Τέσσερα κείμενα και μία ανάκληση για το Πολυτεχνείο 
* Μπορείτε να κατεβάσετε τα κείμενα σε μορφή pdf από το Academia.edu

 

ΑΝΑΚΛΗΣΗ

Γεννήθηκα το 1952.

Θυμάμαι, στα παιδικά μου χρόνια, το χρώμα της ατμόσφαιρας της τρομοκρατίας. Πολικό μπλε.

Θυμάμαι, μες σ’ αυτή την παγωνιά, τον παντοπώλη της γειτονιάς μας, στη Λευκάδα, να χώνει σε μία σακούλα την «Αυγή», να βάζει από πάνω πατάτες και να μου την εμπιστεύεται αμίλητος, κοιτώντας με στα μάτια – για να φτάσει εκείνος ο λόγος στα χέρια της μητέρας μου, τυλιγμένος σε χρώματα γεώδη. Ήταν καθηγήτρια.

Θυμάμαι, στο σπίτι μας στην Αθήνα, ατελείωτες πολιτικές συζητήσεις σε άλλο χρώμα τώρα – σαν ηλιοτρόπιο. Στην εποχή του ανένδοτου, της δολοφονίας του Λαμπράκη, του 1-1-4.

Θυμάμαι τον αδελφό της μητέρας μου, που είχε ξεκινήσει, σαν κάθε πρωινό, για να πάει στη σχολή του, την Ιατρική. Να επιστρέφει σε λιγότερο από μισή ώρα, σύννους και αλαφιασμένος. Τη μητέρα μου να τον ρωτά, μέσα στην έξαψη: «Έγινε επανάσταση;». Ν’ απαντά: «Όχι, απλώς δικτατορία». 21 Απριλίου του 1967. Σάπιο πράσινο.

Θυμάμαι όταν ξανάνοιξαν τα σχολεία, να έχουμε μάθημα «Αγωγή του Πολίτου». Να μάχομαι να εκμαιεύσω από τον καθηγητή μας –ένα ταλαίπωρο ανθρωπάκι− το ότι η δικτατορία αντιβαίνει στα όσα διδασκόμαστε στο μάθημα. Εκείνος να πολεμάει απεγνωσμένα ν’ αλλάξουμε θέμα συζήτησης κι εγώ να επιμένω, με όλη τη θέρμη της έλλειψης επίγνωσης των περιστάσεων. Ένας συμμαθητής μου να φωνάζει από κάποιο πλαϊνό θρανίο: «Ο Σιδέρης είναι κομμουνιστής». Να μην καταλαβαίνω ακριβώς γιατί το λέει. Να μη συνειδητοποιώ ακόμη σε ποια βαθιά και τρομερή παράδοση φωτός και αίματος παραπέμπει αυτή η λέξη. Να τελειώνει άτσαλα η συζήτηση. Να μένει ανοιχτή η πληγή – κι η σκέψη. Να κοιτάζω το μπλε των ουρανών.

Θυμάμαι να περνάει καιρός που έχει πάντα συννεφιά. Να διαβάζουμε και να κουβεντιάζουμε και να τραγουδάμε μυστικά. Κιαροσκούρο.

Θυμάμαι στην όψιμη εφηβεία το κόκκινο των εσωτερικών μας χώρων να μηχανεύεται μάχες και νίκες – σίγουρες νίκες. Χρώματα ώχρα σε δρόμο τη νύχτα, φωτισμένα περίεργα.

Θυμάμαι συναντήσεις μυστικές και τις πρώτες συνελεύσεις στην Ιατρική. Και διαδηλώσεις και συμπλοκές με την αστυνομία. Χρώματα στο σούρουπο –ή λίγο πριν το χάραμα.

Θυμάμαι την πορεία από τη Νομική προς το Πολυτεχνείο. Στη σχετική φωτογραφία, κατεβαίνουμε τη Σόλωνος. Στην πρώτη γραμμή, η Δανάη Ζουμή, ο Δημήτρης Κουμάνταρος και ο Νίκος Σιδέρης. Χρώματα να χαμογελούν.

Θυμάμαι να φτάνουμε στο Πολυτεχνείο ενώ τελείωναν συνελεύσεις των σχολών. Στα σκαλάκια της Σχολής Τοπογράφων να γίνεται ακόμη κουβέντα. Να τ’ ανεβαίνω και να παίρνω τον λόγο και ν’ αντιδικώ με όσους έλεγαν ότι τώρα φεύγουμε και αύριο πάλι συνέλευση. Να φωνάζω, μαζί με άλλους, ότι δεν θα φύγουμε, θα μείνουμε στον χώρο. Κάποιοι να φεύγουν και οι πολλοί να στέκονται σκεφτικοί. Σαν να αισθάνονταν ήδη την ταραχή και τον ίλιγγο των γεγονότων που κατέφθαναν από τρίσβαθους δρόμους.  Χρώματα σοβαρά, που δεν τ’ αγγίζει φόβος.

Θυμάμαι να είναι εκεί δίπλα ο Στέλιος Λογοθέτης. Ο ίδιος διηγείται[1] τη σκηνή που ακολουθεί:

Το Πολυτεχνείο ξεκίνησε αυθόρμητα, δεν ήταν προσχεδιασμένο από κανένα. Επεβλήθηκε σαν κατάληψη, σαν απόφαση της στιγμής. Ήταν όμως, ώριμος καρπός των φοιτητικών αγώνων που είχαν προηγηθεί, της εμπειρίας και της «τεχνογνωσίας» που είχε κατακτηθεί καθώς, οι καταλήψεις και διαδηλώσεις, είχαν γίνει καθημερινή τακτική. Η διαδικασία για την κατάληψη της Τετάρτης ξεκίνησε από τη διαδήλωση, την πορεία της Νομικής που έφτασε και μπήκε στο Πολυτεχνείο, όπου βρισκόμασταν συγκεντρωμένοι και σε αναβρασμό. Πιστεύω ότι, αν δεν κατέβαιναν τα παιδιά από τη Νομική –ενισχυμένα μάλιστα από τους φυσικομαθηματικούς, τους χημικούς και τους άλλους, δύσκολα από μόνοι μας θα φτάναμε στην κατάληψη και από τον φόβο της αυτοαπομόνωσης και από τον φόβο να μπει μέσα η αστυνομία. Έτσι φτάσαμε την Τετάρτη το βράδυ –αυθόρμητα, ομόψυχα και συντροφικά, ο κομμουνιστής Λογοθέτης με τον τροτσκιστή Σιδέρη να κλείνουμε μαζί τις βαριές σιδερόπορτες.

Λίγο μετά την είσοδο της διαδήλωσης της Νομικής στο Πολυτεχνείο –Τετάρτη μεσημέρι, έγινε η πρώτη προσπάθεια να σπάσει η κατάληψη από την επίσημη δικαιοσύνη του καθεστώτος, από έναν εισαγγελέα που μας καλούσε να εγκαταλείψουμε το χώρο με έναν τηλεβόα. Τον αγνοήσαμε κι αρχίσαμε να ετοιμάζουμε την άμυνά μας. Οδηγός για τις επιθέσεις της αστυνομίας και την παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου η προηγούμενη εμπειρία και η ίδια πάντα τακτική: Κάποια στιγμή η αστυνομία έκανε ντου στο προαύλιο από την Στουρνάρη, την Τοσίτσα, την Πατησίων εγκλώβιζε όσους φοιτητές μπορούσε, τους απομόνωνε και τους μακέλευε. Έτσι, σε κάποια στιγμή, μια ομάδα, πήραμε την πρωτοβουλία να κλείσουμε τις περιφερειακές πόρτες και να ελέγχουμε και να φυλάμε την κεντρική είσοδο της Πατησίων. Η κατάληψη, έτσι αυθόρμητα και αθόρυβα, είχε ήδη συντελεστεί, μας είχε επιβληθεί από τα ίδια τα πράγματα. Και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι ήμαστε πολιορκημένοι, ότι τα πράγματα επιβάλλουν να τα οργανώσουμε, να πάρουμε αποφάσεις. Έτσι και εκ του προχείρου συγκροτήσαμε και την πρώτη άτυπη Συντονιστική Επιτροπή, με το Σοφιανό, το Σιδέρη, τη Μωροπούλου, τον Στέλιο Παπά, και άλλους. Αργότερα ήρθε και η Καρυστιάνη. Συνεδριάζαμε στο κτήριο της Αρχιτεκτονικής, στην πλευρά της Αβέρωφ.

Θυμάμαι, εμφανίζεται ένας κοκκινοτρίχης και λέει σατράπικα να φύγουμε αμέσως. Όπως με πληροφορεί πολύ αργότερα ο Στέλιος, ήταν Γραμματέας Σχολής. Κρατά μια αρμαθιά κλειδιά και μας προγκάει να μην καθυστερούμε και να φύγουμε, γιατί θέλει να κλειδώσει. Του αρπάζω τα κλειδιά και τον σπρώχνω. Πάει ν’ αντισταθεί. Παρεμβαίνουν κι άλλοι φοιτητές. Φεύγει απειλώντας. Μ’ αυτά τα κλειδιά, μαζί με τον Στέλιο, κλειδώνουμε τις πύλες. Κατάληψη.

Δημιουργούμε εκ των ενόντων την πρώτη Συντονιστική Επιτροπή της κατάληψης. Γίνονται πολλά. Στην εκλεγμένη (δεύτερη) Συντονιστική Επιτροπή, μαζί με την Ελένη Αναστασίου, εκπροσωπώ την Ιατρική.

Γίνονται πολλά. Και πριν την είσοδο του τανκ, και την ώρα εκείνη, και αργότερα.  Η Ιστορία γράφεται, με λόγο και με αίμα. Η τελευταία συλλογική εποποιία της Ελληνικής ιστορίας γεννά ένα σύμβολο.

Στα χρόνια που ακολουθούν, συχνά μου ζητούν μαρτυρία για τις μέρες εκείνες. Δεν αρνούμαι να την καταθέσω: Θεωρώ ότι αντιπροσωπεύω ένα ζωντανό μνημείο και μια ένσαρκη μνήμη της Ιστορίας.

Τα κείμενα που ακολουθούν είναι εκείνα που συνοψίζουν καλύτερα την εξέλιξη της ευαισθησίας μου, της ματιάς και της σκέψης μου σχετικά με το Πολυτεχνείο.

«Η άγνοια του παρελθόντος δεν παραβλάπτει μόνο τη γνώση του παρόντος. Υπονομεύει, στο ίδιο το παρόν, την ίδια τη δράση».  Αυτός ο λόγος του Marc Bloch, στην Ελλάδα σήμερα, συναντά την πιο κρίσιμη συγκυρία: Δράση ριζική είναι επείγουσα. Ωστόσο, οι άνθρωποι –τα μυαλά, ο λόγος και η πράξη− λιμνάζουν (ακόμη), βυθισμένα σ’ ένα πένθιμο μούδιασμα. Ως πότε;

Αθήνα, 3 Νοεμβρίου 2014

polytechneio site

_______________________________________________

[1] Στέλιος Λογοθέτης, «Η κατάληψη» στο Γιώργος Γάτος, Πολυτεχνείο ’73, Ρεπορτάζ με την Ιστορία, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2001, 208-209.