Ομιλία του Αντώνη Σμυρναίου για το «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο…»

  • Post category:Κριτικές
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπ.
Καιρός παντί πράγματι! Η απόπειρα του Νίκου του Σιδέρη να συμπυκνώσει τη μακροχρόνια επαγγελματική του εμπειρία και το άνθος των χμελετών του, κατεργασμένα πάντοτε από τον προσωπικό του στοχασμό, πάνω στην, για πολλούς λόγους, ταλαντευόμενη σήμερα σχέση γονιών και παιδιών, νομίζω ότι αποτελεί ένα γεγονός που υπερβαίνει την ολοφάνερη εκδοτική του επιτυχία μέσα σε επτά μόλις μήνες.
Αποδεικνύοντας ότι τα ουσιώδη της ζωής μπορούν να εκφέρονται χωρίς πελαγοδρομήσεις, με ένα σαφή και ευσταθή τρόπο, αποδεικνύοντας ότι η πυκνότητα μπορεί και να είναι ανάλαφρη, κατόρθωσε μέσα σε ένα βιβλίο 136 μόλις σελίδων, μικρού μάλιστα σχήματος, να αποτυπώσει, ως φαίνεται, μια ανάγκη αυτής της υπό διαρκή μετασχηματισμό νεοελληνικής κοινωνίας. Ίσως αυτό εκληφθεί υπερβολικά επαινετικό, αλλά επιτρέψτε μου να προσβλέπω στο μέλλον για την επιβεβαίωση του ισχυρισμού μου, αν βεβαίως η εκδοτική αυτή έκρηξη συνοδευτεί από φιλαναγνωσία και η φιλαναγνωσία από δραστική επιθυμία στοχασμού και εφαρμογής των ρεαλιστικών προταγμάτων του βιβλίου, πράγματα που δεν είναι οπωσδήποτε αυτονόητα.
Θα προσπαθήσω με τη σειρά μου, στο σύντομο χρόνο που μου δόθηκε, να ανιχνεύσω μερικά μόνο από τα σημεία αναφοράς αυτής της εμπιστευτικής επιστολής του συγγραφέα προς γονείς που σκέφτονται, προς γονείς δηλαδή που καλούνται να σκεφτούν.
Κατ’ αρχήν, είναι χαρακτηριστικό το ύφος αυτής της επιστολής. Αν ισχύει το ρητό του Μπυφφόν, ότι το ύφος είναι ο άνθρωπος, η σύντομη γνωριμία μου με το άνθρωπο Νίκο Σιδέρη θεωρώ ότι μου το πιστοποίησε, γιατί το κείμενο αυτό εκφέρεται με ενάργεια και χωρίς ναρκισσισμό, χωρίς να θέλει να εντυπωσιάσει, σε μια εκδοτική μάλιστα αγορά που συναντά κανείς όλο και περισσότερο περίτεχνους οδηγούς επιβίωσης ή εγχειρίδια αυτοβοήθειας, ιθαγενή και αλλοδαπά. Δεν απευθύνεται στους γονείς στο δεύτερο πρόσωπο, όπως μια κυρίαρχη επικοινωνιακή τεχνική θα απαιτούσε, για να ελκύσει καταναγκαστικά την προσοχή τους. Η μόνη παραχώρηση που κάνει προς την κατεύθυνση αυτή είναι ο παράδοξος για τον κοινό νου τίτλος του βιβλίου. Και βεβαίως αυτός ο τίτλος είναι απλώς η κραυγή, όχι αγανάκτησης, αλλά, θα έλεγα, παραπόνου ενός ειδικού και ενός ανθρώπου για την απώλεια, ή την απειλή της απώλειας, μιας παραδοσιακά στοιχειώδους και προφανούς ανθρώπινης ιδιότητας: της γονεϊκής λειτουργίας. Είναι αυτή ακριβώς η λειτουργία η οποία καλείται να απαντήσει καταφατικά και πάντοτε χωρίς όρους στο θεμελιώδες και αγωνιώδες ερώτημα του κάθε παιδιού: «Άραγε ο κόσμος με θέλει; Θέλει να υπάρχω;». Ένα ερώτημα που είναι βέβαια και ιδιαζόντως τραγικό, με την έννοια ότι οι ποικίλες σκηνοθεσίες με τις οποίες επιχειρούμε, ηθελημένα ή αθέλητα, να αποκριθούμε σε αυτό, παρόλο ότι λαβαίνουν χώρα μέσα στον ασφυκτικό ή προστατευτικό μικρόκοσμο της οικογένειας, έχουν πάντοτε ένα αναπόφευκτα οικουμενικό και διαχρονικό χαρακτήρα.
Είναι όμως χαρακτηριστικό και παράξενο ότι ο Νίκος ο Σιδέρης δεν επιθυμεί να εκδραματίσει τέτοιες τραγικές προοπτικές, αλλά, αντίθετα, παίζει! Όχι με τις λέξεις αλλά με την επιθυμία τους να υπερβαίνουν συνεχώς τον εαυτό τους. Νομίζω ότι έχει κάτι το αδιόρατα παιγνιώδες αυτή συγγραφική του προσπάθεια. Ίσως να ευθύνεται γι’ αυτό η βαθιά λογοτεχνική του προπαρασκευή, ίσως η λεπτή ειρωνεία που η ψυχανάλυση κληροδοτεί, σύμφωνα με τον Lacan, στους θεράποντές της, ίσως γιατί γράφει για παιδιά και για γονείς που φέρονται σαν παιδιά, που διανύουν μια διαρκή εφηβεία. Εξάλλου, «παιδός η βασιλίη»… Πάντως, είναι εμφανές ότι δεν συγκατατίθεται να είναι «σοβαρός» απέναντι σε μια τόσο σοβαρή λειτουργία. Δεν θέλει να δραματοποιήσει τις στρεβλώσεις της και τις θεραπείες τους. Αποπειράται μάλιστα να αποσύρει από το προσκήνιο του στοχασμού την ιδέα ότι η γονεϊκή λειτουργία είναι άθλημα ή πρωτάθλημα, όπως συχνά λέγεται, μέσα σε μια κοινωνία που συχνά και ύπουλα την υπονομεύει, σε μια κοινωνία που έτσι κι αλλιώς έχει αναγάγει όλες τις σχέσεις της σε επιδοσιακές και πρωταθλητικές.
Με τον τρόπο αυτό ο Νίκος ο Σιδέρης αποφεύγει να μας δώσει δικαιώματα στον καθησυχασμό, στην απόγνωση ή στη φυγή. Προσπαθεί δηλαδή να μας προλάβει από το να εξοκείλουμε σε μια κυρίαρχη σήμερα κατάσταση, την κατάσταση της ναρκισσιστικής θυματοποίησης. Γιατί, σε μια εποχή κραταιής εξειδίκευσης παρασυρόμαστε πολύ συχνά στο να θεωρούμε τους εαυτούς μας θύματα μιας αθεμελίωτης συχνά άγνοιας ή καλύτερα μιας προγραμματικής «αν-ειδικευσίας», συγχωρέστε μου τον αδόκιμο όρο. Δεν είμαστε ειδικοί, δεν οφείλουμε μάλιστα να είμαστε ειδικοί, ας εκχωρήσουμε λοιπόν κάθε δικαίωμα λειτουργίας και ανθρώπινης συν-ύπαρξης στους αρμόδιους, στους επιτετραμμένους, στους μανδαρίνους της ταυτότητας, στους μηχανικούς της ψυχής. Θεωρούμε ότι είμαστε θύματα μιας αγνωσίας, αλλά δεν πρέπει κιόλας να ευθυνόμαστε γι’ αυτό, εφόσον βασική συνιστώσα της σύγχρονης ηδονιστικής κοινωνίας είναι η απόρριψη της εν γένει ενοχικότητας ως της κατ’ εξοχήν ανομίας. Έτσι, σπεύδουμε να πυκνώσουμε τις τάξεις των ειδικών, όλων αυτών που εκπροσωπούν, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία, τα λεγόμενα «επαγγέλματα υποβοήθησης», ελαφριά τη καρδία ότι αποθέτοντας σε αυτούς δικαιώματα, υποχρεώσεις, εμβάσματα, χρόνο και απόγνωση θα λάβουμε ως δώρο τη συνταγή της ευημερούς συνύπαρξης, μέσα στην αύρα αυτού του σύγχρονου, εκμαυλιστικού διώνυμου που προσφυώς ονομάζεται «ποιότητα ζωής».
Επιπλέον, ο Νίκος ο Σιδέρης, δεν υποκύπτει στον συγγραφικό πειρασμό να αναλωθεί στη γενεαλογία ή στις προοπτικές αυτής της γονεϊκής λειτουργίας. Την παραλαμβάνει, όπως ακριβώς τη συναντά στην επαγγελματική του πορεία, κάπου στη μέση δηλαδή της εκδίπλωσής της, προσπαθεί να αναγνωρίσει τις παραμορφώσεις της, να αναλύσει με ευσύνοπτο πάντοτε λόγο το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές αναδύονται, και να προσφέρει σκέψεις και οδηγίες που θα βοηθήσουν τους καταπονημένους από αυτήν: γονείς και παιδιά. Και είναι οπωσδήποτε χαρακτηριστικό: προσπαθεί επίμονα να αναστηλώσει ένα θεσμό, όχι να διαπραγματευτεί την παρουσία του, όπως συχνά συμβαίνει σήμερα.