[Προσφώνηση]

          Αγαπητές συναδέλφισσες, αγαπητοί συνάδελφοι, καλησπέρα.

          Ευχαριστώ την Ελληνική Παιδιατρική Εταιρεία που με την τιμητική πρόσκλησή της μας δίνει την ευκαιρία να φέρουμε κοντά δυο κλάδους της επιστήμης   ̶ Παιδιατρική και Επιστήμη του Ψυχισμού  ̶ οι οποίοι, καθένας με τη δική του μέθοδο, διερευνά το θεμέλιο της ανθρώπινης ύπαρξης: το παιδί, το οποίο, κατά τον Φρόυντ, “είναι ο πατέρας του ανθρώπου”, αφού η παιδική μας ηλικία διαμορφώνει τις θεμελιώδεις συντεταγμένες της υποκειμενικής συγκρότησης.

 

Η κρίση

Η Ελληνική κρίση αντιπροσωπεύει ένα ολικό κοινωνικό γεγονός: Δηλαδή, αφορά όλα τα μέλη της κοινωνίας, όλες τις θεσμικές  διευθετήσεις της. Θίγει θεμελιώδεις προδιαγραφές του κοινού βίου και των αναπαραστάσεων που τον διέπουν.

Προφανώς, οι εκδηλώσεις της δεν κατανέμονται ισόμετρα. Στις «προνομιακές» περιοχές της κρίσης, λοιπόν, συγκαταλέγεται και το παιδί ως «κοινή τελική οδός» βιωμάτων, εμπειριών, αναπαραστάσεων, λόγων, πράξεων, νοημάτων. Ως τόπος   όπου συμβάλλουν καταπονήσεις, άμυνες και διεργασίες ανάκαμψης. Κάθε αγωνία και κάθε ανάσα του κόσμου μας  αντικατοπτρίζεται στο παιδί.

Ένα πένθιμο μούδιασμα ορίζει το ψυχολογικό στίγμα της κρίσης. Η πένθιμη χροιά οφείλεται στις πολλαπλές απώλειες που βιώνουν οι άνθρωποι: Χάνουν υλικές απολαβές. Χάνουν το σύμπλεγμα διασκεδαστικής αυταπάτης που καλλιεργούσε ο καταναλωτικός ναρκισσισμός, δηλαδή φαντασιακές ευχαριστήσεις. Χάνουν την εμπιστοσύνη τους στον κόσμο, στον άλλον και σε ό,τι καλό κι αγαπητό έβλεπαν στον εαυτό τους.

Η απώλεια της υλικής κατάστασης, των ψυχικών πόρων, καθώς και της ηδονικής αυταπάτης, προκαλεί ένα βίαιο πένθος. Ωστόσο, η δεσπόζουσα ψυχολογική ιδιαιτερότητα της κρίσης αντιστοιχεί στο μούδιασμα της σκέψης, του λόγου και της πράξης, που ορίζει τη στάση των ανθρώπων.

Ο κύριος ψυχοδιανοητικός μηχανισμός του μουδιάσματος ονομάζεται «διπλός δεσμός». Αντιστοιχεί στην εμπλοκή της σκέψης, που προκύπτει όταν οι άνθρωποι γίνονται στόχος παράδοξων μηνυμάτων, τα οποία αλληλοακυρώνονται, χωρίς να επιτρέπεται να σκεφτείς σχετικά μ’ αυτό το παράδοξο. Στην Ελλάδα της κρίσης, αυτή η επικοινωνιακή μηχανή που παράγει διανοητική εμπλοκή συνίσταται στο εξής σύμπλεγμα: Ένα πρώτο μήνυμα λέει «Αν αντισταθείς, χάθηκες» (=πτώχευση, δραχμή, καταστροφή…). Ένα δεύτερο μήνυμα λέει «Αν υποκύψεις, χάθηκες» (=ανεργία, φτώχεια, απόγνωση, κηδεμονία…). Κι ένα τρίτο απαγορεύει τη σκέψη, εφ’ όσον «Είναι μονόδρομος» γιατί «Το είπε η τρόικα/ οι θεσμοί…». Με απλά λόγια: Αν πεις ναι, χάθηκες. Αν πεις όχι, χάθηκες. Και απαγορεύεται να σκεφτείς και να σχολιάσεις αυτό το παράδοξο κλουβί της σκέψης.

Η παρατεταμένη εμβάπτιση των ψυχών σ’ αυτό το παράδοξο περιβάλλον τελικά εσωτερικεύεται και λειτουργεί ως φίλτρο αναπαράστασης της πραγματικότητας: Εξ ου και η κοινή αίσθηση ότι «οι άνθρωποι τα ‘χουν χαμένα / είναι τρελαμένοι / τα ‘χουν παίξει/είναι ζαλισμένοι» κ.τ.ό.

Ο διπλός δεσμός ισοδυναμεί με  επίθεση στους ίδιους τους μηχανισμούς της σκέψης. Έτσι διαμορφώνει ανθρώπους ανήμπορους,  παλινδρομημένους κι εξαρτημένους από κάποιες “ανώτερες δυνάμεις”, που αναμένουν παθητικά “να δουν τι θα γίνει στο τέλος”  ̶  σίγουροι ότι, όπως στην τηλεόραση και στα παραμύθια, “Δεν μπορεί, κάτι θα γίνει στο τέλος”.

Αυτή η παραιτημένη αναμονή ενός κάτι, που δεν μπορείς να το επηρεάσεις, καθιστά δυσπρόσιτη κάθε αντίσταση, ισορροπία ή πρωτοβουλία  ̶ έμπρακτη ή διανοητική, ψυχική. Αποτέλεσμα, πέραν των προσωπικών επιπτώσεων, οι εκδηλώσεις κοινωνικής παθολογίας, όπως οι αυτοκτονίες, ή το διάχυτο, καθολικό μίσος όλων εναντίον όλων: Η παράδοξη επιταγή κοινωνικής συμβίωσης με βάση την εντολή “Μισείτε αλλήλους”, ήτοι το τέρας “κοινωνική συμβίωση δίχως κοινωνικό δεσμό”.

 

Οι μεγάλοι

Όλες αυτές οι διεργασίες συγκλίνουν σ’ έναν κοινό παρονομαστή: η κρίση συνεπάγεται απώλειες μιας σειράς από πραγματικές ή φαντασιακές απολαβές και υποστηρικτικές φαντασιώσεις. Οι οποίες μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο εύλογες και πραγματικές, αλλά βιώνονται ως εξίσου επώδυνες όταν ψαλιδίζονται. Το ήδη διάχυτο και ανεξόρκιστο πλέον φάσμα ενός τέτοιου ζόφου γεννά κυρίως άγχος. Η δε εμπειρία της απώλειας, αν δεν υποστεί επαρκή επεξεργασία μέσω πένθους, αν δεν οδηγήσει σε καλό αποχαιρετισμό εκείνων που χάθηκαν (όπως η καβαφική Αλεξάνδρεια στο “Απολείπειν ο θεός Αντώνιον”), τότε προκαλεί κατάθλιψη –και όχι μόνο στους μεγάλους, αλλά και στα παιδιά.

 Πράγματι: Αυτή η παρατεταμένη, αδιανόητη και ανεξόρκιστη καταπόνηση έχει επιπτώσεις στην ψυχική κατάσταση και των μεγάλων και των παιδιών. Η κύρια επίπτωση συνίσταται σε μία μετάβαση ως προς την αναπαράσταση του παιδιού. Πρόκειται για τη μετάβαση από την παράσταση «παιδί υπερ-νάρκισσος» στην παράσταση «παιδί-αντικείμενο πένθους».

Το «παιδί υπερ-νάρκισσος» συγκροτείται ως αντικείμενο ψυχικών υπερ-επενδύσεων και προβολών, που συνοψίζονται στη φαντασίωση «Ό,τι ήμουν εγώ και ό,τι δεν ήμουν εγώ, θα είσαι εσύ στον κύβο». Φαντασίωση στην αφετηρία της γονεϊκή, αλλά μετατιθέμενη στο παιδί ως Ιδεώδες Εγώ, με προφανή αποτελέσματα.

Τώρα, όμως, παρόμοιες φαντασιώσεις απειλούνται  ή αποδομούνται. Μέσα από τα ερείπιά τους αναφύεται, κακόδεχτη και ενοχοποιημένη ταυτόχρονα αρνητικότητα,  το «παιδί-χωρίς-ναρκισσιστικές-υπερεπενδύσεις».

Η παράσταση του παιδιού στην Ελλάδα της επίπλαστης ευτυχίας   ̶  μεταφορά του αχαλίνωτου ναρκισσισμού –ήταν εκείνη η μυθοπλασία που ο Φρόυντ αποκαλεί “His Majesty the baby” / “Η Αυτού Μεγαλειότης το μωρό”.  Συμπυκνώνοντας τις φαντασιώσεις που μεσουρανούσαν στην  ελληνική κοινωνία–καθώς και την ανοικονόμητη ψυχολογική βία που ασκούν στο παιδί τέτοιες φαντασιώσεις των μεγάλων: Απαιτώντας απ’ αυτό όχι μόνο να κατακτήσει τις «αυτοκρατορικές» απολαβές του ναρκίσσου, αλλά και να τις ανταποδώσει, μέσω ταυτίσεων και άλλων φαντασιακών παιγνίων, σ’ εκείνους που έχουν ποντάρει το νόημα και τη δικαίωση της ζωής τους, σε μεγάλο βαθμό, στην υλοποίηση τέτοιων έξαλλων ναρκισσιστικών φαντασιώσεων από το παιδί τους.

Σήμερα, κάτω από τη βία των πραγμάτων, αυτά καταρρέουν. Και το «αυτοκρατορικό» φαλλοειδές πλάσμα της φαντασίας και της εικονικής πραγματικότητας ξεπέφτει στην κατηγορία των κοινών θνητών. Με την επιβαρυντική συνθήκη, μάλιστα, ότι η πατρίδα του δεν είναι πια σε θέση να του εξασφαλίσει καν μια θέση στον ήλιο (μετανάστευση, μαζικό γεγονός και εύλογος ορίζοντας…). Το αλαζονικό υποκείμενο της εγωπάθειας ταπεινώνεται, υποβιβάζεται σε αναλώσιμο αντικείμενο της απόλαυσης του άλλου. «Μας δίνουν 480 ευρώ και μας κάνουν να λέμε κι ευχαριστώ»: έτσι συνόψισε μια κοπέλα την υπόσταση των νέων που αναζητούν εργασία  ̶  μια αίσθηση που ήδη διαποτίζει και την ψυχή των μαθητών… Η φαλλική αίγλη και γλώσσα σβήνουν. Τη θέση τους καταλαμβάνουν η στοματική περιφρόνηση («Μας φτύνουν», είπε κάποιος άλλος νέος) και η πρωκτική απόρριψη (το απόρριμμα που το διώχνει έξω απ’ αυτήν η ίδια του η χώρα). Σ’ αυτό ακριβώς το φαντασιακό και γλωσσικό υπόστρωμα συγκροτείται και η, μέχρι πριν λίγο αδιανόητη, τραγική ευχή των Ελλήνων γονέων «Παιδί μου, φύγε μακριά για να σωθείς».

Αυτό το αγωνιώδες δρώμενο φαντασίας και λόγου είναι λοιπόν που αποδομεί και αναδομεί την παράσταση του παιδιού και επαναπροσδιορίζει το παιδί ως αντικείμενο πένθους.

Το εν λόγω πένθος εμπεριέχει δύο πτυχές:

1) Πένθος ως προς την εικόνα του παιδιού, το οποίο, από πρώην υπερ-νάρκισσος, προσλαμβάνεται τώρα ως θύμα των περιστάσεων –και της ανημπόριας ή της ακρισίας των ως προς τούτο ένοχων μεγάλων.

2) Πένθος ως προς τη σχέση με το παιδί. Μέσα στην οποία η φαντασίωση «φως εκ φωτός» (ο υπερ-ναρκισσισμός ως αμφίδρομη τροφοδοσία με φορτία φαντασιακής αίγλης) αντικαθίσταται από το φάσμα «χάνω το παιδί μου» / «στερούμαι το παιδί μου» / «μου στερούν το παιδί μου» (αυτό που ηδονικά φαντασιωνόμαστε)  –έως την έσχατη απόληξή του: την ευχή «καλύτερα να στερηθώ το παιδί μου, παρά να καταδικαστεί να ζήσει εδώ χειρότερα από μένα».

 

Αποχαιρετισμός στην Αυταπάτη

Γιατί όλη αυτή η ανάλυση των βιωμάτων που αφορούν τους γονείς και τους μεγάλους; Επειδή αυτοί καλούνται να υποστηρίξουν το παιδί ώστε να επαναπροσδιοριστεί το πρόσφορο νέο Φαντασιακό που απαιτεί η νέα πραγματικότητα: Φαντασιακό με έντονα στοιχεία απωλείας, απορίας, αγωνίας και, ενδεχομένως, βίαιου αποχωρισμού.

Για να μπορέσουν οι μεγάλοι να εκπληρώσουν επαρκώς αυτή τη λειτουργία περιέχοντος  ̶ που διεργάζεται και νοηματοδοτεί και για χάρη του παιδιού την άγρια εμπειρία της κρίσης  ̶  προϋπόθεση είναι να πραγματώσουν οι ίδιοι το πένθος της Μεγάλης Αυταπάτης, σε όλες τις διαβαθμίσεις του: Από την ανεπιφύλακτη αποδοχή του «Μα πόσο κορόιδο υπήρξα!»  μέχρι τη ρεαλιστική αναδοχή του «Σε νέες καταστάσεις, αντίο παλιές φαντασιώσεις».

Αν αυτή η διεργασία προχωρήσει εντός τους επαρκώς, τότε οι μεγάλοι θα μπορέσουν να πλαισιώσουν εποικοδομητικά τον επαναπροσδιορισμό της παράστασης και της θέσης του παιδιού. Στην αντίθετη περίπτωση, όσο κι αν προσπαθήσουν, είναι αναπόφευκτο – προφανώς, με διαβαθμίσεις– να αποδυναμώνουν ή να υπονομεύουν τον λόγο τους, τη σχέση τους με το παιδί και τη λειτουργία περιέχοντος, με την (ασυνείδητη κυρίως) στάση τους. Όπου, όλως ιδιαιτέρως, εκτός από το άγχος και το καταθλιπτικό συναίσθημα, θα εκπέμπονται και αισθήματα όπως ντροπή, ταπείνωση, ενοχή, απόγνωση, παθητικότητα, ανημπόρια, άγονη επιθετικότητα, μνησικακία, φθόνος κ.τ.ό.

Αν το πένθος της αυταπάτης μείνει ανολοκλήρωτο, ήτοι αν η επανεπένδυση του κόσμου με μεγαλύτερη ειλικρίνεια, αναγκαίο ρεαλισμό και σκληρή προσπάθεια αποδειχτεί ακατόρθωτη – τότε, όπως κι αν μιλήσουν οι μεγάλοι στο παιδί, ο λόγος τους και ο τρόπος τους θα είναι φτωχός, αδέξιος, όχι επαρκώς αξιόπιστος. Και η λειτουργία περιέχοντος μετέωρη. Οι δε συνέπειες αυτής της ανεπάρκειας είναι φανερές: Όταν η κρίση πλήττει την οικογένεια, πλήττει αμέσως ή εμμέσως και το παιδί, που καλείται να επαναπροσδιορίσει τον κόσμο του και τη θέση του μέσα σ’ αυτόν. Χωρίς επαρκή πλαισίωση και υποστήριξη από τους μεγάλους, ωστόσο, η ολοκλήρωση αυτού του έργου είναι επισφαλέστατη.

 

Η/ο  παιδίατρος

Σ’ αυτή τη συνθήκη παρατεταμένης τραυματικής εμπειρίας, τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών, το παιδί μπορεί να βιώσει αισθήματα «ψυχικής ορφάνιας», όταν οι μεγάλοι δεν δύνανται να του προσφέρουν ό,τι περιμένει απ’ αυτούς: Προστασία και νόημα  ̶ ομπρέλα και λόγια. Σε τέτοια κατάσταση, το παιδί ενδέχεται να εκδηλώσει συμπτώματα – συμπεριφορικά, ψυχολογικά και ψυχοσωματικά.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, είναι αναμενόμενο η/ο παιδίατρος να συναντά όλες τις αρνητικότητες της εποχής του ενσαρκωμένες στο ον που ορίζει την ειδοποιό ιατρική του λειτουργία: το παιδί.

Πράγματι: Για τα παιδιά, ιδιαίτερα για τα μικρότερα (τα πιο εξαρτημένα από το ανθρώπινο περιβάλλον τους), ο πρώτος που θα συναντήσει η κακουχία τους, η δυσφορία τους, η απορία τους, το σύμπτωμά τους, είναι κατ’ αρχήν οι γονείς. Και μετά τους γονείς (ιδίως στις μικρότερες ηλικίες), συχνά ακολουθεί η/ο παιδίατρος –πρωτίστως λόγω σωματικών εκδηλώσεων της ψυχικής καταπόνησης (οι οικείες εικόνες κοιλιακού άλγους, κεφαλαλγίας, δυσλειτουργιών του πεπτικού κλπ.).

Τι μπορεί να κάνει η/ο παιδίατρος όταν συναντά ένα τέτοιο παιδί;

Η ενδεικνυόμενη στάση θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί ως εξής: Επίγνωση, γνώση, εναρμόνιση, γενναιοδωρία.

Τι σημαίνει κάθε συστατικό;

 

  1. Επίγνωση σημαίνει αίσθηση των περιστάσεων που γεννά η κρίση και η επίπτωσή της στην ψυχική και σωματική κατάσταση μικρών και μεγάλων, καθώς και της σημασίας που έχει η συνάντηση του/της παιδιάτρου με το παιδί.
  1. Γνώση σημαίνει ότι η/ο παιδίατρος φροντίζει να διαθέτει τα κατάλληλα γνωστικά εργαλεία και την πρόσφορη ψυχοσυναισθηματική στάση, που θα του επιτρέψουν να αναγνωρίσει τους ψυχολογικούς συντελεστές της παιδικής παθολογίας που καλείται να αντιμετωπίσει. Οι συντελεστές αυτοί μπορεί αδρά να είναι:

-Αιτιακοί, όπως όταν το άγχος και η κατάθλιψη μεταγράφονται σε σωματική ή ψυχική συμπτωματολογία (άλγη, ανορεξία, αϋπνία, δυσφορία, έκπτωση της άμυνας του οργανισμού κλπ.) ή

-Ανάδρομα συνεργικοί, όπως όταν η καταπόνηση από μια σωματική   παθολογία μεγεθύνεται  δυσανάλογα στο ψυχολογικό επίπεδο του ίδιου του παιδιού ή των μεγάλων, διαμορφώνοντας έτσι ένα φαύλο κύκλο, όπου    σωματική και ψυχολογική απορρύθμιση ατόμων και οικογενειακών σχέσεων αλληλοτροφοδοτούνται.

  1. Εναρμόνιση σημαίνει ότι, σε τέτοιες συνθήκες, η θεραπευτική σχέση με το παιδί και την οικογένεια ενίοτε απαιτεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό κάτι που είναι συστατικό της παιδιατρικής: Ικανότητα επαφής με τον άλλον. Η οποία συγκεκριμενοποιείται σε αρετές της/του παιδιάτρου όπως οι ακόλουθες:

 

Να μπορώ να μιλήσω  με το παιδί για την ψυχική ταλαιπωρία του. Δηλαδή, να διαθέσω χρόνο και ψυχή για ν’ ακούσω το παιδί και τους μεγάλους   ̶  μαζί και την ψυχική διάσταση των βιωμάτων τους.  Μοιάζει προφανές… Ωστόσο, ίσως κάποιες φορές θέλει αντοχές κάτι τέτοιο: Είτε γιατί το φορτίο που κουβαλάει ο άλλος είναι βαρύ, είτε γιατί και της δικής σου ψυχής το φορτίο είναι βαρύ, είτε και για τους δύο λόγους.

Να μπορώ να μιλήσω στο παιδί γνωρίζοντας επαρκώς τον κόσμο του, τις αναφορές του, τους ήρωες και τις ηρωίδες του παιδικού πανθέου… τι έχει ή παράγει νόημα γι’ αυτό.

Να μπορώ να του μιλήσω βρίσκοντας την κατάλληλη γλώσσα: λέξεις, ιστορίες, παρομοιώσεις, μεταφορές… και χιούμορ, άφθονο χιούμορ     ̶   το άριστο έκδοχο για κάθε γιατρικό που προορίζεται για το παιδί (και όχι μόνο…).

Και να βρω τον τρόπο να του πω τα βασικά για το πώς αντιμετωπίζουμε κάθε αντιξοότητα: Ότι πάμε κοντά στους δικούς μας ανθρώπους, τους μιλάμε και μαζί ψάχνουμε στήριγμα, δρόμο και εξοπλισμό. Ότι κοιτάμε πλατιά τον κόσμο  ̶ το πρόβλημα, αλλά όχι μόνο αυτό: βλέπουμε επίσης  και τι στηρίγματα και τι δυνατότητες υπάρχουν ή θα μπορούσαν να βρεθούν  ̶ άνθρωποι, πράγματα ή τρόποι. Ότι, ειδικά στα δύσκολα, η σκέψη είναι το υπερόπλο των ανθρώπων και η προσπάθεια η καλύτερη εγγύηση για το αποτέλεσμα.

Να δείξω, δηλαδή, στο παιδί ότι, μ’ αυτό τον τρόπο, μπορείς να σταθείς σε όποια αντιξοότητα με αξιοπρέπεια, με υπερηφάνεια και με θάρρος   ̶  όπως, για παράδειγμα, τα Χόμπιτ στον “Άρχοντα των δαχτυλιδιών”, ο Χάρι Πότερ και η Ερμιόνη,  τα παιδιά στα “Χρονικά της Νάρνια”, οι Γκορμίτι ή τα Χελωνονιντζάκια στις φοβερές περιπέτειές τους. Αυτό το σημείο έχει ιδιαίτερη αξία: Όταν πρόκειται για παιδιά, κάθε συνταγή αποκτά πολλαπλάσια ισχύ αν συνοδεύεται από την υπερ-συνταγή, η οποία αξιοποιεί την ασύλληπτη δύναμη κι επιρροή που ασκούν στην παιδική ψυχή οι υπερ-ήρωες. Πρόκειται για μορφές που τα παιδιά θαυμάζουν, ταυτίζονται μαζί τους (βλέπε χαρακτηριστικά τι ντύνονται τις απόκριες…) και  τις καθιστούν μετόχους της ψυχικής τους συγκρότησης, ως ακρογωνιαίους λίθους του παιδικού Φαντασιακού. Η εν λόγω υπερ-συνταγή είναι απλή: “Κάν’ το όπως ο Μπάτμαν!”, “Κάν’ το όπως η Σούζαν!”, “Κάν’ το όπως τα Χόμπιτ!”, “Κάν’ το όπως τα Χελωνονιντζάκια!” :  τουτέστιν, όπως οι ήρωες που σε εμπνέουν, μη φοβάσαι, μην τα χάνεις, σκέψου και προσπάθησε μαζί με τους δικούς σου, με αυτούς που σ’ αγαπούν…

Ο/η παιδίατρος πρέπει να γνωρίζει επαρκώς τον κόσμο του παιδιού: το σύμπαν στο οποίο το παιδί ζει, μαγεύεται, έρχεται αντιμέτωπο με τη δοκιμασία και φαντασιακά κι αυτό παλεύει.  Αυτό το σημείο, που φαίνεται αυτονόητο, ίσως κάποιες φορές αμελείται ή υποβαθμίζεται. Ωστόσο, επειδή η σχέση του/της παιδιάτρου με το παιδί είναι θεραπευτική, καλό είναι να έχουμε επίγνωση της απλής αλήθειας ότι  ο καλύτερος τρόπος για να λειτουργήσει η θεραπευτική σχέση με το παιδί είναι να συναντήσεις το παιδί στον δικό του κόσμο: εκεί όπου όλα έχουν νόημα κι επίπτωση, κι έτσι το κινητοποιούν και το ενδυναμώνουν!

 Η θεραπευτική συνάντηση με το παιδί πέρα από το μεμονωμένο σύμπτωμα, στον κόσμο του παιδιού, διευρύνει λοιπόν το πεδίο της ιατρικής πρακτικής, εντάσσοντας εκεί και δραστηριότητες ψυχολογικής υποστήριξης και συμβουλευτικής. Αυτό το προφίλ ιατρικής λειτουργίας θυμίζει εμφανώς την κλασική εικόνα του γιατρού πριν την τεχνοκρατική αποστείρωση του τρόπου  εργασίας του. Και έχει πολύ πιο απτά και στέρεα αποτελέσματα εάν η/ο παιδίατρος κατορθώσει να εναρμονίσει και τους γονείς σε μια ανάλογη στάση. Ειδικά μάλιστα στις περιπτώσεις όπου η ψυχολογική κακουχία του παιδιού συναρτάται με αυτή των γονέων, η θεραπευτική παρέμβαση της/του παιδιάτρου γίνεται με το ένα χέρι δεμένο στην πλάτη, αν δεν συμπεριλαμβάνει στοιχειωδώς, συμβουλευτικά και υποστηρικτικά, και τους γονείς.    

 

  1. Επίγνωση, γνώση, εναρμόνιση, γενναιοδωρία. Τα τρία πρώτα τα είδαμε. Τι σημαίνει ωστόσο γενναιοδωρία του/της παιδιάτρου; Είναι πλέον φανερό: Στην Ελλάδα της κρίσης, και η ζωή των παιδιάτρων δοκιμάζεται ̶  τόσο από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα όσο και από τις προσωπικές ή επαγγελματικές δυσκολίες που ζει καθεμιά και καθένας. Και όταν κάτι σε πονά, έχει την τάση να απορροφά όλη την προσοχή και την ενέργειά σου πάνω του, κάνοντάς σε να αφήνεις λιγάκι στην άκρη τα υπόλοιπα. “Πονάει το δόντι μου, δεν υπάρχει ο κόσμος”:  έτσι περιγράφει ο μεγάλος φιλόσοφος αυτή τη ροπή για ναρκισσιστική αναδίπλωση στον εαυτό σου όταν η δική σου ύπαρξη δοκιμάζεται.

 

Σ’ αυτό το πλαίσιο, είναι λοιπόν σαφές τι σημαίνει γενναιοδωρία : Η/ο παιδίατρος καλείται κάθε φορά να υπερβαίνει τον πειρασμό του εγωκεντρισμού και να εναρμονίζεται με το παιδί που συναντά. Ίσως σ’ αυτό συμβάλλει κάπως αν θυμάται ότι για κάθε καλό τεχνίτη, και κατά μείζονα λόγο για την καλή γιατρίνα/για τον καλό γιατρό, η προσφορά και η ανταμοιβή είναι ένα και το αυτό!

Σας ευχαριστώ και σας εύχομαι, αγαπητές συναδέλφισσες, αγαπητοί συνάδελφοι, καλό δρόμο και εδώ και παντού!

 


Ομιλία στην εναρκτήρια συνεδρία του 55ου Πανελλήνιου Παιδιατρικού Συνεδρίου 

Κως, 2-4 Ιουνίου 2017