Ο Ν. Σιδέρης για το βιβλίο «Τελετές ενηλικίωσης»

  • Post category:Κριτικές
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπ.

Γνώρισα τον Κώστα Ακρίβο πριν δύο χρόνια, πρώτα σαν άνθρωπο, μετά σαν έργο. Στην εικόνα που σχημάτισα γι’ αυτόν δεσπόζει μια ιδιότητα: Η διανοητική εντιμότητα. Αυτή που του επέτρεψε, όταν ευθέως ζήτησα την άδειά του να μιλήσω εδώ δημόσια για θέματα και πράγματα λεπτά, δύσκολα και τραυματικά, να μου πει ρητά ότι ήθελε να μιλήσω και να πω ό,τι βλέπω ως ψυχική πραγματικότητα, ανεξάρτητα από σκοπιμότητες τύπου «πανηγυρικός της ημέρας», με δεδομένη την ψυχαναλυτική ιδιότητά μου. Θεωρώ ότι αυτό τιμά βαθύτατα τον ίδιο και μένα, που με εμπιστεύτηκε σε θέματα με κάποιο προσωπικό ρίσκο.

Σαν λογοτέχνημα, οι «ΤΕν» έχουν δομή που τη χαρακτήρισα, πάλι δημόσια, πριν λίγους μήνες, «Προύστ υπό κλίμακα 1:51» (51 είναι η σημερινή ηλικία του Κώστα Ακρίβου – σημαδιακό;) Τι εννοούσα; Ότι ο συγγραφέας επιχειρεί να συγκροτήσει το αφηγηματικό αντικείμενό του μέσω διαδοχικών προσεγγίσεων από διαφορετικές οπτικές γωνίες: Αυτός είναι ακριβώς ο τρόπος του Προύστ καθώς επιχειρεί να επανεύρει τον χαμένο καιρό «από τη σκοπιά του Σουάν» και κάποιες άλλες…

Δεν θα επιμείνω άλλο απόψε σ’ αυτή τη θεώρηση, που σαν επιστημολογία, όπως το είπε κάποτε ο Πιαζέ, είναι φοβερή – ό,τι και αν σημαίνει η λέξη. Θα εστιάσω, με υποχρεωτική συντομία και σχηματικότητα, σε μία άλλη διεργασία: Στον τρόπο με τον οποίο, σύμφωνα με μια γενικότερη θεωρητική μου διατύπωση, το λογοτέχνημα προκύπτει ως αναδιατύπωση της φαντασίωσης του λογοτέχνη στη γλώσσα της πεζογραφίας (στη συγκεκριμένη περίπτωση, του διηγήματος).

Πριν ενάμισι χρόνο περίπου, όταν διάβασα το «Πανδαιμόνιο» του Ακρίβου –το συνιστώ θερμότατα σε όλους– αισθάνθηκα τη διάθεση και κάθισα κι έγραψα ένα κείμενο βιβλιοκριτικής, που δημοσιεύτηκε σε γνωστό περιοδικό βιβλιοπαρουσιάσεων (όπως λέγεται συνήθως). Στην κατακλείδα του κειμένου (επαινετικού, όπως φαντάζεσθε από τα προλεχθέντα), η διανοητική εντιμότητα με οδήγησε στην εξής παρατήρηση: «Θα ήθελα μόνο να θέσω ένα ερώτημα στον Ακρίβο: Γιατί στο τέλος ο αφηγητής φαίνεται σαν κάπως να διστάζει μπροστά στην τόλμη των επινοήσεων του συγγραφέα; Γιατί δεν τους επιτρέπει να εξαντλήσουν τις αφηγηματικές και δραματουργικές τους δυνατότητες; Πρόκειται για σκοπιμότητες και περιορισμούς της γραφής; Ή για κάποιο άγχος (…) μπροστά σε κάποια συνθήκη όπου συναντώνται ο λόγος, το βίωμα, το σώμα και το πνεύμα, ο κανόνας και η παράβαση; Μήπως –πρόκειται– για μια συνάντηση σε τόπο αβάσταχτο – και ίσως όχι μόνο για τον συγγραφέα;» Γιατί, σα να λέμε, η μυθοπλασία και η λογοτεχνία σχετικοποιούν την αυτονομία της αποτελεσματικότητάς τους και επιζητούν πιστοποίηση από την εξωτερική πραγματικότητα (όπως η εξιστόρηση για τον «Κήπο της Παναγίας»);

Διαβάζοντας τις «ΤΕν», αναδύθηκε πάλι το ίδιο ερώτημα. Γι’ αυτό θα μιλήσω λοιπόν λιγάκι.

Θα θυμίσω καταρχάς ότι, κατά την ψυχανάλυση, η φαντασίωση είναι ένα πλάσμα της φαντασίας, ένα σενάριο όπου το υποκείμενο είναι παρόν και στο πλαίσιό του σκηνοθετείται η πραγμάτωση της επιθυμίας του υποκειμένου. Η θεμελιακή φαντασίωση αντιπροσωπεύει την κατά φαντασίαν περιγραφή του κόσμου του υποκειμένου και του προσωπικού του πεπρωμένου μέσα σ’ αυτόν. Υπ’ αυτή την έννοια, η φαντασίωση –ο πυρήνας της ψυχικής πραγματικότητας– είναι το υπόστρωμα, ο κάνναβος, το πατρόν του κόσμου του υποκειμένου.

Μπορώ να τεκμηριώσω ότι όλα τα διηγήματα της συλλογής αντιπροσωπεύουν παραλλαγές ενός κοινού υποδείγματος, που έχει τέσσαρες συνιστώσες. Μερικώς εξαιρείται, ως προς τη θεματική του, όχι όμως και ως προς τη θεμελιώδη διεργασία που οδηγεί τον ψυχικό κόσμο του συγγραφέα στη γραφή, «Ο Σάσα των νερών».

Οι τέσσαρες θεμελιώδεις συνιστώσες του εν λόγω αφηγηματικού υποδείγματος είναι οι εξής:

1.    Ερωτικές εμπλοκές μεταξύ των γενεών, με περισσότερο ή λιγότερο ρητή χροιά αιμομικτικής επιθυμίας, ετερο- ή ομοφυλόφιλης, και ανταγωνισμού των αρσενικών, ο οποίος κατά κανόνα εκπορεύεται από τους μικρούς προς τους μεγάλους – κάτι που προσδίδει μια ιδιαίτερη σημασία στις «ιστορίες ενηλικίωσης».
2.    Παραλλαγές πάνω στο θέμα της τυπικής φαντασίωσης που αποκαλείται πρωταρχική σκηνή. Και η οποία συνίσταται στη φαντασιωσική επεξεργασία των πληροφοριών και ερεθισμάτων που γεννά στην ψυχή του παιδιού ό,τι υποπίπτει στην αντίληψή του ως προς τη σεξουαλική σχέση των γονιών του. Με μια ιδιαίτερη διεργασία μετασχηματισμού της πρωταρχικής σκηνής μέσα στη γραφή των «ΤΕν»: Ενίοτε αυτός που αντιλαμβάνεται τους «άλλους» σε ερωτική περίπτυξη είναι ο μεγάλος (αναστροφή του βασικού σεναρίου). Προφανώς, η πρωταρχική σκηνή αντιπροσωπεύει κορυφαία επεξεργασία του ενορμητικού βλέμματος – του βλέμματος ως σεξουαλικής συσκευής.
3.    Πατροκτονία, στο πλαίσιο των ως άνω ερωτικών εμπλοκών, ευθέως ή κατά μετάθεσιν (από σπόντα).
4.    Ο επαναλαμβανόμενος, ρητός ή υπόρρητος ισχυρισμός του αφηγητή, ότι το αφήγημά του είναι πραγματικότητα, όχι πλάσμα της φαντασίας. Αυτή η συνιστώσα είναι καθοριστική για την ψυχική οικονομία, η οποία φέρει την αφηγηματική οργάνωση και την ευρύτερη αίσθηση των πραγμάτων που επιδιώκουν να αποδώσουν οι «ΤΕν». Είναι δε η συνιστώσα, η οποία επιτρέπει, υποδορίως μάλλον, την ένταξη και του «Σάσα των νερών» στην ευρύτερη ενότητα των «ΤΕν», εφόσον εκεί ρητά διατυπώνεται ο πυρήνας του αφηγηματικού υποδείγματος ως προς μια αποφασιστική του διάσταση: Την άμυνα απέναντι στην ενόρμηση και τη φαντασίωση που τη μορφοποιεί. Πράγματι, ο ήρωας-αφηγητής, ενώ είναι βυθισμένος στις φαντασιώσεις του, θέτει αυτή τη διάσταση ως εξής: «Χιονίζει. Όπως στα παραμύθια. Μα εδώ δεν είναι παραμύθι».