Τύχη αγαθή, βρέθηκα να ’χω μια καλή σχέση και με την ψυχανάλυση και με την ιστορία.

Όντας ο ίδιος μια περίπτωση, ένα σύμπτωμα ίσως, ζεύξης αυτών των δύο κλάδων, και μην έχοντας, στην Ελλάδα που ζω, κάποιον θεσμοποιημένο τόπο συνάντησης αυτών των δύο θεωρήσεων, παρουσιάζω εδώ κάποιες προσωπικές μου σκέψεις γύρω από δεδομένα και ζητούμενα.
Το πεδίο

Σ’ ένα ορισμένο επίπεδο αφαίρεσης, και σε ό,τι αφορά τον εννοιολογικό τους εξοπλισμό, Ψυχανάλυση και Ιστορία εγγράφονται σ’ ένα κοινό επιστημολογικό πεδίο. Πεδίο του οποίου οι θεμελιώδεις ορίζουσες είναι το ίχνος, ο λόγος και η πράξη, εν τω γίγνεσθαι και κατά το γίγνεσθαι. Κάνοντας προβληματικό το οικείο και οικείο το λησμονημένο, εφευρίσκοντας λόγια ανείπωτα και ανασημαίνοντας τα ειπωμένα, έχουν και οι δύο σαν πυρήνα τους μια λειτουργία απορητική και ποιητική.

Στο κοινό πεδίο όπου εγγράφονται συγκροτείται και η διαφορά τους. Αυτή έγκειται στον ειδοποιό τρόπο συνάρθρωσης των θεμελιωδών στοιχείων που προαναφέραμε.

Για την ιστορία, το ίχνος (λεκτικό ή μη) συνιστά την μαρτυρία περί της παρουσίας. Αυτή υπόκειται σε μια εξηγητική ανάγνωση με βάση τη δεδομένη σημειωτική της ιστορικής μεθοδολογίας. Αυτή η ανάγνωση αποβλέπει στην αποδέσμευση των μηχανισμών και της λογικής που διέπουν τα συντελεσθέντα. Το ίχνος είναι οργανωτής του λόγου που αναφέρεται στην πράξη ως παρουσία.

Για την ψυχανάλυση, στο εννοιολογικό της μέρος, ο λόγος συνιστά το σώμα όπου εγγράφεται, κυρίως, το ίχνος της απουσίας. Ο λόγος είναι οργανωτής της ενεργοποίησης του ίχνους που εγγράφεται στην (συμβολική) πράξη ως μαρτυρία περί μιας λανθάνουσας σημειωτικής.

Η θεμελιώδης διαφορά των δύο έγκειται συνεπώς στο ότι η Ιστορία αναδεικνύει κυρίως την αναφορική, ενώ η Ψυχανάλυση την σημαίνουσα διάσταση του λόγου. Προφανώς, αυτή η διαφορά είναι και ειδοποιός για κάθε κλάδο, αλλά και τεκμήριο για το ότι οι δύο θεωρήσεις είναι συμβατές, στο μέτρο που ορθά νοείται η ιδιαιτερότητά τους.

Μορφές του παρόντος

Η ψυχανάλυση ως αντικείμενο ιστορικής διερεύνησης έχει να παρουσιάσει, σ’ άλλες δυτικές χώρες, μια αρκετά εκτεταμένη βιβλιογραφία. Οι βιογραφίες του Φρόυντ από τον E. Jones και τον O. Mannoni, «Η ανακάλυψη του Ασυνείδητου» του H. Ellenberger, «Η αυτο-ανάλυση του Φρόυντ» του D. Anzieu, η δίτομη «Ιστορία της Ψυχανάλυσης στη Γαλλία» της E. Rodinesco αποτελούν κλασσικές αναφορές στο είδος.

Στην Ελλάδα, τώρα, μόνο ψήγματα. Ο Θ. Τζαβάρας, που έχει εντρυφήσει στο ζήτημα, συνοψίζει τα συμπεράσματά του στον ακόλουθο αφορισμό: «Η ψυχανάλυση στην Ελλάδα έχει παρελθόν, αλλά δεν έχει ιστορία».

Ο ίδιος ερευνητής, επιχειρώντας μια διερεύνηση των όρων, που θα έκαναν εφικτή μια πρόσφορη ιστορική θεώρηση της ψυχανάλυσης, ανακινεί, στα πλαίσια ενός Συμποσίου για τη Διεπιστημονικότητα, που έγινε το 1987 στην Αθήνα, ένα καίριο ζήτημα. Το αποκαλεί: «Ένα παράξενο διεπιστημονικό πρόβλημα της ψυχανάλυσης: Η ιστορία της». Τόσο το επιχείρημα του Θ. Τζαβάρα, όσο και η συζήτηση που ακολουθεί, παραπέμπουν στις Συμπληγάδες της «αγιογραφίας», δηλαδή του ναρκισσογόνου απολογητισμού, από τη μια, και του αναγωγισμού, δηλαδή της «ιστορίας χωρίς ασυνείδητο», από την άλλη. Παρεμβαίνοντας στη συζήτηση, ο υποφαινόμενος συνδέει αυτό το επιστημολογικό παράδοξο, το ότι δηλαδή η ψυχανάλυση, ως εννοιολογικό σώμα, είναι απαραίτητη για την κατανόηση της ίδιας της ιστορίας της, με το γενικότερο πρόβλημα της αυτο-αναφοράς, δηλαδή της χρησιμοποίησης ενός επιστημονικού κλάδου (και, ευρύτερα, ενός λόγου) για την κατανόηση του ίδιου του εαυτού του. Το πρόβλημα είναι, κυριολεκτώντας, τεράστιο. Μ’ αφετηρία το παράδοξο του Επιμενίδη , και με το δεύτερο θεώρημα του Gödel σαν γενίκευση του παραδόξου σε κάθε σύστημα λόγου που αναφέρεται και στον εαυτό του, το θέμα της αυτο-αναφοράς βρίσκει ίσως την ριζικότερη έκφρασή του στο πεδίο της ιστορίας της ψυχανάλυσης. Όχι μόνο γιατί η κατασκευή του γνωστικού αντικειμένου ενός παρόμοιου ιστορικού διαβήματος προϋποθέτει την προσφυγή στην ψυχαναλυτική εννοιολογία. Αλλά και γιατί, ειδικότερα και ριζικότερα, αυτή η εκδοχή της αυτο-αναφοράς, επικεντρώνεται στην θεμελιώδη ψυχαναλυτική προβληματική, δηλαδή στην διάκριση ανάμεσα στο υποκείμενο της εκφοράς (énonciation) και στο υποκείμενο του εκφερόμενου (énoncé).

Η ιστορία ως αντικείμενο ψυχαναλυτικής θεώρησης φάνηκε προς στιγμήν ευκολότερο εγχείρημα. Οι λόγοι αυτής της αυταπάτης είναι βεβαίως ποικίλοι, αλλά στη βάση τους βρίσκονται τα δύο ασθενή σημεία της παραδοσιακής ιστορικής προβληματικής: ο περιορισμός της στη συμβαντική διάσταση του ιστορικού γίγνεσθαι, από τη μια, και η υπεραναπλήρωση αυτού του περιορισμού μέσω κλειστών κατασκευών-συστημάτων «φιλοσοφίας της ιστορίας», από την άλλη.

Στα πλαίσια μιας τέτοιας οπτικής, οι ψυχαναλυτικές έννοιες λειτούργησαν καταλυτικά, προσάγοντας στην παραδοσιακή ιστορική εξήγηση ένα πλεόνασμα νοήματος και νέες δυνατότητες ερμηνείας, ιδίως σε σχέση με τα «μεγάλα πρόσωπα» που, υποτίθεται, δημιουργούσαν την ιστορία. Παράλληλα, η συχνά αβασάνιστη μεταφορική χρήση ψυχαναλυτικών όρων και εννοιών κάλυπτε και το πεδίο της «φιλοσοφίας της ιστορίας». Αυτονόητα, όμως, αυτή η συμπληρωματική «αρμονία» ενίσχυε τους περιορισμούς της παραδοσιακής ιστοριογραφίας, ενώ ταυτόχρονα άφηνε άθικτη την αίσθηση αυτάρκειας της ψυχαναλυτικής ερμηνείας τέτοιου είδους.

Σημειώνεται εδώ ότι αυτή η πρώτη σχέση ψυχανάλυσης και ιστορίας δεν ήταν μοιραία, τουλάχιστον από την πλευρά της ψυχανάλυσης. Έτσι, δίπλα σε μαρτυρίες που κατατείνουν στην τεκμηρίωση μιας ισχυρής κλίσης της πρώιμης ψυχαναλυτικής σκέψης προς αυτή την κατεύθυνση, μπορούμε να συναντήσουμε και θέσεις που τείνουν προς πιο ισόρροπες θεωρήσεις. Π.χ., ο Φρόυντ, στην Επιστήμη των Ονείρων, γράφει: «Ο Άμλετ του Σαίξπηρ έχει τις ίδιες ρίζες με τον Οιδίποδα Τύραννο. Αλλά η ολότελα διαφορετική επεξεργασία ενός όμοιου υλικού δείχνει πόσες διαφορές υπάρχουν στη διανοητική ζωή των δύο αυτών εποχών και πόση πρόοδο έχει επιτελέσει η απώθηση στη συναισθηματική ζωή της ανθρωπότητας». Πρόκειται, σαφώς, για μια αίσθηση της ιστορικότητας, η οποία θα μπορούσε να λειτουργεί πολύ πιο γόνιμα σε συνάρτηση με τις πιο σύγχρονες αντιλήψεις της ιστορικής επιστήμης.

Η μαρξιστική επαναθεμελίωση της επιστήμης της ιστορίας και, στη συνέχεια, η σύγχρονη ιστορική σκέψη, όπως αυτή εγκαινιάζεται από την σχολή των Annales, επιφέρουν πλήρη μεταλλαγή στο παράδειγμα της ιστορικής επιστήμης. Τα δομικά δεδομένα αντί της προσωποπαγούς φαντασμαγορίας, η μακρόχρονη τάση αντί της μεγαλόπρεπης χειρονομίας, η διαφοροποίησης του ιστορικού χρόνου και η διαλεκτική ανάμεσα στις ιστορικές διάρκειες, καθώς και η συνακόλουθη ιλιγγιώδης διεύρυνση της ιστορικής θεματολογίας και πολυσχιδής ανάπτυξη της ιστορικής μεθοδολογίας προκαλούν και μεταβολές στις σχέσεις, έμπρακτες ή δυνητικές, της ιστορίας με την ψυχανάλυση.

Αφήνοντας εδώ στην άκρη τις πιο άτυχες, τις πιο τετριμμένες ή τις πιο περιγεγραμμένες περιπτώσεις αυτών των νέων σχέσεων, θα μνημονεύσω ενδεικτικά τις ακόλουθες διδακτικές απόπειρες:

— Ο L. Althusser εισάγει στην ιστορική θεώρηση τις τυπικά φροϋδικές έννοιες της μετάθεσης, της συμπύκνωσης και του επικαθορισμού: από την ονειρική στην ιστορική διαδικασία.

— Η «σχολή» της Ψυχοϊστορίας (L de Mause κ.ά.) επιχειρεί τη διατύπωση μιας γενικής θεωρίας για την ιστορική εξέλιξη θεμελιωμένη σε αυστηρά ψυχαναλυτικές έννοιες. Αυτή η απόπειρα ανοίγει μια νέα θεματική πτυχή στην ιστορική επιστήμη και προωθεί γόνιμα ερωτήματα και, εν μέρει, αποτελέσματα. Όμως παράλληλα εικονογραφεί και το κυριότερο δυνητικό ολίσθημα μιας «εφαρμογής» της ψυχανάλυσης, ως ερμηνευτικού σχήματος καθολικής ισχύος, στην ιστορική διαδικασία. Πράγματι, η σύγχυση αιτιακών καθορισμών και μηχανισμών, η ομογενοποίηση του ιστορικού χρόνου, που νοείται ως επαναληπτική αλληλουχία από βραχείες διάρκειες, και η συμπίεση των πολλών κι ετερογενών επιπέδων του ιστορικού γίγνεσθαι σε μια νοηματοδοτούσα ψυχοδυναμική διαδικασία, η οποία αναπτυσσόμενη συμπαρασύρει και τα λοιπά επίπεδα, που είναι πλέον επιφαινόμενα — αυτά τα στοιχεία, χαρακτηριστικά της Ψυχοϊστορίας, οδηγούν σε τυπικά αναγωγιστικές, ως προς τη λογική τους, και τελικά ανιστόρητες θεωρήσεις.

Πρόσφατα, πάλι, υποδείχτηκε η δυνατότητα σύζευξης ιστορίας και ψυχανάλυσης στον τομέα της προφορικής ιστορίας. Το ενδιαφέρον και οι δυνατότητες μιας τέτοιας συνέργειας φαίνονται προφανή. Υπό τον όρο βέβαια της αποφυγής της εργαλειακής μεταχείρισης της μιας ή της άλλης μεθόδου ανάγνωσης της μαρτυρίας η οποία μαρτυρία, άλλωστε, δεν δηλώνει τίποτε αν δεν εγγραφεί σαφώς σ’ ένα αυστηρά καθορισμένο εννοιολογικό πεδίο.

Συγκεφαλαιώνοντας, οι σχέσεις ψυχανάλυσης και ιστορίας μπορούν να πάρουν μορφές σαν τις ακόλουθες:

Α – Η μια αποτελεί για την άλλη αντικείμενο σπουδής και/ή ερμηνείας.
Β – Η μια «δανείζει» στην άλλη έννοιες ή μεθόδους εργασίας ή τρόπους σκέψης.
Γ – Η μια συνεργάζεται με την άλλη για την από κοινού διερεύνηση διαφορετικών πτυχών ενός φαινομένου.
Δ – Η μια διαλέγεται με την άλλη για την κατασκευή νέων εννοιολογικών ή μεθοδολογικών εργαλείων.