Οικονομία-οικονομολόγοι. Κοινωνία-κοινωνιολόγοι. Πολίτευμα-πολιτειολόγοι. Έντομα-εντομολόγοι. Για τη ζωή μας γυρολόγοι. (Ψευδώνυμοι κριτές δόλιοι προφήτες).

Δεν θέλω ν’ ανήκω σ’ αυτούς. Ρίχνω λοιπόν ένα βλέμμα στην ψυχή των προσώπων του δράματος. Πώς φαίνονται άραγε, ιδωμένα από το μέσα της ψυχής, σκέψεις, εικόνες, αισθήματα, πράγματα.

Χώρα όπου πια κανείς δεν πιστεύει κανέναν. Κρίση κι αυτή. Κρίση της εγκυρότητας του λόγου: Και τι να πεις, και ποιος ν’ ακούσει, και τι να πιστέψεις.

Σχηματισμοί της ψυχής, εμπειρίες και λόγοι χωνεύτηκαν πια σε μια φαντασίωση, που κατακυριεύει, που κατατρύχει και που κατατρώει τις ψυχές των Ελλήνων. Και που συνοψίζεται, γυμνό σενάριο, σ’ ένα μοτίβο: Ο ΑΛΛΟΣ ΤΡΩΕΙ.

Στη γύμνια της, η «φράση» αυτή λέει πολλά:

Ο άλλος τρώει: Η φαντασίωση εμφανίζεται και βιώνεται σαν κυριολεξία (εξ ου και η «κυριολεξία» του μόνου ανθούντος σήμερα «θεσμού» – τα «φαγάδικα»). Βιώνεται σαν τάξη των πραγμάτων, όχι σαν στάση των πλασμάτων. («Κάνε το ίδιο ή παραιτήσου»).

Ο άλλος φαίνεται να ’ναι αυτό που θα ήθελα να ’μαι. Η φαντασίωση μιλάει για μένα, αλλοτριώνοντάς με, ταυτίζοντάς με με ένα είδωλο.

Αγάπη όχι για τον άλλο (μόνο για μένα). Εδώ η άρνηση, ακραία ιδιοτέλεια, εκφέρεται με τρόπο «ανιδιοτελή». Δηλ. σαν καταγγελία, βάζοντας τον άλλο στη θέση του «αδικούντος» (δηλ. εκεί που βρίσκεται το «εγώ»).

Μα σταματήστε τον! Το ζητούμενο: να μπουν κάποια όρια στην απληστία του «άλλου» (που είναι «εγώ»).

Έπονται παραλλαγές (ιστορίες αγάπης):

«Ο άλλος το τρώει» (κάνει δικό του το μαγικό στοιχείο, αυτό που σε κάνει ευτυχισμένο, αγαπητό).

«Ο άλλος τρώει το δικό μου» (μου αρνούνται λοιπόν την αγάπη).

«Ο άλλος μου το τρώει» (εγώ = «αυτό»).

«Ο άλλος με τρώει» (τόσο ιδεωδώς όμοιος με μένα – η παράνοια με τη μορφή του διώκτη).

«Τρώγομαι» («εγώ» που ταυτίζομαι με τον «άλλο» τρώω τον εαυτό μου – η μελαγχολία).

«Θα τον φάω» (τελική εκδοχή, ο διωκόμενος διώκτης).

Μηχανισμός ατέρμων, λογική αδιέξοδη: Αν «του» «το» στερήσουν και «μου» «το» δώσουν, απλώς αναπαράγεται κατοπτρικά η ίδια σκηνή – δηλ. «μου» «το» στερούν εκ προοιμίου. Για να «μου» «το» δώσουν θα «μου» «το» στερήσουν – αν «μου» «το» στερήσουν «μου» «το» δίνουν. Κόσμος του παραδόξου.

Παράδοξο. Συνέπεια: Αδυναμία σύλληψης νοήματος του όλου. Αίσθημα απόγνωσης και παραφροσύνης. Και οπισθοδρόμηση σε κερματισμένες εικόνες και λογικές.

Παροξυσμός των ιδιοτελειών (ατομικών, συντεχνιακών, κομματικών). Μεταγραφή της απόγνωσης στο πεδίο της σχέσης με τον άλλον που, υποτίθεται, απολαμβάνει.

Μεταγραφή του παραδόξου στο δημόσιο βίο:

Ο ένας: «Μη φοβάστε, είμαι ανίκανος να κάνω ο,τιδήποτε».

Ο άλλος: «Εμπιστευθείτε με, δεν τα εννοώ αυτά που λέω».

Ο τρίτος: «Γιατί δεν μ’ ακούτε, έτσι κι αλλιώς δεν λέω τίποτα».

Το ζήτημα δεν είναι να κατανοήσουμε, αλλά να φανταστούμε. Αυτό που περνάει από το χέρι μας: Προπλάσματα του μέλλοντος: έργο που γίνεται με αγάπη, ποιητική καινοτομία. Καινό της δημιουργίας αντί του κενού της φαντασίας.

Όπως κι αν είναι τα πράγματα, μπορούνε να είναι κι αλλιώς. Και μέσα μου ο λόγος δεν παραιτείται.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 15-11-91