία τελειώνει εδώ, σημειώνουμε ότι και αυτή η νέα επιστημολογική και πρακτική θέση του ερευνητή, στα πλαίσια της «έρευνας-παρέμβασης», υπερβαίνει μόνο μερικά τη διάκριση παρατηρούντος-παρατηρουμένου, και μόλις οριακά τον διαχωρισμό παρεμβαίνοντος-στόχου (όχι φυσικά ως προς τη λογική, αλλά ως προς την πραγματική, δηλαδή ιστορικά παραδομένη και καθορισμένη του διάσταση).
Κατά πόσο αυτοί οι διαχωρισμοί είναι συστατικά επιστημολογικά στοιχεία, ανυπέρβλητα, κάθε έρευνας, ή κοινωνικές πραγματικότητες της έρευνας σήμερα, στα συγκεκριμένα κοινωνικά και ιστορικά της πλαίσια, είναι ένα ερώτημα που σαφώς τίθεται και, ακόμη σαφέστερα, παραμένει ανοιχτό.
6. Στη σημερινή Ελλάδα, η ερευνητική δραστηριότητα στον τομέα της Κοινωνικής Ψυχιατρικής αντιστοιχεί στην τωρινή κατάσταση των σχέσεων ανάμεσα σε τρεις διαδικασίες:
α) Θεσμικό πλαίσιο : Η παραδοσιακή ασυλική ψυχιατρική κάθε άλλο παρά έχει εξαλειφθεί. Η «εκσυγχρονισμένη» ψυχιατρική παραμένει βαθύτατα νοσοκομειοκεντρική. Και η εξωνοσοκομειακή περίθαλψη βρίσκεται στη γεμάτη αντιφάσεις και δυσκολίες νηπιακή της περίοδο.
β) Ιδεολογικο-πολιτική συγκυρία : Το αίτημα της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης έχει ήδη διατυπωθεί, τόσο στην τεχνοκρατική του εκδοχή («εκσυγχρονισμός») όσο και σε πιο ριζοσπαστικές του εκφάνσεις («εναλλακτικές πρακτικές»). Όμως η κύρια διάσταση παραμένει ίδια: Διαχείριση της ψυχικής διαταραχής αντί προαγωγή  της ψυχικής υγείας.
γ)  Μεθοδολογία : Το κυριότερο μοντέλο αντιστοιχεί στην κλασική επιδημιολογική μέθοδο, η οποία ενδιαφέρεται για ακριβείς μετρήσεις στα πλαίσια ενός θετικιστικού ορίζοντα αντί για την αποδέσμευση μηχανισμών με νόημα στην προοπτική μιας οικο-συστημικής προσέγγισης.
Σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν είναι το ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ερευνών χαρακτηρίζονται και ως προς τα αντικείμενά τους και ως προς τις μεθόδους τους και ως προς την ερμηνεία των αποτελεσμάτων από μία στείρα και, ιδίως, άχαρη καταμέτρηση κι απαρίθμηση «μεγεθών» και «παραγόντων», κλειστών ως προς την κοινωνική δυναμική. Η ποιότητα αυτών των ερευνών εικονογραφεί χαρακτηριστικά τη φτώχεια μιας προσέγγισης που θεωρεί τον παρατηρητή ουδέτερο ως προς τα παρατηρούμενα συμβάντα.
7. Αντίθετα, στις ελάχιστες περιπτώσεις όπου συνυπάρχουν άλλες συνθήκες, μπορούμε ήδη να συναντήσουμε την πρακτική υλοποίηση της έρευνας-παρέμβασης. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το εξής: στον Νομό Φωκίδας δρα η Κινητή Μονάδα Ψυχιατρικής Περίθαλψης Υπαίθρου (ΚΜΨΠΥ), που διευθύνεται από τον καθηγητή Π. Σακελλαρόπουλο. Εδώ οι συνθήκες είναι οι εξής:
— Θεσμικό πλαίσιο αποτελεί η εξωνοσοκομειακή περίθαλψη
— Ιδεολογικο-πολιτική επιλογή αποτελεί η ψυχιατρική μεταρρύθμιση μέσω της ανάπτυξης εναλλακτικών μορφών δραστηριότητας για την προαγωγή της ψυχικής υγείας.
— Και η μεθοδολογία έρευνας που προκρίθηκε, όταν διαπιστώθηκε ότι η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της Κινητής Μονάδας Ψυχικής Περίθαλψης Υπαίθρου δεν επέτρεπε την, άτυπη μεθοδολογικά, θεώρησή τους από μια θέση «μετα-», ήταν σαφώς προσανατολισμένη στην σύνθεση ποσοτικών και ποιοτικών παρατηρήσεων με σκοπό την αποδέσμευση της λογικής και των μηχανισμών που διέπουν τη δυναμική του ιατρικού-και-κοινωνικού χειρισμού των θεμάτων της ψυχικής υγείας στον Νομό (εκτίμηση «αντικειμενικών αναγκών» και «υποκειμενικών βιωμάτων» του πληθυσμού, μορφές διατύπωσης του αιτήματος για παρέμβαση, αποτύπωση και αποτίμηση των λειτουργιών και δραστηριοτήτων της ΚΜΨΠΥ).
Η εμπειρία κι ο στοχασμός αυτής της «έρευνας-παρέμβασης» κάτω από την πίεση της ήδη υπάρχουσας παρέμβασης οδήγησε σε μια οργανικότερη σύζευξη στην επαρχία Ορεστιάδας. Εκεί, στην προοπτική της έναρξης εργαστηριοτήτων Κοινωνικής Ψυχιατρικής από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης, θεωρήθηκε αναγκαίο, πριν από κάθε άλλη ενέργεια, να διερευνηθούν τα υποκειμενικά βιώματα και οι παραστάσεις της ψυχικής ασθένειας στον τοπικό πληθυσμό.
8. Βλέπουμε λοιπόν ότι η υιοθέτηση της «έρευνας-παρέμβασης» δεν είναι μια απλή, εθελουσία, «ιδεολογική ή θεωρητική επιλογή», αλλά μια πρακτική τοποθέτηση, η πραγμάτωση της οποίας προϋποθέτει μια σειρά συνθήκες, που αντιστοιχούν σε ριζικές μεταβολές των τρόπων σκέψης και πρακτικής που επικρατούν ακόμη στον τομέα της Ψυχιατρικής, γενικά, και της Κοινωνικής Ψυχιατρικής, ειδικότερα.
Η εμπειρία δε αυτή δείχνει, με τον τρόπο της, αυτό που είναι αλήθεια για κάθε τύπο κοινωνικής έρευνας: η ποιότητα και το θεωρητικό και πρακτικό στάτους αυτής της έρευνας δεν είναι ανεξάρτητα από τις θεσμικές και ευρύτερες κοινωνικο-πολιτισμικές πραγματικότητες, μέσα στις οποίες επιχειρείται.
• Ucs = P1o Rch – Rmot (Hy= συμπ-Παρ = διάσπαση – Obs= μετάθεση… ως κακή απειρία)
• Ucs = Polyglotte (cf: c NH)
• Ιστορία της φαντασίωσης (πρωταρχική εμπειρία ευχαρίστησης = f σύμπλεξη βία + ερωτισμός) [κίνηση – (επ)αφή – βλέμμα / → απορία Qn Φι]
• απώθηση (an?) → αρχαιολογία [ανεύρεση απόντος (νόμου) αντικειμένου= “κάτι λείπει”]
• ο κόσμος χωρίς λάμψη (“κάτι λείπει” : Αίσθηση + S+)
• επιστροφή του απωθημένου → ανάγλυφο – σύμπτωμα
• ανάταξη (εσωτερικής) ψυχικής πραγματικότητας → αποκατάσταση εξωτερικής πραγματικότητας (ίαση)
• Ανάπτυξη ενός σημαίνοντος: ΠΟΥΛΙ (πετούμενο → castrn σαύρα : γήινο 100%) [Αντικ. ταυτ. = εαυτός + σύμβολο (εξιδανικευμένο) αγαπημένης : choix d’ objet narc]
• Το παιχνίδι των σημαινόντων
• Anima / Ταύτιση με το θηλυκό imago (βλέπε και “Λεξικό Ψυχανάλυσης”] (αρχαϊκή γυναίκα – μητέρα – νεράιδα – θεά – γριά – θάνατος: παντοδύναμη μάγισσα, κυρία της ζωής και του θανάτου: Νεράιδα – Redivina – Δήμητρα)
• Το αντικείμενο της αναζήτησης του Ν. Η. = ναρκισσισμός S+ … θηλυκή πλευρά του …

Ανακοίνωση στο Συνέδριο, Η κοινωνική έρευνα στην Ελλάδα σήμερα, ΕΚΚΕ, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 11 Ιανουαρίου 1989