Ομιλία του Θ. Χατζόπουλου στον ΙΑΝΟ κατά την παρουσίαση του «Όπως ακούστηκαν…»

  • Post category:Κριτικές
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπ.

Ο Λακάν γράφει κάπου ότι ο ψυχαναλυτής είναι ένας σκουπιδοτενενές για τον αναλυόμενο. Αυτό, παρά την προκλητική και υπερβολική του διατύπωση, είναι εν πολλοίς αληθές.

 

Οι αναλυόμενοι μάλιστα το επιβεβαιώνουν συχνά λέγοντας ότι “ξεφορτώνουν” και μερικές φορές μάλιστα αισθάνονται ένοχοι γι’ αυτό, όσο και αν ο ψυχαναλυτής τους διαβεβαιώνει ότι ο ίδιος έχει επιλέξει τη θέση στην οποία βρίσκεται. Το βιβλίο του Νίκου Σιδέρη επιβεβαιώνει με έναν ανάγλυφο και αρνητικό τρόπο αυτή τη θέση, καθώς συγκεντρώνει ένα μέρος από τον πλούτο που ο αναλυτής σαν καλός ρακοσυλλέκτης μπορεί να ξεδιαλέξει από την πληθώρα του κλινικού υλικού έτσι όπως αυτή εκτίθεται στην ακοή του και δι’ αυτής στον ψυχισμό του. Και βεβαίως στην περίπτωση αυτή τα σκουπίδια κρύβουν θησαυρούς. Αυτό σημαίνει ότι ο τίτλος αυτού του βιβλίου είναι εν μέρει παραπλανητικός γιατί ενώ δεν αμφιβάλλουμε καθόλου για την ακρίβεια της εγγραφής των όσων λέχθηκαν, αυτά που ακούστηκαν έχουν περάσει μέσα από τον ίδιο τον αναλυτή, γεγονός το οποίο ενώ δεν αποκλείει διόλου κι ένας άλλος αναλυτής να άκουγε τα ίδια, μας υποχρεώνει ταυτόχρονα να σκεφτούμε ότι μπορεί να άκουγε και άλλα, ή να άκουγε αυτά τα ίδια με διαφορετικό τρόπο. Κι αν το επισημαίνω αυτό είναι για να δείξω αφενός την πολυπλοκότητα κι αφετέρου τον ανεκτίμητο πλούτο της ψυχαναλυτικής εμπειρίας, μιας εμπειρίας η οποία βρίσκει χώρο ανάμεσα σε δύο, αλλά στην ουσία περιλαμβάνει πολλούς ακόμα, τους οποίους δεν είναι τώρα η στιγμή για να τους ονομάσω. Ωστόσο ο αριθμός και μόνο των συμβαλλομένων δηλώνει την ποικιλία, τις εκδοχές και τους συνδυασμούς που αυτή η τόσο καλά πλαισιωμένη εμπειρία που ονομάζεται ψυχανάλυση μπορεί να έχει, υπαινισσόμενος ταυτόχρονα πόσα πολλά κρίνονται και συνεχώς διακυβεύονται σε αυτή τη συνάντηση ψυχαναλυτή ψυχαναλυόμενου.

Έτσι στο βιβλίο του ο Νίκος Σιδέρης εκθέτει κάποιους από τους θησαυρούς που περισυνέλεξε από τη θέση του ψυχαναλυτή. Αυτοί οι θησαυροί, που εκτίθενται με τον προσήκοντα σεβασμό, είναι η κορυφή του παγόβουνου, αλλά ενός παγόβουνου αναποδογυρισμένου – αν μπορούσε να υπάρξει αυτό από φυσική άποψη. Σαν να έχουν αντιστραφεί οι όροι σε αυτό το βιβλίο, και ό,τι συνήθως κρύβεται ανάμεσα σε πολλά, βαθιά παραχωμένο σε αυτά, εμφανίζεται εδώ σχεδόν απογυμνωμένο. Να τι δίνει στο εγχείρημα ένα ρίσκο για το πως μπορεί να ακουστεί συνολικά, δηλαδή σε μια συνεχή ροή αποσπασμάτων, αυτό που αναδύεται αιφνίδια σε μια μεγάλη ασυνέχεια, καθώς είναι ή έκφραση του ασυνείδητου, για το οποίο πάλι ο Λακάν (στις Τέσσερις θεμελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης) μας έχει πει και το ασπαζόμαστε αφού το συναντάμε σε ισχύ στην κλινική πράξη ότι το ασυνείδητο λειτουργεί παλμικά, μέσα στην ασυνέχεια, σαν κάτι που ανοίγει και κλείνει χωρίς να εκτίθεται και να προσφέρεται σε μια συνεχή ακρόαση. Χρειάζεται λοιπόν να είναι κανείς σε εγρήγορση για να το συλλάβει τη στιγμή της εμφάνισής του. Αυτή την εγρήγορση σαφώς την αναγνωρίζουμε στα όσα με υπομονή και επιμονή έχει συλλέξει και μας προσφέρει στο βιβλίο αυτό ο Νίκος Σιδέρης.

Αναρωτιέμαι μόνο πως θα διαβαστεί σε συνεχή ροή αυτό που από τη φύση του παίζει κρυφτό, φανερώνεται χάνεται, μισοκρύβεται, καλύπτεται και αποκαλύπτεται, και πως θα το εισπράξει ο αμύητος αλλά καλοπροάιρετος αναγνώστης ο οποίος θα θελήσει αίφνης να αποκτήσει μια ιδέα για το τι συμβαίνει σε μια ανάλυση από το βιβλίο αυτό. Διότι ακριβώς το βιβλίο αυτό αποτελείται από προνομιακές στιγμές αναλύσεων όπου το ασυνείδητο με την ευφυία του καθενός που είναι και η ευφυία του ίδιου του ασυνείδητου ξεφυτρώνει, χωρίς όμως να φαίνεται καθόλου ούτε το πλήθος των εμποδίων που έχουν αρθεί ώστε να φτάσουμε σε αυτές, ούτε η παράλληλη προσπάθεια αναλυομένου και αναλυτή σε αυτή τη διαδρομή. Αναρωτιέμαι δηλαδή για τα κενά ανάμεσα στα αποσπάσματα, ή για το απόν σώμα των λόγων των υποκειμένων από το οποίο έχουν αποσπαστεί και μας συστήνονται εδώ, και γι’ αυτή την κάπως “μαγική εικόνα” που μπορεί να σχηματίσει κανείς μέσω της μορφής αυτού του βιβλίου, που δεν είναι απλώς εικόνα, θέλω να πω δεν ανταποκρίνεται στο σύνολό του σε μια πραγματικότητα αλλά σε πολλές. Με αυτή την έννοια το βιβλίο είναι μερικές φορές καταιγιστικό ακόμα κι όταν το διαβάζει κάποιος που έχει μια μακρά θητεία της εμπειρίας αυτής και από τις δύο θέσεις, δηλαδή τόσο του αναλυτή όσο και του αναλυόμενου. Το επισημαίνω αυτό ως ένα αυτονόητο που οι περισσότεροι αναλυόμενοι λησμονούν. Ότι δηλαδή ο αναλυτής τους υπήρξε για πολλά χρόνια ή καμιά φορά εξακολουθεί να είναι αναλυόμενος. Το λέω επίσης γιατί στην πλουραλιστική εποχή μας μερικοί αυτονόητοι κανόνες αυτής της εργασίας, όπως η ανάλυση του αναλυτή, τείνουν ή να μην αναφέρονται ή να απωθούνται. Το λέω επίσης γιατί το ίδιο το βιβλίο αυτό με τη δύναμη των «αποσπασμάτων ψυχαναλυτικού λόγου» που μας μεταφέρει επιτελεί ένα σαρωτικό έργο κατά των αυτονόητων.