Ψυχολογικοί Μηχανισμοί της Κρίσης (Ι)

  • Post category:Δοκίμια
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 3 λεπ.

Ποια είναι λοιπόν σήμερα τα δεσπόζοντα συναισθήματα που χαρακτηρίζουν την ζωή εν κρίσει; Είναι τέσσερα: Απόγνωση, οργή, φόβος και αγωνιώδης αναμονή. Αν και καθένας έχει μια εμπειρική ιδέα και για τα τέσσερα, είναι σκόπιμα εδώ ορισμένα σύντομα σχόλια:

 Απόγνωση

 «Έχουν κλέψει απ’ τους ανθρώπους τη χαρά»: Έτσι συνόψισε το βίωμα της κρίσης στο χωριό του (όχι από τα πιο φτωχά και παραμελημένα) ένας νέος άνθρωπος στη βαθιά Πελοπόννησο. Επικαλούμενος ένα παράξενο, για τα ήθη και τις συνήθειες της περιοχής, πρόσφατο φαινόμενο : Το ότι οι άνθρωποι, ακόμη και όσοι θα μπορούσαν να ξοδέψουν τα ανάλογα, δεν έχουν πια όρεξη να διασκεδάσουν – έτσι που, ακόμη κι αν βρεθούν σε χώρο διασκέδασης, κινούνται με το ζόρι, δεν το χαίρονται. (Ο πληροφοριοδότης μας είχε καλές πηγές : Ένας πολύ κοντινός συγγενής του εργάζεται σαν τραγουδιστής, χρόνια τώρα – κι έτσι διαθέτει και πλούσια εμπειρία και οξυμένο κριτήριο ως προς αυτά που περιγράφει.) Αν λοιπόν οι άνθρωποι δειλιάζουν μπροστά στη χαρά, δεν ξέρουν τι να την κάνουν και δεν μπορούν να την καλοδεχτούν, ο καθένας μπορεί να φανταστεί τι συμβαίνει όταν βρίσκονται μπροστά στη δυσκολία, το ζόρι, τον πόνο, την απώλεια, την απειλή (ιδίως την ακαθόριστη) … Αισθάνονται, ακριβώς, απόγνωση.

Η απόγνωση είναι μια ψυχική αίσθηση ένα βήμα πιο πέρα από την απελπισία (την έλλειψη ελπίδας). Απελπισία σημαίνει ότι δεν έχεις καμιά ελπίδα μέσα σου, αλλά ψυχικά είσαι σε θέση να επιχειρήσεις είτε να διαφύγεις, είτε να παλέψεις: Η έξοδος του Μεσολογγίου ή οι άνθρωποι που πηδούσαν από τους φλεγόμενους Δίδυμους Πύργους δείχνουν έλλειψη ελπίδας ως προς την κατάσταση, η οποία όμως συνοδεύεται από μία «απελπισμένη» μεν, αλλά επιλεγόμενη απόπειρα διαφυγής. Αντίστοιχα, οι Ιάπωνες Καμικάζι ή κάποιοι «βομβιστές αυτοκτονίας» δείχνουν ότι η απελπισία δεν οδηγεί απαραίτητα σε απραξία, αλλά επιτρέπει στον απελπισμένο ακόμη και να πολεμήσει −με τα όπλα του απελπισμένου. Μάλιστα, η απελπισία μπορεί να εξοπλίσει τον απελπισμένο με τόση αποφασιστικότητα, ορμή, δύναμη και τόλμη, αφού δεν έχει να χάσει πια τίποτε, που η πάλη του να έχει απροσδόκητα δυσάρεστα αποτελέσματα για τον αντίπαλό του. Γι’ αυτό και η αρχαιότατη σοφία του Σουν-τσου υποδεικνύει: «Όταν περικυκλώνεις έναν στρατό, άφηνε πάντα μια διέξοδο. [Αυτό δεν σημαίνει ότι ο εχθρός θ’ αφεθεί να διαφύγει. Ο σκοπός είναι να τον κάνουμε να πιστέψει ότι υπάρχει κάποια οδός σωτηρίας, ώστε να μην πολεμήσει με το θάρρος που δίνει η απελπισία.] Δεν πρέπει να πιέζεις πολύ έναν απελπισμένο εχθρό»[1]. Και συναντά την περίφημη ρήση του Joseph de Maistre, που λέει «Είναι αιώνιος κανόνας και της ηθικής και της πολιτικής, ότι δεν πρέπει ποτέ να εξωθείς τον εχθρό σου ως την απελπισία».

Η απελπισία, λοιπόν, αφήνει χώρο στον απελπισμένο για να αντιδράσει στην κατάσταση που ζει, είτε με φυγή είτε με πάλη –με το γνωστό δίπτυχο απάντησης στο στρες «fight or flight». Η απόγνωση, όμως, δεν αφήνει τέτοια περιθώρια. Είναι η αίσθηση του «αγνοώ τι να κάνω», συχνότερα αντιληπτή ως βεβαιότητα του είδους «δεν γίνεται τίποτα / τίποτα δεν μπορεί να γίνει» −όσο κι αν σπας το μυαλό σου, ενδεχομένως, ψάχνοντας: Η τελευταία σκηνή της ταινίας «Συνταγματάρχης Ρέντλ», όπου κάποιοι έχουν εγκλωβίσει ψυχολογικά τον ομώνυμο ήρωα, του δίνουν ένα πιστόλι και περιμένουν απλά απ’ αυτόν να οδηγηθεί στην αυτοκτονία, εικονογραφεί άριστα τη λογική και τους μηχανισμούς της απόγνωσης. Στον κινηματογράφο, σκηνές τέτοιου είδους αφθονούν: Για παράδειγμα, στο φίλμ «Ο τελευταίος σαμουράι», οι άνθρωποι του κακού υπουργού δίνουν στον έγκλειστο αρχηγό των σαμουράι ένα εγχειρίδιο λέγοντάς του «Βγάλε μας απ’ τον κόπο»… Και, κατά τρόπο αναμενόμενο, όσα λέει το σινεμά με εικόνες, το αποδίδουν ιδεωδώς με λέξεις οι ποιητές. Έτσι, ο Διονύσιος Σολωμός μεταφράζει Μεταστάζιο[2], ως εξής:

 

Vo solcando un mar crudele

Σε σκληρότατη θάλασσα τρέχω,
Και πανάκι και ξάρτι δεν έχω,
Και το πέλαο μουγκρίζει φριχτά.

Η γλαυκότη του αιθέρος μαυρίζει,
Η φωνή των ανέμων σφουρίζει,
Λείπει η τέχνη και δεν με βοηθά.

Με τον άθλιον η Τύχη με παίρνει,
Κι όθε θέλει η προδότρα με σέρνει,
Καθώς φεύγει, και δε με κοιτά.

Η αθωότη μ’ απόμεινε μόνη,
Την αισθάνομαι μέσα στα στήθια,
Αλλ’ αντί να μου φέρει βοήθεια,
Με συντρίβει, με πνίγει σκληρά.

 
                  Σ’ αυτό το ολιγόστιχο ποίημα, σ’ αυτές τις τόσο λίγες λέξεις, η ποίηση αποδίδει άψογα όχι μόνο την αίσθηση της απόγνωσης, αλλά και το νόημά της, καθώς και τον ειδοποιό μηχανισμό της. Στην αρχή (οι 5 πρώτοι στίχοι) αποτυπώνεται, στον μεταφορικό κόσμο της ποίησης, η κατάσταση της δοκιμασίας, που ωθεί την ψυχή στα όριά της. Εκεί που η καταπόνηση περνά το φράγμα της πιθανής αντίδρασης με φυγή ή πάλη και η ψυχή εγκλωβίζεται στον πέτρινο κόσμο της απόγνωσης, είναι στον στίχο 6 «Λείπει η τέχνη και δεν με βοηθά». Δηλαδή, στο σημείο όπου το υποκείμενο αισθάνεται ότι δεν διαθέτει τρόπο ούτε να ξεφύγει ούτε ν’ αντιπαλέψει την αντιξοότητα. Κι έτσι βυθίζεται στην ανημπόρια, την αβοηθησία, την παραίτηση, την παθητικότητα –κι αφήνεται στο έλεος της τύχης και των περιστάσεων (στίχοι 7-9). Με την αίσθηση ότι ακόμη και η όποια καλή του πλευρά όχι μόνο είναι ανήμπορη να υποστηρίξει την ύπαρξή του, αλλά και το συνθλίβει εκ των έσω: Τετέλεσται.

                Αυτό ακριβώς είναι η απόγνωση: Δεν βλέπω, δεν γνωρίζω τι να κάνω. Αφήνομαι, παγώνω, παραδίνομαι. Τίποτα δεν εξαρτάται πια από μένα. Έχω πετρώσει, δεν μπορώ να κινηθώ. Η ψυχή μου ακόμη αντιλαμβάνεται, υποφέρει –αλλά έχει μουδιάσει. Και μουδιασμένη αφήνεται έρμαιο, όπου την πάει ο καιρός. Χωρίς να μπορεί να παραστήσει την κατάσταση και τη δική της θέση μέσα της επαρκώς[3], ώστε να κάνει επιλογές και να χαράξει πορεία –ακόμη και εσφαλμένη.

* Από το βιβλίο “Μιλώ για την κρίση με το παιδί – Εμπιστευτική επιστολή σε μεγάλους που σκέπτονται“, σελίδες 66-70.

 



[1] « Η Τέχνη του Πολέμου», εκδόσεις Οδυσσέας-Φόρμιγξ, Αθήνα 2000, σελ. 47-8.

[2] Άρια του Αρβάκη από την όπερα του Λεονάρντο Βίντσι (1690-1730) «Αρταξέρξης», βασισμένη σε λιμπρέτο του πολυτάλαντου Metastasio – κατά κόσμον Pietro Antonio Domenico Trapassi (1698 -1782).

 [3] Η γλώσσα της λακανικής ψυχανάλυσης αποδίδει εδώ άριστα τη διάκριση μεταξύ απελπισίας και απόγνωσης: Στην απελπισία, σε πλήττει το Φαντασιακό –δηλαδή, οι δυσάρεστες, αρνητικές εικασίες και κατασκευές της φαντασίας ως προς το μέλλον. Στην απόγνωση, σε πνίγει το Πραγματικό –δηλαδή, το άφατο και ανείκαστο που σε αφορά ζωτικά ως υποκείμενο, ως απροσδιόριστη απειλή. Γι’ αυτό, η απελπισία παράγει σενάρια, βρασμό ψυχής και πράξη, έστω και απελπισμένα. Ενώ η απόγνωση παράγει κενό του νου, μούδιασμα της ψυχής και ακινησία. Η απελπισία είναι μήτρα κάποιων κάτι∙ η απόγνωση είναι μήτρα του τίποτα.