You are currently viewing Παράδοξο και Γοητεία στον Κ.Π.Καβάφη

Παράδοξο και Γοητεία στον Κ.Π.Καβάφη

  • Post category:Δοκίμια
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 26 λεπ.

ΙΙΙ. ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ

 

                        Πράξη Πρώτη

Το σκηνικό ανοίγει και δηλώνει ένα χώρο ατέρμονης και άγονης ενέργειας (στ. 1-5):

           

Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ

μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ

για νάβρω τα παράθυρα.Όταν ανοίξει

ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.

Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται

                                   

            Ορισμένα μείζονα σημαίνοντα ορίζουν και το σκηνικό και τα δρώμενα:

 cavafy_pp 1

Στο σκηνικό αυτό, ο αυθεντικός Καβάφης (η καβαφική ιδιαιτερότητα στην ποιητική) παρίσταται μόνο σαν υπαινιγμός: κάτι το ζητούμενο.

  • “Συμβατική” επιλογή και σήμανση των σημαινόντων: “Σκοτεινά”, “κλειστά” αντιπαρατίθενται σε “παράθυρα”, “άνοιγμα”.
  • Κοινός τόπος” των σημαινομένων: “Μέρες βαρυές” και, ως αντίθετό τους, “παρηγορία”, σε αντιστοιχία με “σκοτεινά – κλειστά” και “ανοιχτά – παράθυρα” – “προφανείς“, θα λέγαμε, μορφές του “αρνητικού” και του “θετικού“.
  • “Τυπική ροπή” της ενέργειας: Αναζήτηση της μετάβασης από το “κλειστό σκοτάδι” (“αρνητικό“) στο “ανοιχτό παράθυρο” (“θετικό“).

Αν το ποίημα προχωρούσε έτσι, ίσως η ρομαντική ή συμβολιστική στιχουργία να είχε εμπλουτισθεί με ένα ακόμη κομψοτέχνημα γραφής. Αλλά ο ποιητής Καβάφης δεν θα είχε ποτέ υπάρξει εδώ.

 

                        Πράξη δεύτερη

                        Στο σημείο αυτό (στ.5) παρεμβάλλεται “κάτι”:

 

(Μα τα παράθυρα)

δεν βρίσκονται,

ή

δεν μπορώ

να τάβρω

 

 Αυτό που περιγράφεται/διαπιστώνει το αδιέξοδο:

 

                        Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται

                        “λέγεται ξανά”:

                                                ή

                                                δεν μπορώ να τα βρω

 

Όμως, αυτό που “λέγεται ξανά” δεν είναι άλλη μία έκφραση του ίδιου:

  • Η διάζευξη (ή), δεν είναι μιά απλή εμφατική καταδήλωση του ίδιου αδιεξόδου. Αντίθετα, εισάγει μιά τελείως καινούργια διάσταση, ενώ ταυτόχρονα ή ίδια εμπεριέχει μεγάλη δραματική ένταση και φόρτιση στην αγορευτική οικονομία: Τη δυναμική του διχασμού προοπτικής.
  • Η έμφαση του διαζευκτικού είναι έμφαση στη διπλή υπόσταση του αδιεξόδου (ακριβέστερα, της άγονης αναπαραγωγής του ίδιου). Υποδηλώνει ότι πέρα από το αδιέξοδο των πραγμάτων, και ίσως εναλλακτικά ως προς αυτό, λειτουργεί και “κάτι” ακόμη. Κι αυτό το “κάτι” παρεμβάλλεται στην αρχική “συμβατική” κατάσταση του “κοινού τόπου”, σαν ένας άλλος λόγος ορισμού του αδιεξόδου.
  • Αυτό το “κάτι“, που συμπτωματικά εκφράζεται ως διάζευξη ως προς τα “δρώμενα”, δεν έχει ακόμη δηλωθεί σαν φαντασίωση. Εχει όμως ήδη εκδηλωθεί στη σφαίρα των σημαινόντων. Γιατί το “ή” διαμεσολαβεί ένα σημαντικό λογικό και αγορευτικό μετασχηματισμό:

           cavafy_pp 2


Με τη διαμεσολάβηση της διάζευξης (‑), που εξυπονοεί κάποια ρωγμή στη συνοχή του σκηνικού, το υποκείμενο δεν κρύβεται πια πίσω από την “κατάσταση των πραγμάτων” (Σ1), αλλά παίρνει τον λόγο (Σ2), έστω και με τρόπο επώδυνο: Από το απρόσωπο “δεν βρίσκονται”, το υποκείμενο αποκτά υπόσταση στο πρώτο πρόσωπο“δεν μπορώ”.

Κάτι“, λοιπόν, εισάγεται από την διάζευξη σαν αγορευτικός μετασχηματισμός, που φέρνει το υποκείμενο στο προσκήνιο. Και το “κάτι” αυτό είναι τα δρώμενα στην “άλλη σκηνή”, στο ασυνείδητο, που επενδύει, επισημαίνει και επιφορτίζει την διάζευξη –και τον υπολανθάνοντα διχασμό προοπτικής- με τη λειτουργία εκπροσώπησης του διχασμού του υποκειμένου.

 

                        Πράξη Τρίτη

 Ήδη αυτός ο διχασμός του υποκειμένου εισάγει ένα στοιχείο αβεβαιότητας και απροσδιοριστίας. Η ρομαντικής απόχρωσης, οικεία και συμβατική, συνάφεια των λέξεων και των δρωμένων φαίνεται ήδη ότι “κάπου χάνει”.

 Ο στ.6 ρητά πλέον καταδηλώνει τη θέση του υποκειμένου:

                        Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.

 Εδώ, όχι μόνο ο διχασμός, αλλά και η απορία του υποκειμένου δίνουν νέα τροπή στην αγορευτική οικονομία. Ο ενδοιασμός του “ίσως” αιτιολογείται μέσω μιας αξιολογικής κρίσης: “καλλίτερα” να μην το βρω αυτό που ψάχνω. Στο χώρο αυτό, η επιθυμία δεν μπορεί να φτάσει πέρα από την απορία: “Αυτό αναζητώ -κι αν είναι αυτό, καλλίτερα να μην το συναντήσω”. Ή, σε πιο ανεπτυγμένη μορφή (που παραπέμπει στους λαβυρίνθους της ψυχαναγκαστικής λογικής): «Αν αυτό είναι η επιθυμία μου, με πνίγει η αγωνία της. Κι αν αυτό δεν είναι η επιθυμία μου, [πώς] υφίσταται [η] επιθυμία;»

 

           Πράξη Τέταρτη

Η σκηνική σαφήνεια της Πρώτης Πράξης καταρρέει. Το υποκείμενο προβαίνει στο προσκήνιο και αρνείται να κινηθεί όπως θα υπαγόρευε η “συμβατική” ροή των δρωμένων.

Μπαίνει σε λειτουργία ο καταλυτικός διχασμός προοπτικής – ήτοι, ο διχασμός του υποκειμένου. Το αρχικό σκηνικό γίνεται α-σήμαντο. Και δεσπόζει πλέον η “άλλη σκηνή” – η φαντασίωση.

Οι δύο τελευταίοι στίχοι δίνουν το περίγραμμά της:

 cavafy_pp 3

  • Τα “παράθυρα” σημαίνουν “φως”. Όμως το “φως” αυτό παραπέμπει σε “καινούρια πράγματα”. Που ίσως είναι “νέα τυραννία”.
  • Η κλασσική συνάφεια των “συμβατικών” καταστάσεων και συμβόλων χάνει το αυτονόητο της. Η “άλλη σκηνή”, σαν νέα συνάφεια, ορίζει πια τα πράγματα αλλιώς.
  • Τα σημαίνοντα ανασημαίνονται:

Το “φως” ίσως σημαίνει “τυραννία”. Το “άνοιγμα” των “παραθύρων” ίσως δείχνει “νέα πράγματα” επίφοβα. Ή, όπως φαίνεται, πράγματα επισεσημασμένα από την επώδυνη ηδονή της κατά Lacan απόλαυσης (Jouissance).

  • Τα σημαινόμενα ανασυντάσσονται:

                   Το νόημα της κατάστασης δεν είναι πια η (τυπική) προσπάθεια περάσματος από το “σκοτεινό-κλειστό” στο “ανοιχτό-φως”. Η (συμβατική) ενέργεια δεν έχει επίγνωση αυτών, που το υποκείμενο γνωρίζει (“ποιός ξέρει τι”), γιατί αυτή είναι η αλήθεια του στην “άλλη σκηνή” του ασυνείδητου. Και η θέση του υποκειμένου δεν είναι “όπως ο καθένας” (“να βρω τα παράθυρα”). Είναι ένα “ίσως” καταλυτικό.

  • Έτσι, η “έκθεση των τεκταινομένων” μετασχηματίζεται σε λόγο του υποκειμένου, γίνεται προσωπική εκδοχή μιας από πρώτη ματιά “προφανούς” κατάστασης πραγμάτων.

           

Η αγωνία εκείνου του “ίσως” μαρτυρεί γι’αυτό.