Ένθετο 7, σελ. 242

 

Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Μια ιστορία, μύριες:

Ένας άνθρωπος ανοίγει ένα μαγαζί –συγκεκριμένα, ρουσφετοπωλείο. Ξοδεύει πολύ χρήμα, χρόνο, κόπο και πάθος για να αποδώσει η επένδυσή του. Σκοπός του είναι, προφανώς, να διαμορφώσει, να σταθεροποιήσει και να διευρύνει την πελατεία του –εκλογική και πολιτική. Οι άνθρωποι μαθαίνουν ότι κάνει πολύ καλά ρουσφέτια και τον προτιμούν. Τα ρουσφέτια που κάνει κατά κανόνα δεν είναι τόσο παράνομα, όσο κυρίως άρρητ’ αθέμιτα (ευνοιοκρατία, αναξιοκρατία, καταστρατήγηση διαδικασιών, φαυλοκρατία…). Φυσικά, το κόστος για τα ρουσφέτια του το μετακυλίει πάντοτε  στον δημόσιο κορβανά, ο οποίος γεμίζει με δανεικά που κάνουν όλο να θεριεύει το δημόσιο χρέος. Κι έτσι η μπίζνα «ρουσφετοπωλείο» ανθεί και προκόβει και όλοι τον ζηλεύουν. Μόνο που φτάνει μια μέρα όπου οι δανειστές απαιτούν τα δανεικά τους και τους τόκους τους και άλλα ανταλλάγματα, χωρίς καθυστέρηση καμία. Μέσα στην ταραχή και την αναστάτωση, κάποιοι τον μέμφονται ότι με τα ρουσφέτια του συνέβαλε στο ναυάγιο της Πολιτείας. Κι εκείνος απαντά: «Δε φταίω εγώ. Οι πελάτες μου φταίνε». Και αρχίζει να κατηγορεί τους πελάτες του ότι τον πιέζουν και τον καταπιέζουν για να τους πουλήσει εκείνο ακριβώς που διαλαλεί ότι διαθέτει το κατάστημα: Ρουσφέτια.

Βλέποντας αυτή τη θρασύτατη στρεψοδικία, που αντιστρέφει πλήρως την πραγματικότητα και παραποιεί τη λογική της πελατειακής σχέσης, ο Κύριος κατεβαίνει, τον βρίσκει και του λέει: «Δούλε πονηρέ, δεν ξέρεις ότι δεν είναι δυνατόν να υπηρετείς ταυτόχρονα δύο κυρίους –και τον Νόμο και το Ρουσφέτι; Και ότι, αν το ξέρεις και συνεχίζεις να πουλάς ρουσφέτια, τότε ο μέγας ένοχος είσαι εσύ ο ίδιος –και όχι εκείνοι που τους εκμαυλίζεις με την πραμάτεια σου;»

Αφού του είπε αυτά ο Κύριος […]