Aπόσπασμα, σελ. 96-99:

 

Κρίση = πόλεμος. Το σημείο της κρίσης, που πιο πολύ απ’ όλα δυσκολεύεται ν’ αντιληφθεί, να συλλάβει και να επεξεργαστεί η σκέψη και ο λόγος, αφορά στην ίδια τη φύση της. Και πρώτα απ’ όλα, ότι δεν πρόκειται για κρίση απλά ποσοτική – για εκτροχιασμούς, αστοχίες και δυσχέρειες των αριθμητικών μεγεθών και μόνο. Ότι η κρίση δεν είναι θέμα απλά οικονομίας, αλλά φαινόμενο πολιτικής οικονομίας. Δηλαδή, φαινόμενο όπου οι οικονομικές διεργασίες, όσο αποφασιστική κι αν είναι η θέση τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι, δεν νοούνται ανεξάρτητα από το σύνολο των ιστορικών συνθηκών που καθορίζουν την κατάσταση και τη δυναμική ενός κοινωνικού σχηματισμού. Ότι, δηλαδή, στο πλαίσιο της κρίσης ξετυλίγονται συγκρούσεις και διεξάγονται παίγνια κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας, με διακυβεύματα πολύ ευρύτερα από τα οικονομικά.
Εικονογράφηση: Το πιο καθεστωτικό από τα κόμματα της μεταπολίτευσης υπήρξε προφανώς το ΠΑΣΟΚ. Όχι μόνο επειδή κυβέρνησε τη χώρα σχεδόν αδιάκοπα για τριάντα περίπου χρόνια και διήθησε όλους τους κρατικούς μηχανισμούς με τους ανθρώπους του και τη νοοτροπία του. Όχι μόνο γιατί μαζί του συντάχτηκαν όλα τα ισχυρά συμφέροντα, εσωτερικά και διεθνή. Αλλά και επειδή ο εκπασοκισμός των πνευμάτων και των πρακτικών είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που, από μια στιγμή και πέρα, όλοι οι Έλληνες ήταν ΠΑΣΟΚ, απλώς κάποιοι δεν ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ. Και όμως. Μέσα σε χρόνο αδιανόητα μικρό, το κραταιό κόμμα κατέρρευσε ποσοτικά και ποιοτικά, περιθωριοποιήθηκε και έγινε ουραγός άλλων δυνάμεων. Και μόνο αυτή η κεραυνοβόλα εξέλιξη δείχνει ακριβώς το νόημα και τη σημασία, την αναγκαιότητα να νοείται η κρίση ως θέμα όχι απλά οικονομίας, αλλά πολιτικής οικονομίας.

Αυτή η διάσταση των πραγμάτων (η κρίση ως φαινόμενο πολιτικής οικονομίας) είναι δυσνόητη (κι αυτό συναρτάται και με το κενό του νου που προαναφέραμε). Ωστόσο, ακόμη πιο ασύλληπτη για το μυαλό είναι μια συναφής πτυχή της εν λόγω πολιτικής οικονομίας, όπου εγγράφεται και η ελληνική κρίση.  Πρόκειται για την αδυναμία, για την άρνηση του νου[1] να αποδεχτεί, να αφομοιώσει και να επεξεργαστεί μια ιδέα, αφόρητη και αχώρητη ως προς τα σχήματα τα οποία διέπουν την ψυχοδιανοητική και ψυχοσυναισθηματική οικονομία των υποκειμένων – ακόμη κι εκείνων που πλήττονται εξοντωτικά από την κρίση. Πρόκειται για την ιδέα ότι η κρίση είναι πόλεμος – με ό,τι σημαίνει «πόλεμος».

Συγκεκριμένα: Ο βίος των ανθρώπων και των κοινωνιών διέπεται μεν από πραγματικότητες, αλλά βασίζεται σε βεβαιότητες. Στη μεταπολεμική Ευρώπη, η κορυφαία ίσως βεβαιότητα είναι η εξυπονοούμενη παραδοχή της αδελφοσύνης των Ευρωπαίων (ανθρώπων και κρατών) – και, κατά συνεπαγωγή, το ότι ο πόλεμος μεταξύ Ευρωπαίων είναι πια αδιανόητος[2].

Για την οικονομία της συζήτησης, ας δεχτούμε ότι το περί αδελφοσύνης των ανθρώπων κατ’ αρχήν ισχύει, παρά τις περί του αντιθέτου μαρτυρίες των ερευνών και των συμβάντων περί εθνικισμού, ρατσισμού, απέχθειας και επιθετικότητας κ.τ.ό. Ας εστιασθούμε λοιπόν στα κράτη, που σίγουρα δεν είναι οι τελευταίοι παίκτες στη διακρατική οντότητα «Ενωμένη Ευρώπη». Τα ισχυρότερα απ’ αυτά τα κράτη έχουν παράσχει δείγματα γραφής, που επιτρέπουν πορίσματα. Τέτοια κράτη, λοιπόν, εκπροσωπούν έθνη πολεμόχαρα και κατακτητικά, με μακρά ιστορία πολεμικών επιχειρήσεων και με εμπεδωμένη φιλοσοφία περί πολέμου, τόσο στις άρχουσες τάξεις και ελίτ όσο και στις μάζες. Σ’ αυτό το πλαίσιο,  θεωρούν την απειλή πολέμου ή την πράξη πολέμου εύλογο και εύχρηστο εργαλείο στις σχέσεις τους με τους άλλους. Ωστόσο, πόλεμος σημαίνει απεριόριστη χρήση βίας προκειμένου να καταστραφούν οι ανθρώπινοι και υλικοί πόροι του αντιπάλου σε τέτοιο σημείο, ώστε να υποκύψει στη βούληση του επιτιθέμενου[3]. Συνεπώς, όποιος επιλέγει τον πόλεμο ακολουθεί τη λογική που προβλέπει εκτεταμένες καταστροφές και απώλειες για τον αντίπαλο, παράλληλα με την αποδοχή καταστροφών και απωλειών που θα υποστεί και ο ίδιος. Δηλαδή, καταστροφή και απώλειες εκατέρωθεν θεωρούνται εύλογο τίμημα της επικράτησης και της κυριαρχίας μέσω του εργαλείου «πόλεμος».


[1] Στην ψυχαναλυτική εννοιολογία, αυτό το υπόδειγμα άρνησης ονομάζεται αποποίηση(Γερμανικά Verleugnung, Γαλλικά déni, Αγγλικά denial ή disavowal). Ο τρόπος που καθορίζει την υποκειμενική στάση, αποδίδεται με την λεκτική διατύπωση «Το ξέρω, αλλ’ όμως …». Και αντιστοιχεί στην κοινή εμπειρία «Δεν μπορώ να πιστέψω αυτό που βλέπουν τα μάτια μου» κ.τ.ό.
[2] Τουλάχιστον μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια και το παράδειγμα του διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας μέσω πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον της, όπου μετείχαν και Ευρωπαίοι, περιορίζει (δραματικά και προβληματικά) την εφαρμογή της εν λόγω παραδοχής.
[3] Παρόμοια λογική, mutatis mutandis, ισχύει και για τον αμυνόμενο, από τη στιγμή που δεν υποκύπτει στο τελεσίγραφο του επιτιθέμενου και επιλέγει να πολεμήσει. Και στις δυο περιπτώσεις, ισχύει η ρήση του Κλεμανσώ  «Ο πόλεμος είναι μια σειρά από καταστροφές που έχουν ως αποτέλεσμα μια νίκη».