EGO ΚΑΙ ALTER EGO : ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΝΕΥΡΕΤΟ

Κρατώ στα χέρια μου ένα μυθιστόρημα. Σκέφτομαι ότι η λογοτεχνία είναι ένας μάλλον παράδοξος τρόπος για να διερευνηθούν δύο ερωτήματα: Η σχέση πραγματικού και φανταστικού. Και τι είναι Εγώ. Επειδή, ως προς το πρώτο, η ίδια η λογοτεχνία είναι ταυτόχρονα πλάσμα των λέξεων (της σκληρής πραγματικότητας του γλωσσικού κώδικα), πλάσμα του νου (ως αφηγηματική δομή), πλάσμα της φαντασίας (ως μυθοπλασία) και πραγματικότητα: Μεταφορική πραγματικότητα, αλλά με απτές επιπτώσεις και στο υποκειμενικό βίωμα, αλλά και στον έμπρακτο βίο των ανθρώπων (ας θυμηθούμε, σε μικρή κλίμακα, το κύμα ρομαντικών αυτοκτονιών που προκάλεσαν οι περιπέτειες του νεαρού Βέρθερου κατά Γκαίτε). Ενώ, ως προς το δεύτερο (τι είναι Εγώ), ήδη ο συγγραφέας τοποθετείται και κείται, ως όμοιος και ως άλλος ταυτόχρονα, εντός/εκτός του έργου του μέσω απορροών – avatar, στο πεδίο ενός συνεχούς τύπου λωρίδας του Moebius.

moebius-ants-title

Προκαλώντας έτσι την ανάδυση τυπικών παραδόξων λόγω αυτοαναφοράς, τα οποία αναφύονται όταν το υποκείμενο και το αντικείμενο μιας πρότασης ταυτίζονται – όπως στο περίφημο παράδοξο του Επιμενίδου του Κρητός «Πας Κρης ψεύδεται»: Το οποίο, αν ισχύει, δεν ισχύει – και αν δεν ισχύει, ισχύει… Ή στα «Χέρια ζωγραφίζοντας» του Escher.

escherhands-title

Στο οπισθόφυλλο, ο άξονας του έργου διατυπώνεται ως εξής: «Ποιες διαστάσεις μπορεί να πάρει στον ψυχικό κόσμο ενός συγγραφέα το λογοτεχνικό alter ego του;». Ακριβές ως προς τη θεματική της αφήγησης, το ερώτημα αυτό αντιπροσωπεύει τοπική εικονογράφηση του ευρύτερου ερωτήματος: Ποια η υπόσταση του Εγώ στον ψυχικό κόσμο; Ερώτημα γενικό, που εγκλείει ειδικότερα ερωτήματα, όπως: Πώς είναι φτιαγμένο το Εγώ; Ως τοιούτο, τι κάνει, τι παθαίνει ή σε τι κατάσταση βρίσκεται (οι φωνές του ρήματος…) στο πλαίσιο της προσωπικής ιστορίας; Σε τι συνίσταται η δομή και λειτουργία των ταυτίσεων, που οριακά απολήγουν στην εκβλάστηση ομοιωμάτων, αντιτύπων ή και ολικού σωσία του Εγώ; Η συγγραφή και δημοσίευση ενός βιβλίου μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο (τουλάχιστον τον κόσμο του υποκειμένου); Και άλλα συναφή…

Για να πραγματώσει το εν λόγω πρόταγμα, ο Βασίλης Καραγιώργος θέτει σε κίνηση μια ιδιότυπη συγγραφική μηχανή, που απαρτίζεται από τέσσερα αξιώματα (με την έννοια των αφετηριακών προτάσεων, που προσδίδει στον όρο η θεωρία των τυπικών συστημάτων). Είναι τα εξής:

●Υπάρχει κάτι προς αφήγηση – αφηγητέο και αφηγήσιμο, θα λέγαμε: Τουτέστιν, κάτι που πρέπει και μπορεί να αποτελέσει αφήγημα.

●Αυτή η αφήγηση θα ορίσει τον τρόπο ύπαρξης μιας ψυχής (ενός ψυχικού συστήματος).

●Η ψυχή αυτή αφηγείται την αλλοτρίωσή της μέσα σε ομοιώματα και είδωλα του Εγώ της: Αυτό είναι το προς αφήγηση «κάτι» − εμφανώς, κάτι το αυτοαναφορικό.

●Κριτήριο είναι η εγκαθίδρυση ή μη σχέσης Λόγου με τον άλλον: Αν το αφηγηματικό εγχείρημα ευοδωθεί, με τη μορφή σχέσης Λόγου –ως δημοσίευση∙ αν η ιδιωτική μυθοπλασία κατακτήσει την υπόσταση δημόσιου πράγματος, έργου τέχνης, τότε αυτό το συμβολικό μοίρασμα της εμπειρίας απωλείας γίνεται λόγος περί της απωλείας – και σώζει την εν λόγω ψυχή. Αν το εγχείρημα αποτύχει, η ψυχή αυτή χάνεται στα ερέβη της ψυχοπαθολογίας. Παραλήρημα ή σύνθεμα, Σρέμπερ ή Καραγιώργος; Ιδού το δίλημμα.

            Η αρχή δόμησης του έργου είναι η εξής: Σημειωτικά συστήματα εγκιβωτίζονται το ένα μέσα στο άλλο (κατά το υπόδειγμα της ρώσικης μπάμπουσκας, που καθεμιά περιέχει μια άλλη μπάμπουσκα, η οποία περιέχει μια άλλη μπάμπουσκα κ.ο.κ. – θεωρητικά, επ’άπειρον). Παράλληλα, κάθε δομικό τους στοιχείο (ένας χαρακτήρας, ένα συμβάν, ένα σημαίνον…) αναδιπλασιάζονται συνεχώς και επανέρχονται από τις πιο απροσδόκητες κατευθύνσεις, προκαλώντας τον ίλιγγο της    mise en abîme, της «βύθισης στην άβυσσο» – της κακής απειρίας που γεννά ο ανεξάντλητος, δίχως σημείο τελικής πρόσφυσης, άγονος αναδιπλασιασμός της αναπαράστασης: Βλέπε τη σκηνή στον «Πολίτη Κέην», όπου ο ήρωας βαδίζει σ’ ένα διάδρομο με ολοτοίχιους αντικριστούς καθρέφτες, που παραλαμβάνουν και αναδιπλασιάζουν το είδωλό του επ’άπειρον. Ή το κουτί με τα τυράκια «La vache qui rit», όπου η γελαστή αγελαδίτσα φορά σαν σκουλαρίκια τα ίδια κουτιά, στα οποία μια παρόμοια αγελαδίτσα φορά σαν σκουλαρίκια τα ίδια κουτιά κ.ο.κ. Ή, φυσικά, το μυθιστόρημα «Οι κιβδηλοποιοί» του André Gide, όπου ο θείος Εδουάρδος, συγγραφέας ο ίδιος, γράφει ένα μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο «Οι κιβδηλοποιοί», μέσω του οποίου επιχειρεί να αποσπαστεί από την πραγματικότητα στο πλαίσιο μιας αφήγησης με κεντρικό ήρωα έναν μυθιστοριογράφο… Στον Καραγιώργο, η βύθιση στην άβυσσο δομείται ως εξής:

            Μία δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι

            Ένας εκδότης (ενδεχομένως, ευκαιριακός εραστής της) αναγγέλλει ότι

            Ένας αόρατος συγγραφέας που μόλις πέθανε, καταλείπει

            Ένα χειρόγραφο που ο εκδότης θα εκδώσει (ξαναδουλεμένο) με τον τίτλο «Alter ego», σύμφωνα με όσα

            Ένας ψυχίατρος «τύπου Γιάλομ» συνέστησε στον ασθενή του (τον εκλιπόντα συγγραφέα)

            Προκειμένου ο ασθενής να απαλλαγεί από τον λογοτεχνικό σωσία του (με το ψευδώνυμο του οποίου δημοσιεύει τα βιβλία του) − μια προσομοίωσή του που τον δυναστεύει

            Κι έτσι να βρει διέξοδο από ένα «σύστημα ανεξάντλητων συμπτώσεων sine necessitate» (πέραν πάσης αναγκαιότητος – για να θυμηθούμε και τη λεπίδα του Occam)

            Στα πλαίσια του οποίου κάθε πρόσωπο, γεγονός και αφήγημα αναπαράγονται κατοπτρικά

            Παράγοντας ένα ανεξάντλητο παίγνιο «διωκόμενου διώκτη»

            Όπου δεσπόζει η ατεκμηρίωτη συνομωσία μια μυστικής οργάνωσης με προσωπείο πνευματικού ιδρύματος και σώμα αρχαιοκαπηλικές δραστηριότητες.

 

            Άξονας του περίτεχνου αυτού αφηγηματικού οικοδομήματος, το σαγηνευτικό μοτίβο «θάνατος του ανύπαρκτου» : Τουτέστιν, υπέρβαση μιας πλασματικής κατασκευής, που εγκλωβίζει και τροφοδοτεί ταυτόχρονα ιλιγγιώδεις φαντασιώσεις, οι οποίες τείνουν στην αποσάθρωση της σκεπτικής και αντιληπτικής ικανότητας των ηρώων και των αναγνωστών, αδιακρίτως, μέσω της φαλκίδευσης και, εν τέλει, της εξουδετέρωσης του κριτηρίου της πραγματικότητας. «Ο θάνατος του ανύπαρκτου», βεβαίως, είναι οικείο αφηγηματικό μοτίβο: Από το «Ο βασιλιάς είναι γυμνός!» του παραμυθιού και το πλασματικό παιδί στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» και τις κατοπινές του μεταπλάσεις. Ταυτόχρονα, το θέμα αυτό αποτελεί οδηγητικό στοιχείο σε κάθε διεργασία γνώσης του εαυτού ή του κόσμου: Ως απαλλαγή από την παραίσθηση της Μάγια στον Βουδισμό∙ ως διάσχιση της φαντασίωσης και συνάντηση με το Πραγματικό στην ψυχανάλυση∙ ως διαδικασία διάψευσης υποθέσεων κατά Πόπερ, στη σύγχρονη επιστημολογία… Η συγγραφή και δημοσίευση ενός μυθιστορήματος, λοιπόν, είναι το λογοτεχνικό αντίστοιχο της αυτογνωσίας, που προτείνει ο συγγραφέας του «Alter ego» − με ιδιαίτερη ευφυΐα και γονιμότητα.

            Κι ερχόμαστε τώρα στην καρδιά του ιλίγγου: Το βιβλίο που κρατώ στα χέρια μου είναι άραγε έργο τρέλας ή λογοτεχνίας; Αποτύπωση ή επινόηση κάποιας κατάστασης πραγμάτων, στο μέτρο που μια τέτοια διάκριση υφίσταται; Ή, μια προκείμενη όσο και υποκείμενη ερώτηση: Υπάρχει απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα; Ή, για να οδηγήσουμε τη λογική του συγγραφικού εγχειρήματος στην έσχατη απόληξή της: Υπάρχει ερώτημα; Τέτοιο ερώτημα; Αυτό το ερώτημα; Αν όχι, τότε γιατί τίθεται; Κι αν ναι, ποιος το θέτει και ποιος καλείται να απαντήσει;

            Αλλιώς διατυπωμένο: Το βιβλίο το διατρέχει μια παράδοξη επώδυνη ηδονή (λακανιστί, Απόλαυση): Η αίσθηση του ερωτοτροπούντος με ή ήδη βυθισμένου μέσα στην τρέλα υποκειμένου, «Ευτυχώς, τρελάθηκα!» − με την προσδοκία ότι και ο αναγνώστης θα απολαύσει την ίδια αίσθηση! Κατ’ αρχήν συγγραφικό τέχνασμα, που επιτρέπει πλήθος μυθοπλαστικές ελευθερίες… Αλλά, και, βαθύτερα, άμυνα του υποκειμένου απέναντι σε μια ανυπόφορη, αβάσταχτη, αδιανόητη υποκειμενικότητα, το βίωμα της οποίας σημαδεύει το υποκείμενο, αλλά δεν το χωράει ο νους (λακανιστί, το Πραγματικό = το περιπαθές αντικείμενο κάθε μεστού λόγου και κάθε αποκαλυπτικής παράστασης). Μια εσωτερική πραγματικότητα η οποία απειλεί να πνίξει το υποκείμενο που τη συναντά: Όχι με τον τρόπο που φανταζόταν, προέβλεπε… μπορούσε να εικάσει ή και να κατονομάσει. Αλλά ως συνάντηση με το άφατο και το ανείκαστο που με αφορά. Και του οποίου η απειλητική αίσθηση μπορεί να οδηγήσει μια ψυχή να ευχηθεί και να φαντασιωθεί, κατά τρόπο βέβηλο για τον κοινό νου: «Ευτυχώς, το όνειρο έγινε εφιάλτης!» − ή, αλλιώς, «Ευτυχώς, δεν είναι φαντασίωσή μου, έργο της ψυχής μου, αλλά πραγματικότητα!». (Εδώ θυμάμαι τα λόγια ενός σχιζοφρενούς, καθώς μιλούσε για τις ψευδαισθήσεις του και τις παραληρητικές του εμπειρίες: «Ευτυχώς, όλα αυτά που μου συμβαίνουν είναι πραγματικότητα, αλλιώς θα ήμουν σχιζοφρενής!»)

             Ας επανέλθουμε στο ερώτημά μας: Έργο τρέλας ή λογοτεχνίας; Υπάρχει απάντηση; Υπάρχει έξοδος, θέση θέασης εκτός του παράδοξα ανακυκλούμενου σύμπαντος της βύθισης στην άβυσσο;

            Υπάρχει. Η πηγή του ιλίγγου είναι διττή: Από τη μια, ο κατοπτρικός αναδιπλασιασμός κάθε στοιχείου της αφήγησης. Από την άλλη, ακόμη βαθύτερα, το παράδοξο παράγωγο μιας περιώνυμης λογικής μηχανής, που ονομάζεται Θεώρημα του Γκέντελ. Και λέει ότι, όταν ένα σημειωτικό σύστημα γίνει επαρκώς ισχυρό, ώστε να διαμορφώσει εικόνα του εαυτού του, τότε γεννιέται μια «τρύπα» στο σύστημα αναπαράστασης, όπου φύονται προτάσεις αληθείς, αλλά μη-αποδείξιμες, άρα αναποφάσιστες στο πλαίσιο του συγκεκριμένου τυπικού συστήματος.

 reflecting-sphere-title

Οι οποίες, για ν’ αποδειχτεί η εγκυρότητά τους, απαιτούν μετάβαση σ’ ένα λογικό σύστημα ισχυρότερο, όπου εγγράφεται ως υποσύστημα και το αρχικό. Αλλιώς, η αναζήτηση απόδειξης είναι καταδικασμένη να περιπλανιέται δίχως έκβαση, επ’ άπειρον, από στοιχείο σε στοιχείο του συστήματος, χωρίς να καταλήγει πουθενά. Ο καθένας μπορεί να δοκιμάσει αυτή την εμπειρία μέσα από το λεγόμενο «παρανοϊκό λεξικό»: Δηλαδή, προσπαθώντας να μάθει τι είναι, π.χ., το τραπέζι, χωρίς καμία προσφυγή σε εξωλεκτική πληροφορία – αρκούμενος μόνο στο τι διαβάζει στο λεξικό. Η έκβαση είναι προβλέψιμη: Θα περάσει τη ζωή του όλη μεταβαίνοντας από ερμηνεία κάθε λέξης σε ερμηνεία άλλης λέξης μέσω λέξεων, οι οποίες με τη σειρά τους θα παραπέμπουν στην ερμηνεία τους με άλλες λέξεις, που κι αυτές θα παραπέμπουν για την ερμηνεία τους σε άλλες λέξεις, κ.ο.κ. ατέρμονα, τριγυρίζοντας δίχως διέξοδο από στοιχείο σε στοιχείο… Ίσως το καλύτερο παράδειγμα αυτής της άγονης πορείας το παρέχει ο διάλογος ενός μεγάλου με ένα παιδί. Που εικονογραφεί πώς ο μεγάλος επιχειρεί να φυλακίσει το παιδί στο παρανοϊκό λεξικό – αλλά το παιδί βρίσκει τη διέξοδο. Ο διάλογος, όπως τον κατέγραψα[1], είναι ο εξής:

             Παιδί : Μπαμπά, θα πάω στο κρεβάτι μου.

            Μεγάλος (ξαπλωμένος στο κρεβάτι του) : Τι θα πει «κρεβάτι»;

            Παιδί : Εκεί που πέφτουμε για ύπνο.

            Μεγάλος : Τι θα πει «εκεί που πέφτουμε για ύπνο»;

            Παιδί : Εκεί που κοιμόμαστε…

            Μεγάλος : Τι θα πει «εκεί που κοιμόμαστε»;

            Παιδί : Εκεί που πλαγιάζουμε…

            Μεγάλος : Τι θα πει «πλαγιάζουμε»;

            Παιδί : Θα πει ξαπλώνουμε…

            Μεγάλος : Τι θα πει «ξαπλώνουμε»;

            Παιδί (δείχνοντας) : Να , όπως εσύ τώρα !

 

            Ο διάλογος αυτός δείχνει πώς ένα παιδί 4 ετών έρχεται αντιμέτωπο με τον «παρανοϊκό πειρασμό» (όπως και κάποιοι ήρωες, καθώς και αναγνώστες του «Alter ego»…), αλλά κατορθώνει και τον υπερβαίνει, κατά τρόπο άψογα γκεντελιανό, προσφεύγοντας σ’ ένα σημειωτικό σύστημα ευρύτερο, που εμπεριέχει και τις λέξεις, αλλά και την εξωλεκτική αναφορά στην εμπειρία. Κάτι ανάλογο, λοιπόν, καλούμαστε να επιτελέσουμε και εδώ, προκειμένου να απαντήσουμε στα ερωτήματά μας. Ας δούμε αν και πώς γίνεται αυτό.

            Η γκεντελιανή τρύπα που ήδη περιγράψαμε είναι ο τόπος των αναποφάσιστων προτάσεων. Εκεί, δηλαδή, κάποιες προτάσεις δεν είναι δυνατόν να αποδειχτούν, ακόμη και αν είναι αληθείς. Αυτό το φαινόμενο έχει τεράστιες επιπτώσεις σε κάθε παραστατικό σύστημα – είτε είναι ενδοψυχική σημειογραφία και σημειολογία, είτε είναι επικοινωνιακό σύστημα, είτε είναι απρόσωπες σημειωτικές δομές, όπως τα στοιχεία του πολιτισμού και η κουλτούρα στο σύνολό της. Χαρακτηριστικά, στην αγωνιώδη αναζήτηση των ανθρώπων για θεμελίωση κάποιων ζωτικών βεβαιοτήτων, η συνάντηση με την εν λόγω τρύπα σημασίας και νοήματος γεννά ανυπόφορο άγχος. Και ετοιμότητα αποδοχής απαντήσεων που βουλώνουν αυτή την τρύπα, ανεξάρτητα από την πραγματολογική τεκμηρίωση και τη λογική εγκυρότητά τους. Μεγάλες τέτοιες απαντήσεις παρέχουν ο Θεός (οι θρησκείες), τα μυστικά σχέδια αοράτων νοών (συνωμοσιολογία, γνωστικισμός), οι ηγέτες (οι εξουσίες), η Επιστήμη – και η Τέχνη (του λόγου ή όποια άλλη). Στο βιβλίο τού Καραγιώργου, η απάντηση στο μείζον ερώτημα «έργο τρέλας ή λογοτεχνίας» εδράζεται στα εξής:

             Α. Ο λόγος και η γλώσσα χαρακτηρίζονται από απόλυτη συμβατική ορθότητα. Ειδικά, απουσιάζει πλήρως κάθε ίχνος νεολογισμού. Αυτό δηλώνει ότι το ενδεχόμενο να πρόκειται για ψυχωσικό λόγο κατ’ αρχήν αποκλείεται.

             Β. Όλη η υλική και γλωσσική υπόσταση του έργου δηλώνουν ότι ο αναγνώστης εισάγεται σε μία μεταφορική πραγματικότητα, η οποία κάποιες στιγμές καλλιεργεί την εντύπωση αλληλοδιείσδυσης φανταστικού και πραγματικού στοιχείου. Η οποία όμως εντύπωση βασίζεται στην ενσυνείδητη αποδοχή της μυθιστορηματικής σύμβασης περί «άρσης της δυσπιστίας» (suspension of disbelief, κατά Coleridge) – κάτι αδιανόητο ως θεμέλια στάση για τον παρανοϊκό, ο οποίος ζει μέσα και τρέφεται από την δυσπιστία (Unglauben), και γενικότερα για τον ψυχωσικό, που ζει σ’ έναν κόσμο κατοικημένο από κυριολεξίες, άρα αφιλόξενο για τη μεταφορικότητα – τη μήτρα του φανταστικού μέσα στον λόγο.

              Γ. Η διάσταση της μετα-επικοινωνίας στο πλαίσιο της αφήγησης τίθεται κατά τέτοιο τρόπο, που καθιστά κατ’ αρχήν απίθανο να έχουμε εδώ την παθογνωμονική και αναγκαία για κάθε σύμπτωμα (και, πολύ περισσότερο, για την εμπειρία της ψύχωσης) ψευδαίσθηση της κυριολεξίας. Πράγματι, το βιβλίο του νοσηλευομένου εκδότη-συγγραφέα προκύπτει όχι αυτοφυώς, αλλά ως απάντηση στον λόγο ενός Άλλου (ενός ψυχίατρου ή, οριακά, μιας γυναίκας), που σχολιάζει την ψυχική κατάσταση του ήρωα και του παρέχει θεραπευτικές οδηγίες. Ο οποίος Άλλος είναι απόλυτα ανόμοιος από τον χαμένο στους κατοπτρισμούς του ήρωα − καθαρή ετερότητα, που η θέση και η λειτουργία της είναι αναπομείωτη στο Εγώ του αφηγητή και στα ομοιώματα που αναζητά και παράγει το Εγώ αυτό (όπως και κάθε Εγώ, σε κάθε περίσταση, εφόσον το Εγώ αντιστοιχεί, ακριβώς, στο σύνολο σύστημα των φαντασιακών ταυτίσεων του υποκειμένου στην πορεία της προσωπικής του ιστορίας).

             Δ. Η φαινομενολογία και οι μηχανισμοί της ψυχοπαθολογίας, όπως περιγράφονται στο έργο, είναι επαρκείς για την κατασκευή της μεταφορικής πραγματικότητας και για το ξετύλιγμα της πλοκής ενός μυθιστορήματος. Ωστόσο, σε σύγκριση με την κλινική πραγματικότητα, δεν είναι επαρκώς σαφείς και ακριβείς. Άρα, αποτυπώνουν τη μυθιστορηματική ανάπλαση ενός μίγματος ενδεχομένων εμπειριών και ορισμένων αναγνωσμάτων – δηλαδή, την ιδέα περί τρέλας που πλάθει για τις ανάγκες της μυθοπλασίας ένας νους που δεν είχε στ’ αλήθεια άμεση βαθιά εμπειρία της τρέλας, ούτε, πολύ περισσότερο, εννοιολογική κατανόησή της. Ιδέα η οποία μεταγράφεται σε συγκεκριμένο τύπο πραγματικότητας που πλάθει, με τα μέσα της τέχνης του, ο συγγραφέας. Και η οποία, όπως είδαμε, δεν αντιστοιχεί επαρκώς στους μηχανισμούς της ψυχωτικής νεο-πραγματικότητας.

             Ε. Τέλος, το ότι ο εκδότης που εξέδωσε το ανά χείρας βιβλίο είναι ο Νώντας Παπαγεωργίου και όχι ο μυθιστορηματικός εκδότης-συγγραφέας πιστοποιεί (βλέπε το παράδειγμα του μικρού παιδιού προηγουμένως) ότι έχουμε να κάνουμε με έργο λογοτεχνικής μυθοπλασίας.

             Σύνοψη: Το Εγώ, ως σύστημα παραισθήσεων, φρεναπάτης, όταν χτυπά στα όριά του εύκολα μπορεί να διολισθήσει στον πειρασμό, να υπερβεί τα αδιέξοδα της αυταπάτης του κατασκευάζοντας μια «υπερ-αυταπάτη» ανώτερης τάξης. Αν αυτή η κατασκευή αποκτήσει υπόσταση απόλυτης πραγματικότητας μέσω της ψευδαίσθησης της κυριολεξίας, παράγεται σύμπτωμα. Αν, όμως, όπως εδώ, εξυψωθεί στην υπόσταση της μεταφορικής πραγματικότητας, η οποία επιτρέπει στο υποκείμενο να ζει λειτουργώντας ως ρυθμιστής της απόλαυσής του, τότε παράγεται έργο – στην περίπτωσή μας, λογοτέχνημα.

              Η σύνοψη αυτών των παρατηρήσεων οδηγεί στο εξής πόρισμα: Όπως έχουμε δείξει[2], το έργο είναι η φαντασίωση του δημιουργού αναδιατυπωμένη στη γλώσσα της τέχνης του. Στην περίπτωση του “Alter ego”, ως φαντασίωση του δημιουργού αναδύεται η λαχτάρα που θα μπορούσε λεκτικά να αποδοθεί ως εξής: «[Μακάρι] τα ανυπόφορα της εμπειρίας να είναι πραγματικότητες επιδεκτικές αφηγηματικής επανεπεξεργασίας!». Είναι μια φαντασίωση βασισμένη στην βεβαιότητα ότι τα ασύλληπτα μπορούν να ειπωθούν και, τελικά, το άγχος της συνάντησης με το Πραγματικό να εξημερωθεί μέσα στις λέξεις. Πρόκειται, εμφανώς, για ψυχική τοποθέτηση, η οποία ευνοεί όλως ιδιαιτέρως την προσφυγή στη λογοτεχνική δημιουργία. Ο Βασίλης Καραγιώργος άκουσε τον απόηχο των τραυμάτων του, εμπιστεύτηκε τις λέξεις και τόλμησε να κατασκευάσει εκείνο, που λακανιστί ονομάζεται «σύνθεμα» (sinthome). Δηλαδή, ένα συμπλήρωμα του βίου, κατά το καβαφικό «Σχεδόν ανεπαισθήτως τον βίον συμπληρούσα» ως λειτουργία της τέχνης. Η οποία τέχνη, μέσα από τη μεταφορική πραγματικότητά της, εφοδιάζει το υποκείμενο με ένα σύστημα πλωτήρων, που του παρέχει ευστάθεια στα δύσκολα και ιδιότυπη ευχαρίστηση. Ψυχική τροφοδοσία, που αντιστοιχεί στη λακανική «γυναικεία συμπληρωματική απόλαυση», την τόσο ανοιχτή στην πνευματικότητα. Και τόσο κοντινή, απ’ ότι φαίνεται, στη συγγραφική ευαισθησία του Καραγιώργου, όπως μοιάζει να δηλοί το διφυές της αφηγηματικής λειτουργίας – η παράλληλη και, στο τέλος, συγκερασμένη αφήγηση ενός άνδρα και μιας γυναίκας.

             Μια στερνή κουβέντα, κάπως πιο μύχια: Το “Alter ego” μου μίλησε και πιο προσωπικά, επειδή μου ανακίνησε πάλι το εξής ερώτημα, που το μετα-θέτω και σε κάθε ενδιαφερόμενο: Κατά τι είναι αναγκαία και γόνιμη, και εν τέλει πώς λειτουργεί η προσφυγή της λογοτεχνίας στον κόσμο της τρέλας, προκειμένου να επεξεργαστεί μείζονα ερωτήματα ανθρωπολογικής έκτασης και ισχύος, όπως τα αφετηριακά μας «σχέση φανταστικού-πραγματικού» ή «τι είναι Εγώ», τα οποία μπορούν και, πιθανότατα, πρέπει να τεθούν και εκτός αυτού του πεδίου; Όχι μόνο με όρους γλωσσικής πρακτικής. Αλλά και με όρους εμπειρίας – όπως η διάσχιση της φαντασίωσης στην ψυχανάλυση και η φώτιση που επιτρέπει το κενό του νου στον διαλογισμό. Τι σημαίνει ειδικότερα για τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο η προσέγγιση της υπαρξιακής του κατάστασης υπό το πρίσμα της τρέλας; Πώς συναρτάται με τις δύο μείζονες διεργασίες που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο δυτικό λόγο και, ευρύτερα, τη σύγχρονη δυτική παραστατικότητα – συγκεκριμένα, την ταυτόχρονη και εκ πρώτης όψεως αντιφατική έκπτωση και της αίσθησης της πραγματικότητας και της αίσθησης της μεταφορικότητας. Ή, με άλλα λόγια, την ταυτόχρονη έκπτωση και της κυριολεξίας και της μεταφοράς – τόσο της έννοιας όσο και της ποίησης;

             Το «Alter ego» με ιντριγκάρισε και για ένα πρόσθετο λόγο: Τα παράδοξα της αυτοαναφοράς είναι ένα βασικό μοτίβο των αναζητήσεών μου εδώ και τριάντα περίπου χρόνια. Και η λογοτεχνική τους αποτύπωση εδώ είναι πράγματι συναρπαστική. Αξίζουν συνεπώς ευχαριστίες στον συγγραφέα για όσα μας προσέφερε και στον λόγο που καθιστά εφικτή μια τέτοια προσφορά.

* Για το μυθιστόρημα «Alterego» του Βασίλη Καραγιώργου

Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2013



[1] Βλέπε τη μελέτη μου «Η εσωτερική διγλωσσία», Εκδόσεις Καστανιώτη, 1995, όπου και αναπτύσσονται εξαντλητικά όλα αυτά τα θέματα σε συσχέτιση με την επιστημολογία της Ψυχανάλυσης. Ο διάλογος βρίσκεται στη σελ. 177.

[2] Βλέπε, για παράδειγμα, τη μελέτη μου «Ο ερωτισμός στην τέχνη – Εικαστικές φαντασιώσεις», εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2010.