Aπόσπασμα, σελ. 217-218:

 

Άραγε, υφίσταται στα ανθρώπινα μία τόσο παράδοξη διάσταση, όπου η οιονεί-ακινησία της πολύ μακράς ιστορικής διάρκειας συμπλέκεται με τους γεωλογικόμορφους ρυθμούς της ανθρωπολογικής διάστασης, ακόμη και με τους αφηρημένους και, υπ’ αυτή την έννοια, εκτός μερικότητας κόσμους που διερευνά η  θεολογία ή η φιλοσοφία, καθώς και με τις ανεξάντλητες περιπέτειες της εμπειρίας; Όπου ο ωκεανός των αιώνων συγχωνεύεται με τη σταγόνα της βιωμένης στιγμής – όχι με την αναμενόμενη έννοια του ωκεανού που χωνεύει τη σταγόνα· αλλά με την φαινομενικά αδιανόητη έννοια της σταγόνας που αυτή χωνεύει τον ωκεανό; Όπου οιονεί-αναλλοίωτοι μηχανισμοί, απρόσωποι, αν όχι και απάνθρωποι, συμπλέκονται με το φευγαλέο της ανθρώπινης παρουσίας στον κόσμο, καθώς και με την αίσθηση της αναδυόμενης και παροδικής μετοχής του ανθρώπου στην κίνηση του κόσμου;

Μια τέτοια υπαρξιακή μοναδικότητα[1] μοιάζει να κείται στην περιοχή του ακατανόητου, του αδιανόητου, του ανύπαρκτου ή της επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, όπως θα δούμε, δεν είναι έτσι. Το αντίθετο μάλιστα: Το παράδοξο δεν συνίσταται στο ότι μια τέτοια κατάσταση ανθρώπινων πραγμάτων υπάρχει, και μάλιστα κατά τρόπο εμπειρικά διαπιστώσιμο στις συνήθεις συνθήκες του βίου. Το πραγματικό παράδοξο συνίσταται στο ότι, ενώ είναι τόσο προσιτή, ο νους αλλά και άλλοι μηχανισμοί (μεταξύ τους και οι πολιτικές μηχανές) εμποδίζουν την εμπειρία να εξυψωθεί πάνω από την απλή κατανάλωση πληροφορίας: Και να γίνει γνώση, επίγνωση, ιδεωδώς δε, και σοφία (αν ορίσουμε τη σοφία ως έντεχνη ύπαρξη ψυχή τε και σώματι).

 


 

[1] Singularity: Στα μαθηματικά και στις άλλες επιστήμες, μοναδικότητα αποκαλείται ένα σημείο, όπου ένα συγκεκριμένο (μαθηματικό ή άλλο) αντικείμενο καθίσταται απροσδιόριστο (π.χ.: γίνεται άπειρο) ή «συμπεριφέρεται ανώμαλα» (όπως συμβαίνει στις «μαύρες οπές» της φυσικής επιστήμης).