Aπόσπασμα, σελ. 188-189:

 

Αναλύσαμε ήδη το πώς η διάλυση του νοήματος των λέξεων, η στρέβλωση του νοήματος των πραγμάτων και ο πόλεμος ενάντια στη σκέψη διαμόρφωσαν ένα χαρακτηριστικό όσο και μοιραίο ψυχοδιανοητικό κενό. Του οποίου τη φύση μπορούμε να προσδιορίσουμε τώρα ακριβέστερα, προσφεύγοντας στις τρεις συν μία διαστάσεις της υποκειμενικότητας (Συμβολικό, Φαντασιακό, Πραγματικό και Ποιητική) και στις αλλοιώσεις που υπέστησαν και καθεμιά και το σύστημα των σχέσεών τους.

Το εν λόγω ψυχοδιανοητικό κενό, λοιπόν, συναρτάται με την αδυναμία του Συμβολικού και του Φαντασιακού να καταστήσουν αναπαραστάσιμο το ξετύλιγμα της Ιστορίας. Και, συνεπώς, να υποβάλλουν σε πρόσφορη  ψυχοδιανοητική επεξεργασία και τα φορτία Πραγματικού που αναδύονται μέσα της − με επιπτώσεις και κοινωνικές και προσωπικές. Το συγκεκριμένο κενό ανακύπτει ως συνισταμένη τριών ελλειμμάτων: Πρώτο, έλλειμμα αναπαράστασης – ανεπάρκεια ή αφλογιστία των λέξεων, πάνω απ’ όλα, αλλά και γενικότερα του Συμβολικού. Δεύτερο, έλλειμμα του κώδικα, λόγω παλινδρόμησης από τη δευτερογενή διαδικασία (που βασίζεται στη παράσταση λέξης, την έννοια, τη λογική της αντίφασης και το κριτήριο της πραγματικότητας), στην πρωτογενή διαδικασία (που λειτουργεί με βάση την παράσταση πραγμάτων, την εικαστική-πλαστική σύνθεση των μοτίβων, την αδιαφορία για την αντίφαση και την αρχή της ηδονής). Και τρίτο, έλλειμμα πρόσφορης συναισθηματικής επένδυσης ενός κόσμου ανείκαστου και ανυπόστατου, που οδηγεί στην αίσθηση ότι το υποκείμενο βρίσκεται πεταμένο μέσα σ’ έναν κόσμο ενδεχομένως  χρήσιμο   ή ευχάριστο, αλλά όχι αγαπητό –και κατά συρροήν ακατάληπτο και απειλητικό. Συνέπεια: Η «ακανόνιστη», απλαισίωτη ανάδυση του Πραγματικού τροφοδοτεί μια χαρακτηριστική δυσφορία μέσα στο έλλειμμα πολιτισμού. Και ενισχύει την απόσπαση του τρόπου των ψυχών από τον τρόπο της ιστορίας.