H αξιολόγηση προσλαμβάνεται ως ευσταθής κανονικότητα. Η Ελλάδα πλέον διαχειρίζεται συνθήκες, απειλές και ευκαιρίες δίχως την αίσθηση ότι σε κάθε ζαριά διακυβεύεται η τύχη του όλου συστήματος.

Αυτή η οικονομικο-πολιτική κανονικοποίηση συναντά μια αναδυόμενη πτυχή κοινωνικής ψυχολογίας με δυνάμει καθοριστικές επιπτώσεις.

Εφτά χρόνια «να δούμε τι θα γίνει»

Μέχρι πρόσφατα, στη στάση των Ελλήνων δέσποζε ένα πένθιμο μούδιασμα. Η πένθιμη χροιά οφείλεται στις αλλεπάλληλες απώλειες, υλικές και ψυχολογικές.

Ομως κυρίαρχο ήταν το μούδιασμα της σκέψης, του λόγου και της πράξης. Οι μηχανισμοί της διανοητικής εμπλοκής έχουν αναλυθεί εκτενώς¹. Και τελική απόληξή τους ήταν η αίσθηση ότι ζούμε το αδιανόητο.

Δεν το χωρούσε ο νους εκείνο που ζούσαμε για τρεις κύριους λόγους: Πρώτον, προκαλούσε ανυπόφορη οδύνη.

Δεύτερον, μια τεράστια μηχανή προπαγάνδας μπλόκαρε τη σκέψη μέσω ενός «διπλού δεσμού», βομβαρδίζοντάς την με τρία επάλληλα παράδοξα μηνύματα: «Αν πεις ναι, χάθηκες (μέτρα, ταπείνωση…). Αν πεις όχι, χάθηκες (δραχμή, καταστροφή…). Και απαγορεύεται να σκεφτείς, αφού «είναι μονόδρομος».

Τρίτον, δεν διαθέταμε διανοητικά εργαλεία για να το σκεφτούμε – όπως ο διπλός δεσμός. Ετσι, η απόγνωση έκανε τους ανθρώπους παθητικούς θεατές των εξελίξεων.

Βαθμιαία μάλιστα είχαν εθιστεί στο αδιανόητο, δεν αντιλαμβάνονταν καν ότι δεν σκέφτονται, ζούσαν σαν ψυχικά ζόμπι.

Αιωρούνταν σε κατάσταση μη σκέψης, ψυχοδιανοητικού κενού που γεννούσε την αίσθηση «οι άνθρωποι τα ‘χουν παίξει, είναι τρελαμένοι».

Αυτό οδηγούσε σε μια χαρακτηριστική στάση: Περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει στο τέλος. Οι άνθρωποι ζούσαν την κρίση τόσο ως πραγματικότητα στο πετσί τους, όσο και ως θέαμα.

Ανάγκες ψυχικής άμυνας, τηλεοπτική κουλτούρα και προπαγανδιστική σκηνοθεσία της κρίσης από ΜΜΕ και πολιτικό σύστημα τους ωθούσαν να βγάζουν τον εαυτό τους έξω από τη σκηνή του δράματος, τοποθετώντας τον στην («απυρόβλητη», τάχα) θέση του θεατή των τεκταινομένων.

Εξ ου και πάγκοινες κουβέντες όπως «μπόρα είναι, θα περάσει», «δεν θα μας αφήσει ο Θεός» ή «δεν μπορεί, κάτι θα γίνει στο τέλος».

Η απεγνωσμένη άμυνα που εξορκίζει την πραγματικότητα με φαντασιώσεις εξυπηρετεί επισφαλείς ψυχικές διευθετήσεις.

Τίμημά της όμως είναι η αποκοπή από τα πράγματα, που ανατροφοδοτεί το μούδιασμα και αλλοτριώνει τους ανθρώπους, μετατρέποντάς τους σε θεατή της ζωής τους.

«Τώρα, γιά να δούμε τι θα κάνουμε»

Ετσι πέρασαν εφτά χρόνια. Ωστόσο, τελευταία αναδύεται μια νέα στάση που συνίσταται στα εξής:

1. Οι άνθρωποι έχουν αποδεχτεί ότι δεν μπορούν, στο ορατό μέλλον, να αντιμετωπίσουν την οικονομικο-πολιτική υπεροπλία των επικυρίαρχων.

2. Οι άνθρωποι αισθάνονται προσαρμοσμένοι στο ότι θα ζήσουν σε συνθήκες χειρότερες από πριν. Τρεις μηχανισμοί υποστηρίζουν αυτή την αμφίσημη προσαρμογή: Οι Ελληνες αποχαιρέτησαν τη Μεγάλη Αυταπάτη «τζαμπατζήδες της απόλαυσης». Αποδέχονται την απώλεια, έστω προσωρινή, ορισμένων υλικών ή ψυχολογικών απολαβών. Και έχουν αναπτύξει ένα είδος μιθριδατισμού (εθισμού στην αρνητικότητα) που επιτρέπει την προσαρμογή στο χειρότερο με ελεγχόμενο τρόπο.

3. Οι άνθρωποι καλούνται να λειτουργούν στο τερατώδες πλαίσιο της εντολής «μισείτε αλλήλους», δηλαδή κοινωνική συμβίωση χωρίς κοινωνικό δεσμό. Αυτό τρέφει ανεξέλεγκτη αρνητικότητα και άγριες φαντασιώσεις, που πυρήνας τους είναι η οδηγία «φά’ τους να μη σε φάνε». Τέτοιες διεργασίες αποσαθρώνουν την ελληνική κοινωνία, παρά τη βαθιά νοοτροπία διαπροσωπικής αλληλεγγύης. Ωστόσο, συγκυριακά ευνοούν την ευστάθεια του συστήματος, παροχετεύοντας τα φορτία επιθετικότητας και καταστροφικότητας σε ακίνδυνα για το σύστημα φαινόμενα φθόνου, «κοινωνικού αυτοματισμού» και χλευασμού του πολιτικού συστήματος.

4. Γενικά, έχουν ήδη ενεργοποιηθεί ισχυροί μηχανισμοί προσαρμογής στην αντιξοότητα. Ενώ βαθμιαία αναδύονται μηχανισμοί επανεξισορρόπησης (resilience) που επιτρέπουν νέες προσδοκίες, σχέδια και έμπρακτες πρωτοβουλίες.

Ψυχική μετάβαση

Ετσι, ενώ ζήσαμε εφτά χρόνια το δίπτυχο «ζούμε το αδιανόητο – να δούμε τι θα γίνει στο τέλος», τώρα αρκετοί άνθρωποι σκέφτονται «αυτή είναι η κατάσταση, να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε».

Αυτή η μετάβαση αντιπροσωπεύει τομή για την ψυχολογία της κρίσης. Επειδή σημαίνει ότι, εκεί που ζούσαμε το αδιανόητο, τώρα ζούμε κάτι που το χωράει ο νους. Ευχάριστο ή όχι, είναι επόμενο ερώτημα.

Η όποια αρνητική στάση απέναντί του δεν εμποδίζει την αναπαράσταση και επεξεργασία του. Πρόκειται για μετάβαση από το πουθενά στο εδώ.

Ειδικότερα:

1. Αναδύεται η αίσθηση «ζούμε κάτι νοητό και αναπαραστάσιμο», έστω κι αν μας πληγώνει και μας (κατα)πιέζει. Τουτέστιν, μεταβαίνουμε από το τραύμα στη δοκιμασία. Από τη συνάντηση με το ανείκαστο και αδιανόητο Πραγματικό στην επεξεργασία ενός Συμβολικού και Φαντασιακού Μοντέλου της πραγματικότητας και της θέσης του υποκειμένου μέσα σ’ αυτήν. Ενα τέτοιο μοντέλο αντιστοιχεί στη φαντασίωση του υποκειμένου. Ητοι, σε μια αίσθηση και περιγραφή του κόσμου που ωθεί το υποκείμενο να επενδύσει ψυχικά σε πράγματα και ζητούμενα και να σχεδιάσει την επίτευξη αυτού που επιθυμεί.

2. Η ανάκτηση της προβολής του υποκειμένου στο μέλλον του εκλύει και τη μετάβαση από το καθεστώς μη σκέψης σε συνθήκες εφικτής λειτουργίας της σκέψης, η οποία καλείται να υποστηρίξει την πραγμάτωση του επιθυμητού.

3. Η ενεργοποίηση της αίσθησης ενός εφικτά επιθυμητού μέλλοντος συνεπιφέρει ακόμη μία μετάβαση: από την παθητική αναμονή στην ενεργητική στάση, η οποία προεκτείνεται πέρα από τη σκέψη, οδηγώντας σε ανάληψη έμπρακτης πρωτοβουλίας.

Ανάκαμψη με καφέ και σουβλάκι;

Οι άνθρωποι, λοιπόν, αρχίζουν να σκέφτονται και να υλοποιούν λύσεις. Κάνουν πράξη το «σ’ αυτή την κατάσταση, να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε», κατ’ αρχήν στη μικρή κλίμακα (άτομο, οικογένεια, γνωστοί, φίλοι…). Η δε έμπρακτη πρωτοβουλία ισοδυναμεί με μετάβαση από τη φαντασίωση στον έλεγχο της πραγματικότητας.

Εύγλωττη εικονογράφηση της νέας ψυχικής δυναμικής είναι ένα φαινόμενο που προκαλεί κατά κανόνα γέλιο και καυστικά σχόλια.

Είναι η άνθηση μιας μικρής επιχειρηματικότητας που διαμορφώνει μια κλασική εικόνα: δέκα καφέ στη σειρά, τρία σουβλατζίδικα και δύο φούρνοι, ένα πρακτορείο ΟΠΑΠ.

Οικονομικά, κάτι τέτοιο είναι παραλογισμός. Ομως αυτό το λάθος δείχνει ότι οι άνθρωποι σκέφτονται και περνάνε στο πεδίο της πράξης.

Μπορεί να είναι πράξη ανορθολογική, να εκτρέφει νέες αυταπάτες, τέκνα ωμού κοινωνικού δαρβινισμού («εγώ θα τους φάω, δεν θα με φάνε εκείνοι»…).

Ωστόσο, το καίριο είναι ότι οι άνθρωποι πια κάνουν τα σχέδια πράξη, παρά το ρίσκο. Οπότε, αυτή η εκτεταμένη «ανορθολογική μικρή επιχειρηματικότητα» είναι αποκαλυπτικό σύμπτωμα, όχι ιλαροτραγική ανοησία.

Ολο και πιο πολλοί θεωρούν ότι δεν είμαστε έρμαια των περιστάσεων. Η εξυπονοούμενη βεβαιότητα εδώ είναι «κάτι μπορούμε να σκεφτούμε, κάτι μπορούμε να κάνουμε».

Από παραιτημένος θεατής που δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει και περιμένει εναγωνίως να δει τι θα γίνει, το υποκείμενο έτσι μπορεί να σκεφτεί και να κάνει πράξη τα σχέδιά του.

Θετική αντίσταση

Μια τέτοια μετάβαση, στο πεδίο της προσωπικής και συλλογικής ψυχολογίας, ισοδυναμεί με θετική αντίσταση.

Δηλαδή, η αναγνώριση των περιορισμών της πραγματικότητας συμπορεύεται με την αίσθηση ότι κάτι μπορείς να κάνεις γι’ αυτό που επιθυμείς.

Οτι είσαι υποκείμενο που μπορεί να έχει όχι απλώς (αρνητικά, κυρίως) συναισθήματα, αλλά και σχέδια, βούληση, σκέψη, θέληση, ικανότητα για πράξη.

Ακόμη και ο οικονομικός ανορθολογισμός ψυχολογικά δηλώνει ότι υπάρχουν βαθύτεροι ψυχικοί λόγοι που οδηγούν εκεί που αντιστοιχούν στην εξής ψυχική μετατόπιση: «Το τι θα γίνει είναι απρόσωπο, θα έρθει από αλλού. Το τι θα κάνω, θα το κάνω εγώ κι ας φάω τα μούτρα μου».

Ακόμη και ο οικονομικός ανορθολογισμός αποκαλύπτει μια σημαντική αλήθεια ψυχής. Γιατί το να στοιχηματίζεις τα λιγοστά λεφτά σου θα πει ότι πιστεύεις «υπάρχει ένα 5% να κερδίσω», αφού κανείς δεν βάζει στοίχημα με 0% πιθανότητες να κερδίσει.

Αυτή ακριβώς τη στάση αποκαλώ θετική αντίσταση: η πραγματικότητα δεν μου αρέσει, αλλά δεν την αρνούμαι. Και επιχειρώ έμπρακτα να την υπερβώ, έστω και στη μικρή κλίμακα του για μένα εφικτού, έστω και με αβέβαιο αποτέλεσμα.

Λαχτάρα για σκέψη κι αγάπη

Σε ποιο ευρύτερο πλαίσιο εγγράφεται άραγε αυτή η θετική αντίσταση; Τι λαχταρούν οι Ελληνες της κρίσης; Λαχταρούν δύο πράγματα: να μπορέσουν να σκεφτούν και να μπορέσουν να αγαπήσουν.

Τη λαχτάρα για σκέψη τη σκιαγραφήσαμε ήδη. Ας εστιάσουμε λοιπόν στο ότι οι άνθρωποι λαχταρούν να αγαπήσουν.

Ολον αυτόν τον καιρό, ο κόσμος που ζούσαμε είχε γίνει όχι απλώς αδιανόητος, ακατανόητος και εχθρικός, αλλά μισητός. Διακινούσε την πιο βαθιά αρνητικότητα:από το «δεν μας αξίζει αυτό το πράγμα» μέχρι την ακρότατη τραγικότητα που αντιπροσωπεύει η μαζική φυγή των νέων ανθρώπων στο εξωτερικό. Και το ακόμη πιο αδιανόητο, οι Ελληνες γονείς να εύχονται «παιδί μου, σήκω να φύγεις, να σωθείς».

Ωστόσο, και μέσα στην τραγική συνθήκη της κρίσης, οι άνθρωποι αναζητούσαν τρόπο να αγαπήσουν και όχι μόνο να αγαπηθούν.

Αν δεν αγαπάς άλλα όντα και τον κόσμο όπου ζεις, είσαι βρύση κλειστή, χωρίς τη λαχτάρα να ζεις.

Η λαχτάρα των ανθρώπων να αγαπήσουν ξανά τον κόσμο μας επανεμφανίστηκε απτά εδώ και τέσσερα-πέντε χρόνια. Τώρα δε τελευταία γίνεται όλο και πιο αισθητή.

Αυτό που επισημαίνω κείται πέρα από το σωστό και το λάθος. Εκτιμώ λοιπόν ότι ψυχολογία των ανθρώπων βαθμιαία ανακάμπτει.

Και το να ζεις σε μια χώρα απελπισμένων που αισθάνονται ότι δεν μπορούν να αγαπήσουν το περιβάλλον όπου ζουν είναι άλλο από το να ζεις σε μια χώρα όπου οι άνθρωποι σφίγγουν τα δόντια, κατεβάζουν ιδέες και ορμάνε. Ακόμη και αν η πράξη είναι ανορθολογική, αυτό δεν αναιρεί την ψυχολογική της αξία.

Οντως, σε επίπεδο ψυχικών διεργασιών, ήδη εκδιπλώνεται μια δυναμική ανθρώπινης ανάκαμψης, που δεν είναι μηχανικό παράγωγο της οικονομικής. Επανενεργοποιούνται αντανακλαστικά προσαρμοστικότητας και η ιστορική τεχνογνωσία αντιμετώπισης της αντιξοότητας που συσσώρευσαν οι αιώνες. Και έτσι μπορούμε να αντισταθούμε καλύτερα.

Οταν δεν είσαι παραιτημένος, αντιστέκεσαι. Είτε λέγοντας «όχι» σε κάτι που θεωρείς κακό (αρνητική αντίσταση), είτε λέγοντας «ναι» στη ζωή και στην επιθυμία σου (θετική αντίσταση).

Και, όπως φαίνεται, το λανθάνον έργο της Ιστορίας ήδη οδηγεί σε επαναπροσδιορισμό της σχέσης ανάμεσα στις δύο μορφές αντίστασης: παραίτηση και αρνητική αντίσταση χάνουν έδαφος, ενώ αναδύεται η θετική αντίσταση.

Η δε επίγνωση αυτής της τάσης συμβάλλει με τον τρόπο της στην τελική έκβαση αυτής της δύστροπης διαλεκτικής.

 


¹ Νίκος Σιδέρης, Το κατά Διαβόλου ευαγγέλιο – Πολιτική Ψυχολογία της κρίσης, Μεταίχμιο 2014

 

 

Το άρθρο του Νίκου Σιδέρη με τίτλο “Θετική αντίσταση: μια αναδυόμενη ψυχολογική στάση στην Ελλάδα” δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 14-15 Οκτωβρίου 2017