Αυτές τις ημέρες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οpportuna (Πάτρα 2009, 158 σελίδες), το βιβλίο του Νίκου Σιδέρη Ο Φρόυντ κρυπτο-κόκινος; Από τη μελέτη, στην οποία αναδεικνύονται καθοριστικά σημεία της φροϋδικής σκέψης τα οποία ανακινούν μιαν άλλη οπτική στη σχέση μεταξύ ψυχανάλυσης και Αριστεράς, προδημοσιεύουμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

Στον απόηχο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και της Ρωσικής Επανάστασης, ο Φρόυντ τοποθετείται δυο φορές, κατά τρόπο δημόσιο, ουσιαστικό και αποφασιστικό, απέναντι στο κοινωνικό ζήτημα. Τη μια φορά διατυπώνει ένα σχέδιο ψυχαναλυτικής πρακτικής, για Δωρεάν Ψυχαναλυτικές Κλινικές, στη λογική των μεταρρυθμίσεων μέσα στο πλαίσιο του συνήθους κοινωνικού βίου και του δεδομένου κοινωνικού συστήματος. Την άλλη φορά διατυπώνει κρίσεις και προβληματισμούς σχετικά με την τότε επίκαιρη όσο και ανέκδοτη εμπειρία επαναστατικού κοινωνικού μετασχηματισμού, που αντιπροσωπεύει το Σοβιετικό πείραμα.

Και στις δυο περιπτώσεις, ο Φρόυντ διαλέγεται, με τον δικό του τρόπο, με την Αριστερά: Την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, στην πρώτη. Και τους μπολσεβίκους, στη δεύτερη. Τοποθετείται, άμεσα ή έμμεσα, ως προς το ιστορικό περιβάλλον, ιδεολογικό και πρακτικό, που διαμορφώνεται στην Ευρώπη υπό τη δεσπόζουσα των εκφάνσεων της Αριστεράς. Διατυπώνει κρίσεις, εκτιμήσεις, αξιολογήσεις και προβλέψεις, τοποθετούμενος τόσο ως λειτουργός εννοιών και θεωριών, όσο και ως υποκείμενο διαμορφωμένο μέσα από μια προσωπική ιστορία.

Ο τρόπος που σκέφτεται και μιλά ο Φρόυντ, ως φορέας μιας διπλής αγορευτικότητας –«άτυπα» προσωπικής και θεσμικά ψυχαναλυτικής– εμφανώς υποστηρίζεται από έννοιες και θεωρίες, που ήδη διαθέτουν υψηλό βαθμό επεξεργασίας και συνοχής. Παράλληλα, ωστόσο, έχει ως επικαθορίζον υπόστρωμα εννοιολογικά κενά και περιορισμούς, καθώς και περισσότερο ή λιγότερο απτά προσωπικά στοιχεία – εμπειρίες, τραύματα, φαντασιώσεις (…).

(…) Στις 28 Σεπτεμβρίου 1918, στη Βουδαπέστη, ο Φρόυντ μίλησε στο Πέμπτο Διεθνές Ψυχαναλυτικό Συνέδριο για το μέλλον της ψυχανάλυσης. Απηύθυνε έκκληση για μεταπολεμική κοινωνική ανανέωση ευρείας κλίμακας, με βάση το τρίπτυχο κοινωνία ενεργών πολιτών, κυβερνητική υπευθυνότητα και κοινωνική ισότητα.

Ο λόγος του Φρόυντ στο κλείσιμό του, όπως ο ίδιος είπε, άνοιγε στους ακροατές του έναν ανεξερεύνητο δρόμο, «που μπορεί να φανεί φανταστικός σε πολλούς από σας, αλλά που θεωρώ ότι αξίζει να έχουμε προετοιμάσει το νου μας γι’ αυτόν». Αναφέρθηκε στην πίστη τού μοντερνισμού στην εφικτή πρόοδο και, ειδικότερα, στην κοινωνική ευθύνη της ψυχανάλυσης. Και επιχειρηματολόγησε υπέρ του μεγάλου έργου που οφείλει να επιτελέσει η Πολιτεία για να μειώσει τις ανισότητες μέσω της καθολικής δυνατότητας πρόσβασης στις κοινωνικές υπηρεσίες ψυχικής φροντίδας, καθώς και σχετικά με την επίδραση του περιβάλλοντος στην προσωπική λειτουργία.

«Μπορούμε να διαβλέψουμε ότι η συνείδηση της κοινωνίας θα αφυπνισθεί», διακήρυξε ο Φρόυντ. Και πρόσθεσε: «Υπενθυμίζω ότι ο φτωχός πρέπει να έχει τα ίδια ακριβώς δικαιώματα για φροντίδα της ψυχής του, όπως αυτά τα οποία ήδη έχει στη σωτήρια αρωγή που προσφέρει η χειρουργική. (…) Χρειάζονται ιδρύματα και κλινικές περιπατητικών ασθενών, στις οποίες θα προσληφθούν ψυχαναλυτικά εκπαιδευμένοι γιατροί, έτσι ώστε άνδρες που αλλιώς θα βούλιαζαν στο πιοτό, γυναίκες έτοιμες να καταρρεύσουν από το βάρος των στερήσεων, παιδιά που δεν έχουν άλλη επιλογή από το να πέσουν στην ανομία ή τη νεύρωση, θα γίνουν, μέσω της ψυχανάλυσης, ικανοί να αντέχουν και να εργάζονται αποτελεσματικά. Αυτές οι θεραπείες θα παρέχονται δωρεάν. (…) ίσως περάσει καιρός πριν η Πολιτεία αντιληφθεί πόσο επείγοντα είναι αυτά τα καθήκοντα. (…). Ίσως αυτά τα ιδρύματα ξεκινήσουν με βάση την ιδιωτική φιλανθρωπία. Όμως, κάποια στιγμή, αυτό πρέπει να γίνει».

Η τοποθέτηση του Φρόυντ αφορά στη σχέση μεταξύ των ανθρωπίνων όντων και των οικονομικών και κοινωνικών δυνάμεων που διέπουν τον βίο τους. Και σαφώς συντάσσεται –αν και χωρίς βαριά πολιτική ορολογία– με την πλευρά της ραγδαία ανερχόμενης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Όπως και οι φίλοι του, ο σοσιαλιστής Otto Bauer και ο σοσιαλδημοκράτης Victor Adler, ο Φρόυντ πίστευε ότι η κοινωνική πρόοδος ήταν εφικτή μέσω της σχεδιασμένης κοινής ενέργειας κράτους και πολιτών.

Η πυρηνική τοποθέτηση του Φρόυντ είναι ότι, παρά τις «περιορισμένες θεραπευτικές φιλοδοξίες» της ψυχανάλυσης σε ευρεία κλίμακα, και παρά το ότι «οι μεγάλες ποσότητες νευρωσικής μιζέριας» που ο ψυχαναλυτής μπορεί να εξαλείψει είναι «σχεδόν αμελητέες» σε σύγκριση με τις πραγματικές της διαστάσεις, είναι αναγκαία η δωρεάν παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε όλους. Σ’ αυτό το σημείο «αναδύεται ξανά η κοινωνική συνείδηση των εφηβικών και πανεπιστημιακών ημερών του Φρόυντ»: Η οδύνη μπορεί να περιορισθεί και να είναι λιγότερο δυσβάσταχτη σε ατομικό επίπεδο. Κι επιπρόσθετα, οι άνθρωποι δεν υποφέρουν μόνο λόγω της ανθρώπινης φύσης τους, αφού, εν μέρει τουλάχιστον, αυτό προκύπτει από μια κοινωνική ανισότητα, που μοιράζει τα βάσανα και τη δυστυχία άδικα και κατά βάση σύμφωνα με διαφορές οικονομικού και κοινωνικού στάτους. Ο Φρόυντ συνόψισε τη θέση του στο ότι η ανισότητα είναι το θεμελιώδες πρόβλημα και σχολίασε αρνητικά το γεγονός ότι ρητά κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες περιορίζουν την ψυχαναλυτική θεραπεία στις «εύπορες τάξεις» .

Η επίδραση αυτής της παρέμβασης στο ακροατήριο υπήρξε καταλυτική. Όχι μόνο η ιδέα της δωρεάν κλινικής ψυχικής υγείας σημάδεψε το συνέδριο, αλλά και οι έμπρακτες οργανωτικές πρωτοβουλίες δεν άργησαν να ακολουθήσουν: Οι Max Eitington και Ernst Simmel θα εγκαινιάσουν την Πολυκλινική του Βερολίνου στα 1920, ο Eduard Hitschmann θα ξεκινήσει τη δωρεάν κλινική της Βιέννης στα 1922, και ο Ernst Simmel θα δημιουργήσει στα 1926 την κλινική δωρεάν εσωτερικής νοσηλείας του Schloss Tegel. Ο Sandor Ferenczi θα ανοίξει τη δωρεάν κλινική της Βιέννης στα 1929. Παράλληλα, στα 1926, ο Ernest Jones, αν και δεν είχε παρευρεθεί στο συνέδριο της Βουδαπέστης λόγω των εχθροπραξιών, εγκαινίασε την Ψυχαναλυτική Κλινική του Λονδίνου. Οι Melanie Klein, Hanns Sachs, Sandor Rado και Karl Abraham επίσης μετείχαν στο συνέδριο και αποτέλεσαν κεντρικούς συντελεστές της Πολυκλινικής του Βερολίνου.

Επικεφαλής του σχεδίου σύζευξης της ψυχανάλυσης με την κοινωνική μεταρρύθμιση τοποθετήθηκε ο Anton von Freund, ο οποίος όρισε ως σκοπό του θεσμού που θα προέκυπτε «να βοηθήσει τις μάζες με την ψυχανάλυση (…), που μέχρι τώρα υπηρετούσε μόνο τους πλούσιους, έτσι ώστε να μετριασθούν οι νευρωσικές ταλαιπωρίες των φτωχών». Παρά τις διαφορετικές συνθήκες υποδοχής του, το σχέδιο του von Freund για δωρεάν κλινικές υπηρεσίες σε εξωτερικούς ασθενείς υλοποιήθηκε σε δέκα πόλεις και επτά χώρες, στην περίοδο 1920-1938. Παράλληλα, ο Wilhelm Reich δημιουργεί το Sex-Pol, ένα δίκτυο δωρεάν κλινικών υπηρεσιών σωματικής και ψυχικής υγείας με ξεκάθαρα αριστερό προσανατολισμό και έντονα ελευθεριακές ροπές.

Ο αρχικός ενθουσιασμός, ωστόσο, γρήγορα βρέθηκε αντιμέτωπος με τις αντιξοότητες της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής ιστορίας: Οι Ναζί «αριοποίησαν» την Πολυκλινική του Βερολίνου στα 1933, το Sex-Pol τελείωσε στα 1934, το Ambulatorium της Βιέννης το 1938. Στην Πολυκλινική του Βερολίνου, τα βιβλία του Φρόυντ κλειδώθηκαν σ’ ένα «ερμάριο δηλητηρίων», ενώ η ορολογία αναμορφώθηκε: Το Οιδιπόδειο έγινε οικογένεια, ενώ η ίδια η ψυχανάλυση μετονομάστηκε αναπτυξιακή ψυχολογία. Οι Ναζί ευρύτερα χρησιμοποίησαν την Πολυκλινική για να απαλλάξουν τη Γερμανία από κοινωνικές επιρροές που τις θεωρούσαν εκφυλισμένες, μοντέρνες, εβραϊκές, δημοκρατικές ή κομμουνιστικές.

(…) Από ορισμένες απόψεις, τόσο η ψυχανάλυση όσο και το σοβιετικό πείραμα βρίσκονται σήμερα σε παρόμοια θέση: Βάλλονται και απορρίπτονται συλλήβδην από τους κυρίαρχους ιδεολογικούς μηχανισμούς. Και κινδυνεύουν να μετατραπούν σε απλά, αδρανή γνωστικά αντικείμενα του ακαδημαϊκού λόγου, στο πλαίσιο μιας δεσπόζουσας παράστασης του κόσμου, η οποία σαρκάζει την αλήθεια και επιχειρεί να εξαλείψει και τη διάσταση της ουτοπίας και τους δρόμους της αυτεπίγνωσης. Εκτιμώ ότι αμφότερα, ωστόσο, μπορούν να αναδείξουν, και μέσα από τη συνεισφορά τους και μέσα από τους περιορισμούς τους, δύσβατες και δύσκολες αλήθειες και απαράκαμπτα κοιτάσματα ιστορικότητας και υποκειμενικότητας. Στοιχεία των οποίων η χρεία γίνεται όλο και πιο απτή απέναντι στη συνθλιπτική αίσθηση ότι ο κόσμος κυβερνάται από μια τυφλή μηχανή, που απαιτεί να απομειώσει κάθε στοχασμό κι ευαισθησία σ’ εργαλειακές συμπεριφορές στην υπηρεσία ιδιοτελών συμφερόντων.

(…) Υπενθυμίζω, ως προς την ψυχανάλυση, τη βαθυστόχαστη θεώρηση του Φρόϋντ σχετικά με το υποκειμενικό τίμημα της διαβίωσης εν κοινωνία, που συνίσταται στη δυσφορία μέσα στον πολιτισμό. Και ως προς το Σοβιετικό πείραμα, όσα γράφει στον Observer ο Neal Ascherson (όπως μεταφράζονται στην Καθημερινή της 15-16 Αυγούστου 2009): «Αυτό που ο περισσότερος κόσμος ήθελε, στα τέλη του 1989, ήταν κάτι σαν κοινωνική δημοκρατία. Με άλλα λόγια, ελευθερία, οικονομία της αγοράς αλλά κι ένα ισχυρό κράτος κοινωνικής πρόνοιας. Ευλόγως, η κοινή γνώμη σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να συνδυάσει την ελευθερία και την ευημερία του καπιταλισμού με τα κοινωνικά προνόμια του κομμουνισμού. Αλλά έσφαλε. Τα κράτη που εισήλθαν στην τροχιά της μετάβασης εισήγαγαν μια σκληρή εκδοχή του Θατσερισμού, ο έλεγχος στις τιμές καταργήθηκε, οι επιχορηγήσεις ακυρώθηκαν, τα νομίσματα αφέθηκαν στην τύχη τους. Τεράστια κενά δημιουργήθηκαν μεταξύ πλουσίων και φτωχών, οι κοινωνικές υπηρεσίες περικόπηκαν ή εξαλείφθηκαν».

Το ως άνω παράθεμα δείχνει τη δραματική έως και τραγική επικαιρότητα των ζητημάτων που απασχόλησαν και τον Φρόυντ με αφετηρία την ανέκδοτη ιστορική εμπειρία του Σοβιετικού πειράματος: Θέση και δύναμη της αυταπάτης. Κοινωνική ανισότητα και αδικία. Πώς η ηγετική ελίτ ενός κινήματος χειρίζεται τις προσδοκίες της μάζας, την οποία ίσως περιφρονεί («κοινωνική δημοκρατία» έναντι «σκληρού θατσερισμού»…). Κλπ…

Αυγή, 13/12/2009
Νίκος Σιδέρης