You are currently viewing Παράδοξο και Γοητεία στον Κ.Π.Καβάφη

Παράδοξο και Γοητεία στον Κ.Π.Καβάφη

  • Post category:Δοκίμια
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 26 λεπ.

ΙV. ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ

 

Ο ποιητής

Ο ποιητής Καβάφης είναι πια παρών στο ποίημά του.

Η αρχική (ρομαντική) σκηνή υφίσταται την παρεμβολή μιας διχαστικής τοποθέτησης (“ή“), που ανατρέπει το σκηνικό.

Η αρχική “αυτονόητη” αναζήτηση του “φωτός” εμπεριέχει την αναίρεσή της.

Όμως κι αυτή η αναίρεση δεν είναι η τελική έκβαση των πραγμάτων. Η γραμμική ροή της εκφοράς των λέξεων στο ποίημα είναι ισχνή μόνο έκφραση της ανακύκλωσης, που διέπει τη δομή του κειμένου.

 

Ο διχασμός προοπτικής

Η αρχική αναζήτηση του προφανούς (“παράθυρα – φως”) μετατρέπεται σε διχασμό του υποκειμένου (“ίσως”) μπρος στα επίφοβα “καινούρια πράγματα”. Προκύπτει έτσι ο τυπικός καβαφικός διχασμός προοπτικής.

cavafy_pp 4

Με αφετηρία την αρχική σκηνή, η προοπτική είναι “προφανής” (“όπως ο καθένας” – δηλαδή, ο λόγος εκφέρεται από τον τόπο του Εγώ)

cavafy_pp 5

 

Με την παρεμβολή, ωστόσο, της “άλλης σκηνής” του ασυνείδητου (“ποιός ξέρει”: προφανώς, Αυτό), η ασυνείδητη φαντασίωση προβαίνει:

cavafy_pp 6

Ο διχασμός προοπτικής δεσπόζει.

Το υποκείμενο διχάζεται (“καλλίτερα ίσως να μην τα βρω”), το άγχος εκδηλώνεται (“ποιός ξέρει τι”), αναπαράγεται η αρχική κατάσταση, που οδηγεί εκ νέου στην αναζήτηση, κι αυτή στο διχασμό, κι αυτός ξανά στην αρχική κατάσταση κ.ο.κ.

Προφανώς, σ’ αυτή την αγορευτική οικονομία, κάθε εκδοχή αναιρεί τον εαυτό της, αναπαράγοντας μιά άλλη εκδοχή που οδηγεί ξανά στην αναιρεθείσα- κ.ο.κ. επ’ άπειρον.

Έτσι το υποκείμενο εμπλέκεται σε μιά ατέρμονα παράδοξη ανακύκλωση, η οποία δομικά και λειτουργικά εγγράφεται σε σχέση ισομορφισμού με την ακόρεστη, ανεξάντλητη, επαναληπτική, εμμένουσα επανάκαμψη της ενόρμησης και με τη συστατικά συναρτώμενη με την ενόρμηση διάσταση της απόλαυσης. Που οδηγεί σε σχηματισμό συμπτώματος (“ίσως καλλίτερα να μην”) στη θέση μιας αδύνατης άρνησης (αφού επιλογή σημαίνει άρνηση των μη-επιλεγομένων) σε σχέση με την επιθυμία του (“για να βρω” – “παρηγορία”/”να μην τα βρω” – “νέα τυραννία”).

 

Παράδοξο και γοητεία

Αντίστοιχη όμως παράδοξη ανακύκλωση διέπει και την αγορευτική οικονομία του ίδιου του ποιήματος, αφού το κείμενο υποχρεωτικά θα υποβληθεί σε μιά νέα ανάγνωση στο φως της καβαφικής κατακλείδας. Τα πράγματα αρχίζουν ξανά εκεί που τελειώνει η ροή των λέξεων- κι αν ξαναρχίσουν, οδηγούνται και πάλι εκεί που ξαναρχίζουν… Αέναη, ανακύκλωση του κειμένου μέσα στο παράδοξο, ατέρμων ανακύκλωση του παραδόξου μέσα στο κείμενο. Μόνο που, στο σώμα του ποιήματος, από το παράδοξο ακριβώς προκύπτει[i] αυτή η ασύλληπτη καβαφική γοητεία του λόγου.

Έτσι αναδεικνύεται τριπλά ο διχασμός προοπτικής:

  • Από τη μιά, στο πεδίο του πλασματικού “υποκειμένου-μέσα-στο-κείμενο” (εκφερόμενο).
  • Από την άλλη, ως προς το εξυπονοούμενο “υποκείμενο του κειμένου” (της εκφοράς: ο ίδιος ο ποιητής).
  • Και τέλος, ως προς “κάθε υποκείμενο” (όπως π.χ. ο αναγνώστης) που βρίσκεται σ’ ανάλογο υπαρξιακό “αδιέξοδο που όμως είναι δίλημμα-αντί εκείνου που φαινόταν στην αρχή μονόδρομος (“από το σκοτάδι στο φως” κτό.).

 Αυτό το διπλό παιχνίδισμα είναι ίσως και η θύρα εισόδου του τρίτου-αναγνώστη στο χώρο των ποιητικών πλασμάτων, με τρόπο που εμπλέκεται κι αυτός υποκειμενικά. Όχι ως “δέκτης αισθημάτων”, αλλά ως “ανα-ποιητής κειμένου”. Όχι ως παρατηρητής δρωμένων, αλλά, ανεπαισθήτως ίσως, ως δρων υποκείμενο σ’ αυτό το παιχνίδι της γοητείας.

 

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ

Θέλω να κλείσει αυτή η περιδιάβαση με μια επισήμανση:

Η απόσταση που χωρίζει τον «προ διχασμού προοπτικής» (ελάσσονα) ποιητή από τον Καβάφη μπορεί να μετρηθεί με ακρίβεια: είναι η απόσταση που χωρίζει το «Νιχώρι» (1885) του πρώτου από την «Ιθάκη» (1911) του δεύτερου. Το

 

Aν δε να μείνης δεν μπορής, πριν, ξένε, αναχωρήσης

πρέπει να πας μια Κυριακή στην σκάλα στου Γρηγόρη·
ειρήνη, νιάτα, και χαρά θα δης, και θα εννοήσης

τι είναι αυτό μας το Νιχώρι.

 

από το


και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,

[……..]
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.

[……..]
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

 

Η ρητορική δομή είναι παρόμοια: Έφτασες – Συνάντησες – Εννόησες/ Κατάλαβες. Μόνο που το Νιχώρι είναι η συσσώρευση κατονομαζόμενων θετικών εμπειριών· ενώ η Ιθάκη εκπροσωπεί το άφατο κι ανείκαστο που ενεργοποιεί το ταξίδι και, εκ των υστέρων, καθιστά τη λογική του «Κι άλλες, πιο πολλές θετικές εμπειρίες!» έκπτωτη, στο φως της συνάντησης με τη γόνιμη έλλειψη (με το «μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη»· με το «άλλα δεν έχει να σε δώσει πια»). Είναι, εν τέλει, η ριζική απόκλιση που διαφοροποιεί την προφανή ευχαρίστηση της θετικής γνώσης / κτήσης του αντικειμένου από την αποφατική σοφία που γεννά το κενό στον τόπο του Πράγματος (το οποίο, σημαδιακά, παραπέμπει στη μυθική πληρότητα του μητρικού σώματος).

Ιδιοφυής αγορευτική καινοτομία, ο διχασμός προοπτικής, που φέρει και τον διχασμό του υποκειμένου και τη γοητεία του παραδόξου, ανέδειξε τον Κ.Π.Καβάφη σε γοητευτικά παράδοξο ποιητή.

(Αυτά μπορεί να πει αυτή τη μέρα, παραμονή του ‘ 92, αυτός που εδώ μιλά για τον Καβάφη- γοητευμένος από τον ποιητή).
 
 

Τμήμα ευρύτερης Μελέτης για τον Καβάφη, που παρουσιάστηκε με μορφή διάλεξης στο πλαίσιο της σειράς ομιλιών «Τέχνη και Ψυχανάλυση: Συνομιλίες», στις εκδόσεις Γαβριηλίδη, 20 Νοεμβρίου 2012.

 

[i] “Τοιαύτη είναι λοιπόν η ποίησις του Καβάφη, μια ποίησις καθ’ ολοκληρίαν διανοητική” (υπογράμμιση Ν.Σ.). Χαρακτηρισμός του ίδιου του Καβάφη για την ποίησή του -Βλέπε Πεζά, Μελέτες… (όπ. παραπ., σελ. 13).